Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2048 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Από κοινού εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Παράνομη είσοδος στη χώρα. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2048/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της 104/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. α', β' και ζ' του ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 10 και 14 του ν. 2161/26.7.93 και όπως ισχύει με τον Κ.Ν.Ν. 3459/2006, τιμωρείται με τις εκεί προβλεπόμενες ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, εισάγει στην επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι α) Εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελληνική επικράτεια είναι η διακίνηση των ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελλάδα και θεωρείται τελειωμένο με την είσοδο αυτών στο Ελληνικό έδαφος, β) η κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατά το ποινικό δίκαιο, έχει την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Υπό την έννοια δε αυτή δράστες (αυτουργοί) του παραπάνω εγκλήματος μπορεί να είναι και περισσότεροι, χωρίς κατ' ανάγκη να τους συνδέει κοινός δόλος, γ) μεταφορά ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν ο δράστης φέρει μαζί του, διακινώντας από τόπο σε τόπο, την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με πρόθεση περαιτέρω διαθέσεως αυτής. Η μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας, μπορεί να γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, είτε με μεταφορικό μέσο, είτε με μετακίνηση αυτού (δράστη), μεταφέροντος αυτήν στις αποσκευές του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου (3386/05), ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι, αν ο αυτοτελής ισχυρισμός για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αναπτύχθηκε προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση και παραδόθηκε γραπτώς στον διευθύνοντα τη συζήτηση, καταχωρίσθηκε δε στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του, όντας ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την παραδοχή ή την απόρριψη του (ΟλΑΠ 2/2005), η έλλειψη δε της αιτιολογίας αυτής ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 104/2007 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000 €) για την παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών και φυλάκιση ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για την παράνομη είσοδο του στην Ελληνική Επικράτεια. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε το Πενταμελές Εφετείο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους στο σκεπτικό αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος την 30.6.2005, στη θέση "..." ..., μαζί με τον ομοεθνή του ..., συνελήφθησαν χωρίς να είναι τοξικομανείς, να κατέχουν, εισάγουν στην Ελληνική Επικράτεια και μεταφέρουν πεζή 136 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένη σε 136 δέματα, την οποία είχαν τοποθετήσει σε τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκους. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τη συμμετοχή του στις παραπάνω πράξεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς να έχει εφοδιαστεί με τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήριο κλπ). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων. Το αίτημα του συνηγόρου τού κατηγορουμένου να τού αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα, αυτός δεν έζησε μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων του έντιμη κλπ. ζωή, αφού η ενασχόληση του με τα ναρκωτικά δεν ήταν ευκαιριακή, αφού η μεταφορά κλπ μίας τέτοιας ποσότητας ινδικής κάνναβης, η οποία αξίζει πολλές χιλιάδες ευρώ προϋποθέτει γνώση των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της ομολογίας του και της έκφρασης συγγνώμης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν κρατούμενος στις φυλακές και η καλή διαγωγή που επέδειξε υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης που θα ακολουθούσε και του φόβου του για τις πειθαρχικές κλπ ποινές της φυλακής". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναίρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Περαιτέρω, ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο, αν και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αναπτύχθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απλώς ο συνήγορος του κατηγορουμένου στον οποίο δόθηκε ο λόγος "ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε να γίνει δεκτή η πρόταση της Εισαγγελέως να αναγνωρισθούν δε στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', δ' και ε' Π.Κ.", εν τούτοις απαντά αιτιολογημένα και τους απορρίπτει. Τέλος, ως προς την αιτίαση του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, πρέπει να λεχθεί, ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά την απολογία του, αναφέρθηκε στα αίτια που τον ώθησαν στη τέλεση των εγκλημάτων του, λέγοντας ότι ωθήθηκε στην πράξη του προς εξοικονόμηση χρημάτων για την αντιμετώπιση των ασθενειών και αναγκών των γονέων του, χωρίς να προβάλει ειδικό αίτημα Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικώς, και δεν απάντησε, αλλά αξιολόγησε γενικά την πράξη του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη και την απολογία του. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά από αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 24.3.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 104/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή