Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1699 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Απορρίπτει λόγους για έλλειψη αιτιολογίας, νόμιμης βάσης, απόλυτης ακυρότητας από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, προσδιορίζονται ελλειπώς και αφορών πολιτική δίκη, υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1699/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πάνο Ρούσια και Χρήστο Μυλωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούτσουβα.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 411/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και του μάρτυρα της υπεράσπισης που γνωστοποιήθηκε κατ' άρθρο 326 παρ.3 του ΚΠΔ, και εξετάσθηκαν, ενόρκως, ενώπιον του, την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πολιτικώς ενάγουσα, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία κατά τα έτη 1992 και 1993 υπηρετούσε στο τμήμα Ταμείου Τίτλων αυτής, συνέταξε για λογαριασμό της(της ίδιας δηλαδή), τη μελέτη με τον τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση Αποθετηρίου Τίτλων", με αφορμή την ανάθεση σ' αυτήν, το Φθινόπωρο του έτους 1992, από τον Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Ταμείων της Τράπεζας της Ελλάδος Βασ. ΑΑ, (που εξετάσθηκε ως μάρτυρας) της μελέτης του φακέλου αποθετηρίου τίτλων καθώς και των επαφών και παρακολούθησης της αλληλογραφίας με το διεθνή οργανισμό Euroclear, ενόψει της ενδεχόμενης συνεργασίας της Τράπεζας της Ελλάδος με τον Οργανισμό αυτό, στα πλαίσια ανάπτυξης από την Τράπεζα, υπηρεσίας θεματοφύλαξης και αποθετηρίου τίτλου. Προκειμένου να συντάξει την άνω μελέτη η πολιτικώς ενάγουσα μελέτησε τη σχετική βιβλιογραφία, που αναφέρει και στην εν λόγω μελέτη της, καθώς και περιοδικά, ενώ ήλθε σε επαφή και με τράπεζες και οργανισμούς του εξωτερικού για θέματα αποθετηρίου τίτλων. Στα πλαίσια δε του ενδιαφέροντος της για περισσότερη εξειδίκευση με τα θέματα αποθετηρίου τίτλων, η ίδια, μετά από πρόταση της υπηρεσίας της, στις 18-19 Φεβρουαρίου 1993 παρακολούθησε στο Λονδίνο διήμερο συνέδριο της IBC Financial Focus Ltd με θέμα "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης" που περιλάμβανε τα κυριότερα σημεία από τις ομιλίες των 19 ομιλητών στο συνέδριο. Από την έκθεση αυτή η πολιτικώς ενάγουσα συμπεριέλαβε αυτούσιο το περιεχόμενο τμήματος της σελίδας 3 και του μεγαλύτερου μέρους του περιεχομένου των σελίδων 5-18 της άνω μελέτης της, στις σελίδες 70 έως 96 της άνω μελέτης της, με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση αποθετηρίου τίτλων". Την μελέτη αυτή με την οποία η τελευταία άρχισε να ασχολείται από τον Οκτώβριο του έτους 1992, την ολοκλήρωσε τον Αύγουστο του έτους 1993, οπότε, με σκοπό την καλύτερη υπηρεσιακή εξέλιξη, την κατέθεσε στη Διεύθυνση Ταμείων της Τράπεζας, όπου ανήκε υπηρεσιακά. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1993, ένα τμήμα της εν λόγω μελέτης με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης στις αναπτυσσόμενες αγορές", δημοσιεύθηκε στο τεύχος 41 της Α' Τριμηνίας 1994 στις σελίδες 82-85 του Δελτίου Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Η σύνταξη εξάλλου της ίδιας μελέτης, που έχει κατατεθεί και στην Εθνική Βιβλιοθήκη με στοιχεία ..., έγινε με πρωτοβουλία και για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, ενώ εμφανίζει πρωτοτυπία ως προς την επιλογή των θεμάτων της, τη διευθέτηση των μερών της, την εναρμόνιση των κειμένων μεταξύ τους, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο και είναι αποτέλεσμα της πνευματικής δραστηριότητας της τελευταίας η οποία είναι δικαιούχος των πνευματικών, ηθικών και περιουσιακών δικαιωμάτων, που απορρέουν από την πνευματική ιδιοκτησία στο άνω έργο της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι με την από 16-2-1993 "σύμβαση ανάθεσης και εκπόνησης μελέτης" που καταρτίστηκε μεταξύ:
α) της "Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως" (ΕΤΒΑ ΑΕ), β) της "Τράπεζας της Ελλάδος" και γ) της ανώνυμης εταιρείας "Nuntius ΑΕ" (που έχει ήδη μετονομασθεί σε "Alexanter sterling ΑΕ"), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει, για λογαριασμό της "Τράπεζας της Ελλάδος", μελέτη με τον τίτλο "Οργάνωση, Αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός των Υπηρεσιών Θεματοφύλαξης (για την Τράπεζα Ελλάδος), Ανάπτυξη Επιχειρησιακού Σχεδίου (business Plan)". Το συνολικό κόστος για την εκπόνηση της μελέτης προσδιορίστηκε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών από το οποίο τα 21.000.000 δραχμές αποτελούσε την αμοιβή της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, την αμοιβή δε αυτή ανέλαβε να χρηματοδοτήσει η ΕΤΒΑ ΑΕ, που διαχειριζόταν τα κονδύλια του κοινοτικού προγράμματος ΜΕΝΤΩΡ. Η "Τράπεζα της Ελλάδος" εξάλλου, ούσα υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙ της σύμβασης να θέσει στη διάθεση της άνω με στοιχείο γ εταιρίας, κάθε απαραίτητο για την ολοκλήρωση της άνω μελέτης στοιχείο, ανέθεσε στην υπάλληλο της, πολιτικώς ενάγουσα, την εργασία να παρέχει στην άνω εταιρία, κάθε σχετική πληροφορία και στοιχείο που αυτή θα συνέλεγε από διάφορες υπηρεσίες της Τράπεζας. Για το σκοπό αυτό, η τελευταία συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο και τον συνεργάτη της "Nuntius ΑΕ", ΒΒ, Αναπληρωτή Καθηγητή, υπεύθυνο της έδρας μάρκετινγκ και του τομέα μάρκετινγκ στο τμήμα Οργάνωσης της Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μελέτη της πιο πάνω εταιρίας, με τον τίτλο "Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" είναι 416 σελίδες και αποτελείται από δύο σκέλη, το πρώτο αναφέρεται στο μάρκετινγκ και το δεύτερο στη μηχανοργάνωση. Τη σύνταξη δε του δεύτερου αυτού σκέλους είχε αναλάβει να εκπονήσει η σύμβουλος επιχειρήσεων, ΓΓ. Κατά τη σύνταξη όμως του πρώτου σκέλους της "Μελέτης ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος", οι συνεργάτες της "Nuntius AE", συμπεριέλαβαν και τμήματα από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μελέτη της πολιτικώς ενάγουσας. Συγκεκριμένα από το κεφάλαιο 2 της μελέτης της "Νuntius AE" με τίτλο "Διερευνητική Δομή της Λειτουργίας της Συγκεκριμένης Υπηρεσίας, MARKETINGK AUDIT, ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ", οι σελίδες 20, 21, 22, 23, 24, 25, 32 και 33 του τμήματος υπό στοιχείο 1 με τον τίτλο "Marketingk Audit: Σημερινές Συνθήκες Στην Ελληνική Κεφαλαιαγορά", αποτελούν πιστή αντιγραφή των σελίδων 2, 3, 4, 5 και 6 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, από το ίδιο κεφάλαιο οι σελίδες 34, 35 και 38 του τμήματος υπό στοιχείο 2 με τον τίτλο "Αναπτυσσόμενες Αγορές-Κυριότερο Ανταγωνιστές (Emerging Markets)" αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 183 και 184 της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 3 με τίτλο "Ανάλυση του τρόπου που οι κυριότερες κεντρικές, Εμπορικές Τράπεζες και οι Χρηματοοικονομικοί Οργανισμοί παρουσιάζουν υπηρεσίες θεματοφύλαξης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας" κι συγκεκριμένα οι σελίδες 55 έως 109 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 7 έως 45 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 4 με τίτλο "Ανάλυση των Τάσεων στους κλάδους Παροχής Υπηρεσιών θεματοφύλαξης Διεθνώς" και συγκεκριμένα οι σελίδες 110 έως 130 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 54 έως 69 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, ολόκληρο το κεφάλαιο 6 με τίτλο " Εκτίμηση των Αποτελεσμάτων Λειτουργίας - Η ήδη υπάρχουσα Υπηρεσία" και συγκεκριμένα οι σελίδες 149 έως 160 αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 103 έως 112 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, από το κεφάλαιο 7 με τίτλο "Παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές του πελάτη", οι σελίδες 161 έως 186, ολόκληρο δηλαδή το κεφάλαιο, εκτός από τρεις σελίδες, αποτελούν ακριβή αντιγραφή των σελίδων 70 έως 89 της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας και ολόκληρο το παράρτημα Ζ με τον τίτλο "Οργανισμοί Θεματοφύλαξης" και συγκεκριμένα, οι σελίδες 404 έως 416, αποτελούν πιστή αντιγραφή των σελίδων 46 έως 53 της εργασίας της τελευταίας. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι 138 από τις 416 σελίδες της μελέτης της "Nuntius AE" δηλαδή το 1/3 αυτής αποτελεί πιστή αντιγραφή της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωσης αποθετηρίου τίτλων". Η αντιγραφή αυτή, εξάλλου, που έγινε βεβαίως, εν αγνοία της τελευταίας, αποδείχθηκε πλήρως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι πραγματοποιήθηκε από αντίγραφα των κειμένων της πολιτικώς ενάγουσας που περιέχονται στην άνω μελέτη της τα οποία είχε συντάξει και παραδώσει η ίδια, κατά καιρούς και πριν την 21-6-1993, σε συνεργάτες της "Nuntius AE", για να λάβουν στοιχεία για τη μελέτη της τελευταίας, ενόψει της συνεργασίας που είχαν και μέσα στο κλίμα εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι τα αντιγραφέντα τμήματα της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας είχαν συνταχθεί από την ίδια, πριν την άνω ημερομηνία (21-6-1993) και υπήρχαν και στο δίσκο του υπολογιστή Apple στο γραφείο της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως χώρο εργασίας τους, καθημερινά, στα πλαίσια της προαναφερόμενης συνεργασίας τους για την εκπόνηση της μελέτης της άνω εταιρίας (Nuntius AE), οι συνεργάτες αυτής που είχαν πρόσβαση να παίρνουν από τον άνω υπολογιστή αντίγραφα της εν λόγω μελέτης και η πολιτικώς ενάγουσα βεβαίως. Η τελευταία, μάλιστα, την εργασία της για τη σύνταξη της μελέτης της την μετέφερε σε δισκέτα από τον ιδίου τύπου υπολογιστή που διέθετε στην κατοικία της και χρησιμοποιούσε κατά τις απογευματινές ώρες. Όταν η ίδια (πολιτικώς ενάγουσα) έλαβε γνώση της άνω παράνομης αντιγραφής της εργασίας της από τη Nuntius AE, μετά την παράδοση απ' αυτή στις 21-6-1993 στην ΕΤΒΑ και στην Τράπεζα της Ελλάδος του τμήματος της μελέτης της στο οποίο έχουν συμπεριληφθεί και τα εκτενώς προπεριγραφόμενα τμήματα της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας, αμέσως διαμαρτυρήθηκε προφορικά τόσο στους προϊσταμένους της, ΑΑ, Διευθυντή Διεύθυνσης Ταμείων και Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και ΔΔ, Διευθυντή Οργάνωσης και προγραμματισμού της ίδιας Τράπεζας (που εξετάσθηκαν και ως μάρτυρες), όσο και στο ΒΒ (που επίσης εξετάσθηκε και ως μάρτυρας) αλλά και στον κατηγορούμενο. Οι δύο τελευταίοι την διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για προσχέδιο και ότι στο τελικό κείμενο θα γινόταν αναφορά και του ονόματος της για τα τμήματα που προέρχονταν από τη δική της μελέτη. Έτσι η πολιτικώς ενάγουσα εφησύχασε και συνέχισε τη συνεργασία της με την εταιρία "Nuntius AE" στους συνεργάτες της οποίας παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1993 έως 15 Σεπτεμβρίου 1993 τη δισκέτα με όλη πλέον την εργασία της, που ολοκληρώθηκε με την έννοια ότι εκτυπώθηκε ως ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, τον Αύγουστο του έτους αυτού, προκειμένου οι συνεργάτες της "NuntiuS ΑΕ" να αντλήσουν στοιχεία από την αναφερόμενη σ' αυτή βιβλιογραφία και με τη ρητή διαβεβαίωση βεβαίως του κατηγορουμένου ότι θα γινόταν αναφορά του ονόματος της για τα συγκεκριμένα τμήματα της μελέτης της που θα χρησιμοποιούσε η εν λόγω εταιρία, κατά την υποβολή της δικής της (της "Nuntius AE" δηλαδή μελέτης στο σύνολο της στην Τράπεζα της Ελλάδος. Όταν η εταιρία αυτή όμως υπέβαλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1993 τη μελέτη της ως σύνολο στην Τράπεζα της Ελλάδος, ουδεμία αναφορά υπήρχε του ονόματος της πολιτικώς ενάγουσας, για τα τμήματα της δικής της μελέτης που αντιγράφηκαν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, στη μελέτη της "Nuntius AE". Κατόπιν αυτού, η πολιτικώς ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στην εν λόγω εταιρία και με την από 10-11-1993 εξώδικη δήλωση της την κάλεσε να γνωρίσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τη συμβολή της στην ως άνω μελέτη. Επίσης στις 16-11-1993 κατέθεσε στην Τράπεζα αυτή την ως άνω εξώδικη δήλωση της, στις 12-11-1993 απηύθυνε επιστολή προς τη Διεύθυνση Οργάνωσης και Προγραμματισμού για την ενημέρωση αυτής σχετικά με την εργασία της και τη μη αναφορά του ονόματος της στα τμήματα της μελέτης της "Nuntius AE", που ήταν αντιγραφή της δικής της μελέτης και στις 8-12-1993, κοινοποίησε στην Τράπεζα της Ελλάδος την 5-12-1993 εξώδικη γνωστοποίηση της, με την οποία της γνωστοποιούσε την, χωρίς την συναίνεση της, αντιγραφή τμήματος της προαναφερόμενης εργασίας της. Ακολούθως η Τράπεζα της Ελλάδος, με το από 31-5-1994 έγγραφο της, γνωστοποίησε στην πολιτικώς ενάγουσα ότι "η Τράπεζα δεν νομιμοποιείται να προβεί σε οποιαδήποτε μορφής ενέργειες", δεδομένου ότι η εκπόνηση εκ μέρους της υπό κρίσιν εργασίας ήταν πέρα από την ανατεθείσα σε σας από την Τράπεζα εργασία συνδρομής προς την "Nuntius AE", βεβαίως δεν αποστερείσθε του δικαιώματος να διεκδικήσετε ατομικά την ικανοποίηση τυχόν προσβληθέντων δικαιωμάτων των σας". Κατόπιν των ανωτέρω(σημειωτέον ότι η "Nuntius AE" ούτε καν της απάντησε στην άνω εξώδικο δήλωση της), η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε κατά της τελευταίας την από 12-9-1994 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι είναι πνευματικός δημιουργός των προαναφερομένων κεφαλαίων της μελέτης με τίτλο " Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίες θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" τα οποία έχει σφετερισθεί η άνω εναγομένη εταιρία, β)να αναγνωρισθεί ότι είναι πνευματικός δημιουργός και ιδιοκτήτρια της μελέτης με τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση αποθετηρίου τίτλων", γ) να απαγορευθεί στην "Nuntius AE" η περαιτέρω χρήση οποιουδήποτε τμήματος της άνω μελέτης της, με απειλή χρηματικής ποινής δ)να υποχρεωθεί η τελευταία να γνωρίσει στην Τράπεζα Ελλάδος, στην ΕΤΒΑ και σε κάθε τρίτο στον οποίο είχε απευθύνει την μελέτη της ότι η ως άνω εργασία αυτής αποτελεί κατά μεγάλο ποσοστό πνευματική δημιουργία της πολιτικώς ενάγουσας, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση και ε)να αναγνωρισθεί ότι η "Nuntius AE" είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν, αφενός μεν στο κέρδος από την εκμετάλλευση της εργασίας της, αφετέρου δε στη χρηματική ικανοποίηση της, λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησε η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης. Η άνω αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας έγινε καθ' ολοκληρία δεκτή, με την 1320/2001 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, ως προς τα τέσσερα πρώτα αιτήματα της και κατά ένα μέρος δεκτή ως προς το πέμπτο αίτημα της. Η εταιρία "Nuntius AE" άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία ερημοδίκησε και εκδόθηκε επ' αυτής η 9294/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε, ενώ το ίδιο δικαστήριο απέρριψε και την ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε η άνω εταιρία, με την 4555/2003 απόφαση του. Τέλος, η "Nuntius AE" άσκησε αναίρεση κατά των πιο πάνω αποφάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία με την 963/2006 απόφαση του δικαστηρίου αυτού απορρίφθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δημοσιογράφος της πανελληνίου κυκλοφορίας, εφημερίδας, με το διακριτικό τίτλο "...", ΕΕ, στο φύλλο 244 αυτής, της 13-1-2007, δημοσίευσε άρθρο με το περιεχόμενο της άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, υπό τον τίτλο, "απόφαση καταπέλτης του Αρείου Πάγου εις βάρος του Προέδρου χρηματιστηριακών Εταιριών (ΣΜΕΧΑ) και Προέδρου της Nuntius ΑΕ, Χ". Ο κατηγορούμενος, σε απάντηση του άνω δημοσιεύματος, με επιστολή του που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 245, του Σαββάτου της 20-1-2001 της ίδιας εφημερίδας ισχυρίστηκε και διέδωσε μέσω της εφημερίδας αυτής, σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων, ήτοι στο αναγνωστικό της κοινό, τα ακόλουθα: "... πολύ πριν από τη φερόμενη ολοκλήρωση της φερόμενης μελέτης της Ψ (πολιτικώς ενάγουσας δηλ), Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1993 και την δήθεν παράδοση κάποιας δισκέτας που την περιείχε από την παραπάνω κυρία σε κάποιον μη κατονομαζόμενο συνεργάτη της εταιρίας, από την οποία δισκέτα κατά την Ψ έγινε αντιγραφή η εταιρία είχε ήδη από τον Ιούνιο 1993 παραδώσει με έγγραφη απόδειξη στην ΕΤΒΑ ΑΕ το τμήμα εκείνο της όλης μελέτης της που κατά την παραπάνω κυρία φέρεται να αντιγράφτηκε από τη δισκέτα που αυτή παρέδωσε στην παραπάνω εταιρία δύο ή τρείς μήνες αργότερα. Ποιος λοιπόν αντέγραψε την μελέτη ποιανού η Ψ την μελέτη της εταιρίας ή η εταιρία τη φερόμενη μελέτη της Ψ, όταν η μελέτη της εταιρίας είχε συνταχθεί και δημοσιοποιηθεί τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την φερόμενη από την πιο πάνω κυρία δημοσιοποίηση της μελέτης της. Η εταιρία ή εγώ ο ίδιος ουδέποτε εξαπάτησαν όχι μόνον κανένα τραπεζικό ίδρυμα αλλά και οποιονδήποτε τρίτο της Ψ, συμπεριλαμβανομένης. Αντίθετα η τελευταία και ο πιο πάνω συνεργάτης σας προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη τόσο την δική μου, όσο και των άλλων συνεργατών της εταιρίας, εκμεταλλευόμενοι προφανώς σφαλερές και άστοχες δικαστικές κρίσεις ..." Με την άνω δημοσιευθείσα στην προαναφερόμενη εφημερίδα επιστολή του, ο κατηγορούμενος, εξέθετε γεγονότα εκ των οποίων συνάγεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν αυτή που αντέγραψε την μελέτη της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, με τίτλο "Η μελέτη ανάπτυξης υπηρεσίας θεματοφύλαξης της Τράπεζας της Ελλάδος" και ότι η ίδια μαζί με το δημοσιογράφο ΕΕ, προσπάθησαν με το δημοσίευμα του τελευταίου της 13-1-2007 στην εφημερίδα "..." να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις και να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του κατηγορούμενου. Τα ανωτέρω διαδοθέντα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο γεγονότα, είναι απολύτως ψευδή. Και αυτό γιατί τα αληθή είναι τα εντελώς αντίθετα περιστατικά που κατά τα προαναφερόμενα αποδείχθηκαν. Συγκεκριμένα, πλήρως αποδείχθηκε ότι: α)αντιγραφέας ουδέποτε υπήρξε η πολιτικώς ενάγουσα, αλλά οι συνεργάτες της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας "Nuntius AE", κατά τα εκτενώς προεκτεθέντα, β)η πολιτικώς ενάγουσα δικαιώθηκε από όλες τις πολιτικές αποφάσεις των δικαστηρίων της Αθήνας οι οποίες ουδόλως αποδείχθηκε ότι είναι "προφανώς σφαλερές και άστοχες", ως προς την αντιδικία της για το επίδικο ζήτημα με την άνω εταιρία και γ)η πολιτικώς ενάγουσα ουδόλως βεβαίως προσπάθησε να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις στο αναγνωστικό κοινό και μάλιστα από κοινού με το δημοσιογράφο ΕΕ, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή ουδεμία ανάμιξη είχε με το δημοσίευμα του τελευταίου της 13-1-2007. Άλλωστε ο εν λόγω δημοσιογράφος με το δημοσίευμα αυτό γνωστοποιούσε στο αναγνωστικό κοινό της άνω εφημερίδας το περιεχόμενο των άνω δυσμενών για τον κατηγορούμενο δικαστικών αποφάσεων, που μετά τη δημοσίευση τους ευχερώς μπορούσε να ανεύρει. Ο κατηγορούμενος και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι, μεταξύ άλλων, "αντιγραφέας είναι η κ. Ψ, αντέγραφε από τη δική μας δουλειά, με έθιξε βάναυσα το δημοσίευμα και έπρεπε να δώσουμε μία απάντηση, είναι λανθασμένη η απόφαση του Αρείου Πάγου, εάν ρωτήσουμε την κοινωνία κανείς δεν θα πιστέψει ότι η απόφαση του δικαστηρίου είναι σωστή λόγω της προσωπικότητας μου ...", ενώ υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, είχε "πραγματική πλάνη" με την έννοια, ότι, ό,τι διέδωσε με την επίδικη επιστολή του προς την πιο πάνω εφημερίδα είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι δεν ήσαν ψευδή και προσβλητικά της τιμής και της υπόληψης της πολιτικώς ενάγουσας. Όμως, αυτό που πέραν πάσης αμφιβολίας αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικών καταθέσεων, ανώμοτης της πολιτικώς ενάγουσας, ενόρκων όλων των λοιπών μαρτύρων, εγγράφων που εκτενώς αναφέρονται και τα οποία αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν όλα υπόψη, απολογία του κατηγορουμένου) και την όλη διαδικασία, με βάση και την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ), είναι, ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο την άνω επικαλούμενη πραγματική πλάνη είχε αλλά αντιθέτως γνώριζε την αντιγραφή της μελέτης της πολιτικώς ενάγουσας σ' αυτή της εταιρίας "Nuntius AE". Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, υπεύθυνος της εργασίας της, την εκπόνηση της οποίας ανελλιπώς παρακολουθούσε, το 1/3 της οποίας αποτελούσε αντιγραφή της πνευματικής εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία (αντιγραφή) έγινε με τον ήδη προαναφερόμενο τρόπο και την οποία ο κατηγορούμενος άλλωστε παραδέχθηκε στην τελευταία, όταν αυτή έλαβε γνώση της πραγματοποίησης της (μετά την 21-6-1993 κατά τα άνω) και την καθησύχασε ότι πρόκειται περί προσχεδίου και όλα θα διευθετηθούν, γνώριζε βεβαίως την αντιγραφή. Το επιχείρημα που έθεσε και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρίθηκε ήδη αμετάκλητα αβάσιμο απ' αυτό και ήδη επαναλαμβάνει και ενώπιον του δικαστηρίου, για να δικαιολογήσει την κατ' αυτόν "πραγματική του πλάνη" ότι δεν ήταν δυνατή η αντιγραφή από την κασέτα της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας, αφού αυτή παραδόθηκε από την τελευταία τον Αύγουστο του 1993 ενώ η "Nuntius AE" είχε ήδη παραδώσει το επίδικο τμήμα της εργασίας της από 21-6-1993, δεν ευσταθεί. Και αυτό γιατί η αντιγραφή αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ η εκτύπωση ως ολοκληρωμένου αποτελέσματος της εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας στη δισκέτα που παρέδωσε στην υπηρεσία της, τον Αύγουστο του 1993, δεν αποκλείει την ως άνω αντιγραφή αφού τα αντιγραφέντα τμήματα της είχαν ήδη πολύ προγενέστερα ολοκληρωθεί από την πολιτικώς ενάγουσα, που κατά καιρούς είχε παραδώσει στους συνεργάτες της "Nuntius AE", υπήρχαν άλλωστε και στο δίσκο του υπολογιστή Αpple, όπως προεκτέθηκε. Αντίθετο σχετικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τα διαλαμβανόμενα στα δικόγραφα της πολιτικώς ενάγουσας[από 10-11-1993 εξώδικη δήλωση, από 10-4-1995 προτάσεις της, της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 22-11-2000 προτάσεις της στην μετ' απόδειξη συζήτηση], ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με τη δική της επιμέλεια στη δίκη ενώπιον του άνω δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στην αναγνωσθείσα εισηγητική έκθεση αυτού, αλλ' ούτε και από την από 21-6-1993 επιστολή της "Nuntius AE" προς την ΕΤΒΑ. Ουδόλως αποδείχθηκε από τα άνω έγγραφα δηλαδή ότι η ίδια η πολιτικώς ενάγουσα [και οι μάρτυρες της] ανέφεραν ότι η αντιγραφή έγινε μετά την ολοκληρωμένη παράδοση της μελέτης της που εκτυπώθηκε ως σύνολο και παραδόθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος τον Αύγουστο ντου 1993, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια. Ο τελευταίος δε, πρέπει να σημειωθεί ότι αποφεύγει να αναφερθεί στην προσθήκη- αντίκρουση των από 22-11-2000 προτάσεων της πολιτικώς ενάγουσας, όπου αντικρούει τον άνω ισχυρισμό του και ουδένα περιθώριο πλάνης του αφήνει. Εξάλλου είναι γεγονός ότι η πολιτικώς ενάγουσα, πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, με πολύ καλή γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας και ειδίκευση στο θέμα της εργασίας της, υπελείπετο στις σχετικές εξειδικευμένες γνώσεις του κατηγορουμένου. Αυτό όμως δεν αποκλείει την εκπόνηση από την ίδια της άνω μελέτης, ούτε βεβαίως την αντιγραφή της από τους συνεργάτες της "Nuntius AE", ούτε ο κατηγορούμενος, που γνώριζε την εν λόγω αντιγραφή νομιμοποιείται να επικαλείται τα μειωμένα προσόντα της για να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί "πραγματικής πλάνης", ούτε βεβαίως την "ενημέρωση του" από τον ΒΒ, που και αυτός γνώριζε την αντιγραφή σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, όπως άλλωστε και ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ο δημοσιογράφος ΣΤ, ευθέως κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι μεταξύ άλλων "... ο κ. ΕΕ είναι του δικαστικού ρεπορτάζ ... αποφάσεις των δικαστηρίων θα μπορούσε να βρει ...". Επομένως ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης όσον αφορά την ανάμιξη της πολιτικώς ενάγουσας στο προηγηθέν του επίδικου δημοσίευμα του άνω δημοσιογράφου, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλείται την κατάθεση του ΣΤ. Εξάλλου, η από 31-5-1994 έγγραφη απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρεται ευθέως στις 2320/2001 και 963/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, το περιεχόμενο των οποίων μετέφερε και γνωστοποίησε στο κοινό ο ΕΕ, με το άρθρο του της 13-1-2007. Συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη σχετικώς πραγματική πλάνη του κατηγορουμένου, ούτε από την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρος δημοσιογράφου, ούτε από κάποιο άλλο από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, ούτε από τη λογική μπορεί να εξαχθεί, όπως ο ίδιος υποστηρίζει. Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι ο κατηγορούμενος, καίτοι υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα του δημοσιογράφου ΕΕ της 13-01-2007, τον προσβάλλει βάναυσα και βλάπτει την τιμή και την υπόληψη του δεν στράφηκε κατά του τελευταίου, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε στην απολογία του. Τέλος, με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας αποδεικτικά στοιχεία, αναφέρονται ενδεικτικώς τα ακόλουθα: α) οι 2320/2001 και 963/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει και το γεγονός ότι η "Nuntius AE" αμυνόμενη στην αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας είχε προβάλει και τον ισχυρισμό ότι η τελευταία συνήνεσε σιωπηρώς και ενέκρινε εκ των υστέρων την αντιγραφή της εργασίας της από την "Nuntius AE" και β) η εναργής και κατηγορηματική ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που μεταξύ άλλων αναφέρει "... Στο γραφείο αυτό υπήρχε ένας υπολογιστής Αpple. Είχα τον ίδιο υπολογιστή στο σπίτι μου και εγώ. Δούλευα την μελέτη μου και στον υπολογιστή. Ήταν εύκολο να πάρουν την μελέτη μου. Ο κ. ΒΒ, ο οποίος ερχόταν είχε δει τα κομμάτια μου και μου είπε ότι ήθελαν να πάρουν κομμάτια από την δική μου μελέτη ... Έδωσα τη δισκέτα. Τον Ιούνιο του 1993 είδα την μελέτη τη δική μου. Διαμαρτυρήθηκα σε όλους μέσα στην Τράπεζα. Μίλησα με τον Χ (σημ. κατηγορούμενο) και μου είπε: "προς Θεού μην κάνεις θέμα για να προλάβω τις προθεσμίες και θα φανεί το όνομα σου στη μελέτη προς την Τράπεζα ...". Συνακόλουθα, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με το επίδικο δημοσίευμα ισχυρίστηκε και διέδωσε, κατά τα άνω, τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, για την πολιτικώς ενάγουσα εν γνώσει τελών του ψεύδους τους και ότι τα άνω διαδοθέντα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της τελευταίας. Η αναφορά βεβαίως στο εν λόγω δημοσίευμα ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν αντιγραφέας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της "Νuntius AE" και ότι σε συνεργασία με το δημοσιογράφο ΕΕ προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις, σε βάρος του κατηγορουμένου και όλο το αναφερόμενο στο διατακτικό δημοσίευμα είναι ικανό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, κάτι που γνώριζε βεβαίως ο κατηγορούμενος, που επί σειρά ετών αντιδικούσε με την τελευταία για τα πνευματικά αυτά δικαιώματα και των οποίων κρίθηκε αμετάκλητα δικαιούχος η ίδια. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου Πάνος Ρουσιάς, αυτό δεν δικαιολογεί την πεποίθηση του ότι δεν βλάπτεται με τη δημοσίευση του η τιμή και η υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται, επικαλούμενος σχετική "πραγματική πλάνη", ο κατηγορούμενος. Κι αυτό γιατί ο τελευταίος και το ανέγνωσε και γνώσεις έχει και κρίση διαθέτει ώστε να αντιληφθεί ότι με αυτό συνάγεται πως η πολιτικώς ενάγουσα είναι η αντιγραφέας, η οποία μάλιστα γνώριζε (ο ίδιος) ότι είχε αμετάκλητα δικαιωθεί έναντι της "Nuntius AE" από τα πολιτικά Δικαστήρια, κάτι που μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη της. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του περί δικαιολογημένου κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ενδιαφέροντος(άρθρο 367 παρ.2 εδ. α ΠΚ, σχ. ΑΠ. 503/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, ο κατηγορούμενος πρέπει, αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή, ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε να παρατίθενται επί πλέον στοιχεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του τελευταίου ότι: 1) υπάρχει αντίφαση και ασάφεια στην απόφαση καθόσον στο αιτιολογικό της αναφέρεται η φράση "πραγματική πλάνη είχε" και ως χρόνος τέλεσης της πράξεως η 20η-1-2001 ενώ στο διατακτικό η 20-1-2007, η ασάφεια δε και η αντίφαση αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξεως 2) δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αληθή γεγονότα 3) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι τα απ' αυτόν διαδοθέντα ήταν ψευδή 4) δεν αιτιολογείται επαρκώς και κατά τρόπο σαφή η γνώση του ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που διέδωσε 5) δεν αιτιολογείται επαρκώς, στην απόφαση η απόρριψη του ισχυρισμού του, που αναφέρεται στην πραγματική πλάνη, ως προς την αναλήθεια των διαδοθέντων και την προσβολή της τιμής και υπόληψης της εγκαλούσας και έτσι παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και το δικαίωμα του για ακρόαση, και 6) από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργείται αμφιβολία για το πρόσωπο του δράστη της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, αφού η αιτιολογία της είναι ενδοιαστική, είναι αβάσιμες διότι: α) Η αναγραφή στο σκεπτικό της απόφασης ως χρόνου τελέσεως της πράξεως της 20ης-1-2001 αντί του ορθού 20ης-1-2007 και της φράσης "πραγματική πλάνη είχε" αντί της ορθής "πραγματική πλάνη δεν είχε" οφείλεται σε προφανή παραδρομή του συντάξαντος το σκεπτικό και όχι σε συνειδητές παραδοχές του Δικαστηρίου, όπως σαφώς προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται σ' αυτό και τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασης β) στην απόφαση εκτίθενται λεπτομερώς τα αληθή γεγονότα (η αντιγραφή των τμημάτων της μελέτης της εγκαλούσας έγινε από συνεργάτες της από τον κατηγορούμενο εκπροσωπουμένης εταιρίας, στους οποίους είχε παραδώσει αντίγραφα κειμένων της ... η εγκαλούσα δικαιώθηκε στην αντιδικία της με αποφάσεις που δεν είναι σφαλερές και άστοχες ... και η εγκαλούσα δεν προέτρεψε τον δημοσιογράφο ...) γ) στην απόφαση παρατίθενται τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία διέδωσε ο κατηγορούμενος(πολύ πριν από την φερόμενη ολοκλήρωση της φερόμενης μελέτης της Ψ, Αύγουστο-Σεπτέμβριο 1993 και τη δήθεν παράδοση μίας δισκέτας που την περιείχε από την παραπάνω κυρία σε κάποιον μη κατονομαζόμενο συνεργάτη της εταιρίας, από την οποία δισκέτα κατά την Ψ έγινε αντιγραφή, η εταιρία είχε ήδη από τον Ιούνιο 1993 παραδώσει με έγγραφη απόδειξη στην ΕΤΒΑ ΑΕ το τμήμα εκείνο της όλης μελέτης της, που κατά την παραπάνω κυρία φέρεται να αντιγράφηκε από τη δισκέτα που αυτή παρέδωσε στην παραπάνω εταιρία δύο η τρεις μήνες αργότερα... η τελευταία και ο πιο πάνω συνεργάτης σας(δημοσιογράφος) προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις που βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη τόσο την δική μου όσο και των άλλων συνεργατών της εταιρίας, εκμεταλλευόμενοι προφανώς σφαλερές και άστοχες δικαστικές κρίσεις) σαφώς δε και πλήρως αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτά είναι ψευδή δ)ειδικότερα αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος για την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων, με την παράθεση στο σκεπτικό της, συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια τους και για τη δυνατότητα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας ε)με σαφή και πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί πραγματικής πλάνης και συνεπώς δεν παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και δεν στερήθηκε του δικαιώματος ακροάσεως, η παράβαση δε των διατάξεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και στ) η παραδοχή της απόφασης "ακόμη και αν υποτεθεί ότι συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος είναι ο δικηγόρος του κατηγορουμένου Πάνος Ρουσιάς, αυτό δεν δικαιολογεί την πεποίθηση του, ότι δεν βλάπτεται με τη δημοσίευση του η τιμή και υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας" αναφέρεται σε επικουρική αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν είναι αναγκαία για την στήριξη της απόφασης, και δεν καθιστά την κύρια αιτιολογία ενδοιαστική.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος της αιτήσεως, όγδοος και ένατος των πρόσθετων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από την πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Από τη διάταξη αυτή και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης, χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει ακυρότητα στο ακροατήριο.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) την μελέτη της εταιρίας Nuntius A.E με τον τίτλο "Μελέτη Ανάπτυξης Υπηρεσίας Θεματοφυλακής της Τράπεζας της Ελλάδος", 2) τη μελέτη της πολιτικώς ενάγουσας με τον τίτλο "Υπηρεσίες Θεματοφύλαξης-Οργάνωση Αποθετηρίου Τίτλων", 3) το ...έγγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και 4) την από 16-2-1993 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ΕΤΒΑ, της Τράπεζας της Ελλάδος και της Nuntius AE, δίχως να προκύπτει από τα πρακτικά ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω έλαβε υπόψη του και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν: α)την από 16-2-1993 σύμβαση ανάθεσης και εκπόνησης μελέτης, β) το από 10-11-1993 εξώδικο, γ) το από 5-12-1993 εξώδικο, δ) την από 8-12-1993 έκθεση επίδοσης προς την Τράπεζα της Ελλάδος, ε) την από 12-11-1993 επιστολή, στ) το από 16-11-93 εξώδικο, ζ) την από 2-2-2004 αίτηση αναίρεσης και η)την από 26-11-1993 βεβαίωση κατοχύρωσης πνευματικής ιδιοκτησίας. Από τα έγγραφα αυτά (Ι) τα με στοιχ. 1 και 2 αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ακόμη το περιεχόμενο τους(το οποίο να σημειωθεί δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων αλλά, κατά το μέρος που αναφέρεται στην απόφαση, ισχυρίζεται ότι είναι έργο δικό του), προκύπτει από την 2320/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώσθηκε και (ΙΙ) τα με στοιχείο 3 και 4 έγγραφα αναφέρονται διηγηματικά και συνεπώς δεν επηρέασαν την κρίση του Δικαστηρίου, για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, διά των πρακτικών βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα παραπάνω, (υπόλοιπα), έγγραφα, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν όμως τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από α)τη μη ανάγνωση των παραπάνω με αριθμό 1-4 εγγράφων και τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των λοιπών, είναι αβάσιμη. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με αριθμό 6 και 7 στο δικόγραφο των πρόσθετων, λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατ εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη η 2320/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να βεβαιωθεί, προηγουμένως, ότι η απόφαση αυτή ήταν αμετάκλητη και ότι ήταν χρήσιμη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση πριν την ανάγνωση της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι προέκυπτε ότι ήταν και αμετάκλητη, εφόσον είχε εκδοθεί απόφαση και από τον Άρειο πάγο. Τέλος απορριπτέος είναι και ο, με αριθμό 10 στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αιτίαση ότι το δικαστήριο, παρέλειψε να αποφανθεί "πρωτογενώς επί της πρωτοτυπίας και της πατρότητας του έργου" (της μελέτης), με βάση τους κανόνες της ηθικής απόδειξης, στηρίχθηκε δε αποκλειστικά στην κρίση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικά στην παραπάνω απόφαση, διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, περί του πρωτοτύπου της μελέτης, έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων συνεκτίμησε δε και το περιεχόμενο της απόφασης εκείνης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας(176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 383/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και τους από 15-4-2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή