Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 744 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Εξύβριση.




Περίληψη:
Στρατιωτικά αδικήματα. Εξύβριση ανωτέρου με έργο (βιντεοσκόπηση χωρίς τη θέληση της παθούσας). Απορρίπτει αίτηση. Διορθώνει εσφαλμένη καταχώρηση.




Αριθμός 744/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Παπαδαμάκη, για αναίρεση της με αριθμό 74/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητα: α) την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του και β) τη διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της του χρόνου τελέσεως της πράξεως, οι οποίες (αιτήσεις) καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1281/2009.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να διορθωθεί η προαναφερόμενη απόφαση μετά το με αριθμό 5979/09/24.8.2009 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στρατιωτικός που εξυβρίζει ανώτερο ή κατώτερό του με λόγια, έργα ή απειλές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η πράξη τελέσθηκε κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση με αυτή, β) με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρεται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, το οποίο δίκασε κατ' έφεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα με την 74/2009 απόφασή του, σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για εξύβριση ανωτέρου με έργο, πράξη η οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός σε χρόνο κατά τον οποίο υπηρετούσε στην αεροπορία ως σμηνίτης. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, που υπηρετούσε ως Σμηνίτης (ΣΥΕΓ) στη ΜΑΚ, την.... και περί ώρα 15:00', ευρισκόμενος στο χώρο του στρατοπέδου της μονάδας του, ακολούθησε την κατά βαθμό ανώτερη του μηνύτρια Σμηνία (ΤΣΕ) Μ1, την ώρα που αυτή κατευθυνόταν προς τις τουαλέτες του κτιρίου των οργάνων υπηρεσίας του στρατοπέδου και όταν αυτή εισήλθε στον ως άνω χώρο, εισήλθε και αυτός επίσης στην διπλανή, από αυτήν που ευρίσκετο η μηνύτρια, τουαλέτα, οι οποίες να σημειωθεί ότι χωρίζονται με διαχωριστικό τοιχίο, του οποίου το επάνω μέρος δεν φτάνει μέχρι την οροφή αλλά αφήνει ένα κενό και πατώντας στη λεκάνη αναρριχήθηκε στο τοιχίο αυτό, ώστε να έχει οπτική επαφή με τον χώρο όπου ευρίσκετο η μηνύτρια και την ώρα που αυτή ετοιμάσθηκε για τη σωματική της ανάγκη, (ο κατηγορούμενος) τοποθέτησε, κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο, που διέθετε λειτουργία λήψης φωτογραφιών, στο ψηλότερο σημείο αυτού (του τοιχίου) και εστιάζοντας προς το μέρος της μηνύτριας, επιχείρησε να τη φωτογραφίσει με αυτό, παραβιάζοντας τον προσωπικό της χώρο κατά τη διάρκεια αυστηρώς ιδιωτικής της στιγμής, εκδηλώσας εν γνώσει του δια της ως άνω συμπεριφοράς του περιφρόνηση και αμφισβήτηση της ηθικής αξίας της κατά βαθμό ανώτερης του εν λόγω Υπαξιωματικού.
Η μηνύτρια, η οποία είδε το κινητό-μαύρου χρώματος- και μόνο το επάνω μέρος των μαλλιών του κατηγορουμένου αντέδρασε ενστικτωδώς, άρχισε να φωνάζει και αμέσως εξήλθε από την τουαλέτα, όπου είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται τρέχοντας από τη διπλανή τουαλέτα, στην οποία είχε εισέλθει και άρχισε να τον φωνάζει με το όνομα του να σταματήσει. Αυτός όμως δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε να τρέχει ακολουθούμενος από τη μηνύτρια μέχρι τον χώρο της Λέσχης. Ακολούθως μετέβη στον Αξιωματικό Κέντρου Ελέγχου Φρουράς (ΑΚΕΦ), Ανθυπασπιστή (ΗΛ) Κ1, ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται προς τη Λέσχη Σμηνιτών και όταν τον κάλεσε ενώπιον του αυτός αρνήθηκε κάθε ανάμειξη του στο περιστατικό, περί του οποίου είχε ενημέρωση προηγουμένως από τη μηνύτρια, ενώ η τελευταία σε έξαλλη κατάσταση του απηύθυνε τις φράσεις "δεν ντρέπεσαι;", "εσύ ήσουν, σε είδα", "φύγε από μπροστά μου", όταν δε ο Κ1 του ζήτησε να του επιδείξει το κινητό του τηλέφωνο, αυτός απάντησε ότι δεν το είχε μαζί του αλλά το φόρτιζε στον θάλαμο του.
Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του αρνήθηκε την πράξη του ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε εισήλθε στη διπλανή με τη μηνύτρια τουαλέτα αλλά ανέφερε ότι την ίδια ώρα (15:00') ευρίσκετο στους νιπτήρες των τουαλετών προκειμένου όμως να πιει νερό για την κατάποση χαπιού για το στομάχι του, ενώ κατά την παραμονή του στον ανώτερο τόπο δεν έφερε μαζί του το κινητό του τηλέφωνο. Αρνήθηκε επίσης ότι η μηνύτρια τρέχοντας πίσω του τον καλούσε να σταματήσει.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν καθόσον, όπως και ο ίδιος ομολόγησε, ευρίσκετο κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης στο ίδιο χώρο (των τουαλετών) και όχι σε κάποιο άλλο σημείο του στρατοπέδου. Όταν έγινε αντιληπτός, καταδιώχθηκε από την μηνύτρια και όταν κλήθηκε να σταματήσει δεν το έπραξε, παρόλο δε που στη συνέχεια του ζητήθηκε να προσκομίσει το κινητό του στον ΑΚΕΦ Κ1, στον οποίο η μηνύτρια είχε ήδη αναφέρει το περιστατικό, για να αποδείξει ότι αυτό ήταν μαύρου χρώματος, όπως το είδε η μηνύτρια και δεν περιείχε φωτογραφία της, εν τούτοις δεν το έπραξε, ως θα αναμενόταν εάν δεν είχε την παραμικρή εμπλοκή στο συμβάν, ισχυριζόμενος ότι το είχε στον θάλαμο του για φόρτιση της μπαταρίας του. Προέκυψε επίσης ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η μηνύτρια δεν ήταν και οι δύο επιφορτισμένοι κατά τη στιγμή που έλαβε χώρα η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου με την εκτέλεση συγκεκριμένης στρατιωτικής υπηρεσίας και ότι ευρίσκοντο σε ελεύθερο χρόνο από πλευράς εκτέλεσης υπηρεσίας, η δε πράξη της εξύβρισης ανωτέρου δεν έλαβε επίσης χώρα με αφορμή την εκτέλεση προηγηθείσης και για τους δύο υπηρεσίας.
Σε σχέση τώρα με τη δήλωση του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πρέπει να επισημανθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αθωωτική (λόγω αμφιβολιών) για τον κατηγορούμενο κρίση του για απόπειρα αθέμιτης μαγνητοσκόπησης μη δημοσίων πράξεων τρίτου (άρθρο 370 Α παρ.2 εδ.α' ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε τότε μετά την αντικατάσταση του δι' άρθρου 6 παρ.8 Ν.3090/2002 δέχθηκε ότι δεν προέκυψε ότι το κινητό τηλέφωνο του είχε τη δυνατότητα με λήψη εικόνας να τη μαγνητοσκοπήσει (να κάνει εγγραφή σε μαγνητική ταινία, σημάτων που αντιπροσωπεύουν κινούμενες εικόνες μαζί με τους σχετικούς ήχους) και όχι ότι εστερείτο και τη δυνατότητα φωτογράφησης, αφού είναι γνωστό ότι τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα διαθέτουν αυτές τις λειτουργίες (φωτογράφησης-μαγνητοσκόπησης) είτε και τις δυο μαζί είτε μιας απ' αυτές. ’λλωστε, δεν θα είχε νόημα, εάν το τηλέφωνο εστερείτο της λειτουργίας φωτογράφησης, η τοποθέτηση του από τον κατηγορούμενο στην επίμαχη θέση επί του ενδιαμέσου των δύο τουαλετών τοιχίου ,σε σημείο που έγινε αντιληπτό από τη μηνύτρια. Εξάλλου, ουδέποτε προβλήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι το συγκεκριμένο κινητό εστερείτο και των δύο παραπάνω λειτουργιών καθόσον ο ίδιος ενέμεινε στην υπερασπιστική γραμμή του ότι δεν ήταν αυτός που εισήλθε στην τουαλέτα δίπλα στην μηνύτρια.
Τέλος, η παραδοχή ότι το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος δεν είχε, όπως καταδικάστηκε πρωτοδίκως, δυνατότητα βιντεοσκόπησης της παθούσης, αλλά μόνο δυνατότητα φωτογράφησης της, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της πραγματικής βάσης, όπως διατείνεται κατά τα ανωτέρω η υπεράσπιση, καθόσον αυτή δεν σχετίζεται με ουσιώδη αλλαγή της κι επιπλέον δεν μεταβάλλεται ο εξυβριστικός χαρακτήρας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Θα πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ότι η διαφοροποίηση, ενός και μόνο πραγματικού περιστατικού του κατηγορητηρίου συνιστά καθόλα νόμιμη κι επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας.
Πρέπει συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την κρατήσασα άποψη της πλειοψηφίας, κατ' επιτρεπτή βελτίωση των πραγματικών περιστατικών του κατηγορητηρίου, να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω κινητό του κατηγορουμένου είχε τη δυνατότητα λήψης φωτογραφίας της μηνύτριας και όχι δυνατότητα βιντεοσκόπησης της, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, και να κηρυχθεί ως εκ τούτου ένοχος εξύβρισης ανωτέρου όχι κατά την υπηρεσία ή για λόγους που έχουν σχέση μ' αυτή". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1β' ΣΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην περιγραφή της πράξεως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αρκείται στην απόπειρα φωτογράφησης της εγκαλούσας από τον αναιρεσείοντα αλλά περιγράφει όλη τη συμπεριφορά του και τις ενέργειές του να έχει οπτική επαφή με την παθούσα, τη στιγμή που αυτή βρισκόταν εντός της τουαλέτας, η οποία ασφαλώς ενέχει καταφρόνηση προς το πρόσωπο της και στοιχειοθετεί το παραπάνω έγκλημα της εξύβρισης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Επομένως οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. ε' και δ' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση κατά τη διάρκεια της απολογίας του αναιρεσείοντος κάλεσε για εξέταση κατ' αντιπαράσταση την μάρτυρα Μ1 και δεν έδωσε το λόγο, μετά την εξέτασή της, στο συνήγορό του να υποβάλει ερωτήσεις. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κάλεσε την εγκαλούσα Μ1, κατά τη διάρκεια της απολογίας του κατηγορουμένου και υπέβαλε σ' αυτήν μία διευκρινιστική ερώτηση. Μετά την απάντηση έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο να συνεχίσει την απολογία του, ο οποίος και αντέκρουσε τα όσα διευκρινιστικά κατέθεσε η μάρτυρας. Επομένως δεν επήλθε κάποια ακυρότητα και μόνο σε περίπτωση που είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από το συνήγορο του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στη μάρτυρα μετά την απάντησή της στη διευκρινιστική ερώτηση του Προέδρου και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ή το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί, τότε θα προκαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Κατ' ακολουθίαν ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, θα πρέπει, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, να διορθωθεί η εαφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του χρόνου τελέσεως της πράξεως από 22 Ιουλίου 2007 στο ορθό 22 Σεπτεμβρίου 2007.

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19.6.2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της 74/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Διορθώνει την εσφαλμένη καταχώριση στο αιτιολογικό και διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως του χρόνου τελέσεως της πράξεως από 22 Ιουλίου 2007 στο ορθό 22 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή