Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 813 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Συναυτουργία, Αρπαγή, Ληστεία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για αρπαγή και ληστεία, από κοινού, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, απορρίπτεται ως αβάσιμος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρο 351 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά δικονομικής, η παραβίαση της οποίας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 813/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μηνατσή, περί αναιρέσεως της 1532/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικού συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε, αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1532/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αρπαγής και ληστείας, από κοινού, και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24-3-2006 ο παθών ..., ύστερα από τηλεφώνημα του φίλου του ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων, μετέβη με το αυτοκίνητό του έξω από το κατάστημα "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗ" στην περιοχή ..., όπου και ανέμενε τον ερχομό του φίλου του. Τότε, από την βεράντα του πρώτου ορόφου διπλανού σπιτιού εμφανίσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι και του είπαν ότι θα αργήσει να έλθει ο φίλος του και τον κάλεσαν να ανέβει στο σπίτι τους και να τον αναμένει. Πράγματι, ο παθών δέχθηκε την πρόσκληση και πήγε στο διαμέρισμα των κατηγορουμένων. Μόλις όμως κάθησε, εισήλθαν στο δωμάτιο τρία άτομα, εκ των οποίων τα δύο φορούσαν κουκούλες. Αυτοί μαζί με τους κατηγορουμένους άσκησαν σωματική βία κατά του παθόντος και συγκεκριμένα επιτέθηκαν κατ' αυτού, τον κτύπησαν, τον έριξαν στο δάπεδο και εξουδετέρωσαν την αντίστασή του, του έκλεισαν τα μάτια με μονωτική ταινία και του έδεσαν τα χέρια πίσω από το σώμα με χειροπέδες. Κατόπιν αφήρεσαν από την κατοχή του και ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το ποσό των 700 € περίπου, δύο πιστωτικές κάρτες της Τραπέζης ΕURΟΒΑΝΚ, ΜΑSΤΕR ΚΑΙ VISA την πακιστανική ταυτότητα του, το κινητό του τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ και τα κλειδιά του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του και στη συνέχεια και το εν λόγω αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΡΕUGΕΟΤ. Στη συνέχεια, τον μετέφεραν δια της βίας στην κατάσταση που τον είχαν περιαγάγει και τον έκλεισαν στο πορτ μπαγκάζ ΙΧΕ αυτοκινήτου MERSEDES, με αποτέλεσμα να στερηθεί της ελευθερίας του και της προστασίας της Πολιτείας και να περιέλθει σε κατάσταση ομηρίας. Τελικά, αφού τον περιέφεραν στην κατάσταση αυτή και με τον τρόπο αυτό σε διάφορα μέρη, τον εγκατέλειψαν στην περιοχή ..., φοβηθέντες τόσον αυτοί, όσον και οι άγνωστοι συνεργοί τους, μήπως γίνουν αντιληπτοί και συλληφθούν. Στη συνέχεια, ο παθών πήγε στο ΑΤ της περιοχής Ελληνικού και κατήγγειλε τα συμβάντα και αναγνώρισε τους κατηγορουμένους ως τα δύο άτομα, τα οποία μετά των άλλων τριών αγνώστων τέλεσαν τις σε βάρος του ως άνω πράξεις. Βέβαια στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος προσπάθησε να τους απαλλάξει της κατηγορίας, πλην όμως τούτο έπραξε, διότι φοβάται για την ζωή του, από τους άλλους που διέφυγαν την σύλληψη, αφού και ο ίδιος κατέθεσε ότι δέχθηκε ανώνυμο απειλητικό τηλεφώνημα, ο δε συνομιλητής του, του είπε ότι "τα παιδιά δεν φταίνε", υποδεικνύοντάς του τι έπρεπε να καταθέσει. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται, την αρπαγή όμως, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, του άρθρου 322 παρ. 1 ΠΚ και όχι της παραγ. 2 β όπως κατηγορούνται και καταδικάσθηκαν πρωτόδικα, διότι, κατά την κοινή λογική και πείρα δεν μπορεί να ήθελαν με τον άνω τρόπο να τον εξαναγκάσουν να τους υποδείξει και άλλα άτομα που είχαν χρήματα για να τα ληστεύσουν, δηλαδή κάτι που ήταν εντελώς αβέβαιο και απίθανο να συμβεί όσα μέσα και αν χρησιμοποιούσαν, αφού την βέβαιη άρνηση του παθόντος δεν θα μπορούσαν να αναστρέψουν. Η κρίση του Δικαστηρίου περί τελέσεως των ως άνω πράξεων, επιστηρίζεται: α) στο γεγονός ότι ο παθών υπέδειξε το σπίτι όπου συνέβησαν τα σε βάρος του γεγονότα στην περιοχή ..., β) στο γεγονός ότι ο παθών αναγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα τους κατηγορουμένους, κατά την σύλληψή τους, ως δράστες των σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων και γ) στην απολογία των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι και αυτοί υπέστησαν τα ίδια συγχρόνως με τον παθόντα από τους κουκουλοφόρους και άλλους δράστες, οι οποίοι και τους άφησαν τελικά ελεύθερους στην περιοχή της .... Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι αν πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο, θα έπρεπε αμέσως να καταγγείλουν τα γεγονότα στην Ασφάλεια, πλησίον της οποίας και κατά τους ισχυρισμούς τους αφέθηκαν ελεύθεροι.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, κατά το διατακτικό.
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προαναφερομένων εγκλημάτων της αρπαγής και της ληστείας, από κοινού, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στις πράξεις της αρπαγής και της ληστείας για τις οποίες καταδικάστηκε και ότι και ο ίδιος υπήρξε θύμα των πράξεων αυτών, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά υπερασπιστικό και αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που απορρίφθηκε εκ του πράγματος από το δικαστήριο με τις ως άνω παραδοχές του, που δέχθηκε, και δεν χρειαζόταν για την απόρριψή του να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντα περί εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 351 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) "ο διευθύνων τη συζήτηση φροντίζει με επιμέλεια ώστε, με τη σειρά που θα προσδιοριστεί, να διασαφηνιστούν όσο το δυνατόν πληρέστερα τα σχετικά με την πράξη και όλα όσα αφορούν την κατηγορία ή την υπεράσπιση, να διαλυθεί κάθε σύγχυση και να προκύψει βέβαιη πεποίθηση για τη δικαζόμενη κατηγορία, στηριγμένη σε βάσιμες αποδείξεις", είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού δεν πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά δικονομικής, η παραβίαση της οποίας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/7/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1532/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 19 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή