Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2325 / 2007    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακροάσεως Αρχή, Κατηγορίας μεταβολή, Δυσφήμηση απλη, Εξύβριση.




Περίληψη:
Έλλειψη ακροάσεως υπάρχει ό-ταν το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σε υποβληθείσα αίτηση, όταν αφορά την ενάσκηση ρητώς παρεχομένου από την Ποινική Δικονομία δικαιώματος και όχι σε αίτηση που αφορά την εφαρμογή κυριαρχικού ποινικού νόμου. Δυσφήμηση δια του ραδιοφώνου όχι δια του τύπου. Αιτιολογημένη καταδίκη για εξύβριση (κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση) και για δυσφήμηση





Αριθμός 2325/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, περί αναιρέσεως της 756/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νάνη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1420/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αξιόποινη πράξη της δυσφημήσεως περιλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 362 ΠΚ, αντικειμενικώς μεν τον υπό του δράστη ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ή διάδοση με οποιονδήποτε τρόπο για κάποιον άλλο γεγονότος, δυναμένου να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη αυτού, υποκειμενικώς δε τη γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός, είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση όπως ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή διαδώσει το τοιούτο βλαπτικό γεγονός. Εξ άλλου, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου τα συνηθέστερα των οποίων είναι αυτά της τιμής νοούνται τα αδικήματα του κοινού δικαίου, εκείνα δηλαδή που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου, ως μέσον για την εκδήλωσή τους (Ολ. ΑΠ 759/1988 Ολ. ΑΠ 1162/1979). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 15 του Συντάγματος, οι προστατευτικές του τύπου διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (145) δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωτογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μεταδόσεως λόγου ή παράστασης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1Β ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως δύναται να προταθεί και η εις το άρθρο 170 § 2 έλλειψη ακροάσεως, συνιστώσα ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος αυτού ή ο Εισαγγελεύς εζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται ρητώς από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε εις αυτόν τούτο ή παράλειψε να αποφανθεί επί της σχετικής αιτήσεως που υποβλήθηκε από κάποιο από τα αναφερόμενα πρόσωπα. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι έλλειψη ακροάσεως που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο υπάρχει, όταν το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σε υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα αίτηση που αφορά την ενάσκηση των υπό της Ποινικής Δικονομίας ρητώς παρεχομένων εις αυτόν δικαιωμάτων και όχι σε υποβληθείσα αίτηση που αφορά την εφαρμογή του ουσιαστικού ποινικού νόμου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου οίκοθεν ερευνά τούτο ή σε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμόν. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την αποκτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ως άνω αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον, ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στην μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εξυβρίσεως εις βάρος του εγκαλούντος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της, για συκοφαντική δυσφήμηση, κατηγορίας και (ένοχο) απλής δυσφημήσεως, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στα ....... στις ...... ως παραγωγός ραδιοφωνικής εκπομπής προσέβαλε την τιμή του εγκαλούντος Ψ1, κατοίκου ....... λέγοντας ότι είναι βάσει στοιχείων νεκρόφιλος και επί λέξει ότι "ο δημοσιογράφος Ψ1 είναι νεκρόφιλος, έχω στοιχεία και θα το αποδείξω", προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την τιμή του εγκαλούντος. Η φράση αυτή - χαρακτηρισμός "νεκρόφιλος" ενέχει κατά αντικειμενική κρίση αμφισβήτηση της ηθικής, επαγγελματικής και κοινωνικής αξίας του εγκαλούντος και έντονη καταφρόνηση κατά του προσώπου του και στοιχειοθετούν την πράξη της εξυβρίσεως κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση σε βάρος του εγκαλούντος. Με την εξυβριστική αυτή φράση - χαρακτηρισμό ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να αμφισβητήσει την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική αξία του εγκαλούντος και να εκφράσει την καταφρόνηση του προς το πρόσωπο εκείνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της εξύβρισης και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, που διώκεται. Εξάλλου από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος στα....... στις ..... ως παραγωγός ραδιοφωνικής εκπομπής ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων για τον Ψ1 ότι αυτός είναι εκείνος που τον έκανε άνθρωπο και δημοσιογράφο ισχυριζόμενος ότι "εγώ τον έκανα άνθρωπο και δημοσιογράφο" και κατ' αυτόν τον τρόπο προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος καθ' όσον εμφάνιζε αυτόν ως στερούμενο την "εξ απαλών ονύχων αγωγή" και των προσωπικών ικανοτήτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος 1) της πράξης της εξύβρισης και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, που του αποδίδεται και 2) της πράξης της δυσφήμησης, που του αποδίδεται. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί τύπου, απαράδεκτα προτείνεται το πρώτον στο Δικαστήριο αυτό, δεδομένου όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και το δικόγραφο της έφεσης, δεν γίνεται επίκληση τέτοιου ισχυρισμού-λόγου και συνεπώς οποιαδήποτε ακυρότητα έχει καλυφθεί. ’ρα ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις της εξυβρίσεως (κατ' επιτρεπτήν μεταβολή της, για συκοφαντική δυσφήμηση κατηγορίας) και της απλής δυσφημήσεως, δεχθέν εκ του πράγματος, μη δημιουργηθείσης εντεύθεν ελλείψεως ακροάσεως, κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 362, 363 ΠΚ, ότι οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις δεν τελέστηκαν δια του τύπου, απορριφθέντος έτσι (δηλαδή εκ του πράγματος) τον ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος ότι στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθούν οι περί τύπου διατάξεις και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 4 § 10 Ν. 2328/1995 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του Ν. 1178/1981. Και ναι μεν το άρθρο 4 § 10 του Ν. 2328/1975, υπήχθησαν στο άρθρο μόνο του Ν. 1178/1981 και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, πλην όμως ο νόμος αυτός (1178/1981) προβλέπει μόνο περί της αστικής ευθύνης του τύπου. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι οι πιο πάνω πράξεις τελέστηκαν δια του τύπου, περί ελλείψεως ακροάσεως, γιατί δεν απήντησε στον "αυτοτελή", κατ' αυτόν ισχυρισμό, ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν δια του τύπου και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 και 363 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, σύμφωνα με τα προαναπτυχθέντα. Περαιτέρω, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφημήσεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ότι ο ισχυρισμός "Εγώ τον έκανα άνθρωπο και δημοσιογράφο", συνιστά γεγονός (βλ. διατακτικό προσβαλλομένης) γιατί εμφάνισε τον εγκαλούντα ως στερούμενον της "εξ απαλών ονύχων αγωγής" και "προσωπικών ικανοτήτων", δηλαδή το δικαστήριο αξιολόγησε το ως άνω γεγονός, ως συμβάν του εξωτερικού κόσμου, και όχι ως αξιολογική κρίση και εδέχθη περαιτέρω ότι προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 362 ΠΚ. Εντεύθεν, ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 362 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και καθό μέρος με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 756/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή