Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1061 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Συνεκδικάζει αιτήσεις αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων ως αβασίμων και απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης συνολικά.




Αριθμός 1061/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 811/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Μαΐου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 912/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 25-5-2009 αιτήσεις του Χ1 και της Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε καθένας των αναιρεσειόντων σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους με τριετή αναστολή, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί σε εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Το άρθρο 386 παρ.1 εδ. α Π.Κ. ορίζει, ότι "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δολία παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Έτσι η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τρεις απαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος (αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών) συντελείται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει στο ίδιο είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγουμένη ενέργεια του. Η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όμως δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται περισσότεροι από έναν τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εξάλλου η παράγραφος 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως ίσχυε μέχρι το 1996, όριζε, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη τελέστηκε μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Όμως αντικαταστάθηκε η διάταξη αυτή αρχικώς από το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996, που καθόριζε, ότι " 3. επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και ακολούθως η προαναφερθείσα διάταξη από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που αναφέρει, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Η δε παράγραφος 2 του άρθρου 98 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 ν. 2721/1999, καθορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του κατ εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως πιο πάνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους. Έτσι η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 θα εφαρμοσθεί αναδρομικά (άρθρο 2 παρ.1 Π. Κ.) και επί της αξιόποινης πράξεως της απάτης, της τελεσθείσας προ της ισχύος του ανωτέρω νόμου 2721/1999, (3-6-1999), γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, μη υποκείμενη σε διάσπαση. Τέλος το άρθρο 13 περ. στ ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 ν. 2408/1996, ορίζει, ότι "Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράση για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από ένα δράστη, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίως πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενική υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο επί του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ συντρέχει, όχι μόνο όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχτεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπαριθμ. 811/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία με την επωνυμία ... με έδρα την ... συνεστήθη το έτος 19947 με Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου την κατηγορούμενη Χ2 και Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον κατηγορούμενο Χ1 οι οποίοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι. Ο τρίτος κατηγορούμενος ..., φερόταν ως μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας ουσιαστικά όμως ήταν υπάλληλος της, αμοιβόμενος με μισθό. Το έτος 1996, οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν υποκατάστημα της εταιρίας στη Θεσσαλονίκης, επιζητώντας να έλθουν σε επαφή με νέα πρόσωπα, που δεν είχαν εμπειρίες για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές προκειμένου να τους αποσπάσουν χρήματα. Μεταξύ αυτών ήταν και οι εγκαλούντες Ψ1 και ο γιός τους Ψ2κάτοικοι Θεσσ/νίκης με τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη κατηγορούμενοι ήλθαν σε επαφή κατά το χρονικό διάστημα από 10-2-1997 και ενεργώντας μέχρι 15-9-1998 και ενεργώντας από κοινού με δόλο είτε συγχρόνως, είτε διαδοχικά, με ελλεπάλληλες ψευδείς παραστάσεις, παραπλάνησαν αυτούς και τους απέσπασαν συνολικά το χρηματικό ποσό των 35.000.000 δρχ. (102.714,6 Ευρώ) ήτοι στις 10-2-1997 ποσό των 25.000.000 δρχ. και στις 15-9-1998 ποσό των 10.000.000 δρχ. με όφελος της εταιρίας την οποία αυτοί εκπροσωπούσαν. Ειδικότερα παρέστησαν σ' αυτούς ψευδώς ότι η εταιρεία θα εισαχθεί στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ότι διαχειριζόταν μεγάλα χαρτοφυλάκια, χρηματιστηριακών πραγμάτων θεσμικών και μη επενδυτών, ότι πραγματοποιούσε μεγάλα κέρδη τα οποία πολλαπλασιάζονταν, ότι όποιος αποφάσιζε να γίνει μέτοχος της εταιρίας αυτής θα είχε συμμετοχή στα κέρδη τα οποία προβλέπονταν βασίμως μεγάλα. Επίσης διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ψευδώς: α) ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας είχε ήδη αποφασίσει από τις 30-11-1996 την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή κατά 750.000.000 δρχ. β) ότι είχε ήδη εκδοθεί και ενημερωτικό δελτίο το οποίο είχε εγκριθεί από το χρηματιστήριο γ) ότι η εταιρία θα επαναγόραζε τις μετοχές του επενδυτή μετά την πάροδο έτους διότι ο επενδυτής θα αποκτούσε προνομιούχες ονομαστικές μετοχές με προνόμιο 15% σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας ε) ότι είχαν ξεκινήσει διαδικασίες για άμεση εισαγωγή της εταιρίας στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και πληρούνταν οι προϋποθέσεις. Ο πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων, τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των παραστάσεων αυτών ενώ η αλήθεια ήταν και το γνώριζαν ότι: η συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, δεν είχε αποφασίσει νομότυπα, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 750.000.000 δρχ. δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης, δεν είχε εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, δεν υπήρχε δυνατότητα απόκτησης από την εταιρία των ιδίων αυτής μετοχών αφού αυτό απαγορεύεται (άρθρο 16§1 του ΚΝ 2190/1920), δεν υπήρχε δυνατότητα χορήγησης τόκων από το προνόμιο των μετοχών σε τριμηνιαία βάση όπως υποσχέθηκαν, η εταιρία δεν ήταν εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) του Ν. 2396/1996 και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες δεν είχαν αρχίσει οι διαδικασίες εισαγωγής της στο χρηματιστήριο ούτε υπήρχαν οι προϋποθέσεις. Για να ενισχύσουν δε την πλάνη τους, συνέταξαν και παρέδωσαν στους εγκαλούντες και προσωρινό τίτλο μετοχών υπογραμμένο από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους, με τον τίτλο δε αυτό βεβαίωναν ψευδώς, δεδομένου ότι η απόφαση της Γ.Σ ή του Δ.Σ για έκδοση τίτλων ουδέποτε είχε ληφθεί για την υπογραφή παρόμοιων τίτλων, ότι ο εγκαλών Ψ2 είχε αποτιμήσει 3.500 προνομιούχες χωρίς δικαίωμα ψήφου, μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 10.000 δρχ. που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν από τους εγκαλούντες κεφάλαιο.
Η συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων καταδεικνύει τον βαθμό του δόλου τους και ότι ενήργησαν από την αρχή με βάση οργανωμένο σχέδιο προσέλκυσης επενδυτών με απατηλά μέσα για την απόσπαση σημαντικών κεφαλαίων προς ίδιο όφελος. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι στις 30-11-1996 είχε πράγματι ληφθεί από την Γ.Σ της εταιρίας απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 750.000.000 δρχ. προσκόμιζαν δε προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, το από 30-11-1996 πρακτικό της Γ.Σ στο οποίο αναφέρεται ότι συνήλθε η Γ.Σ των μετόχων στα γραφεία της εταιρίας επί της οδού ... και αποφάσισε την αύξηση του ΜΚ κατά 750.000.000 δρχ. Το πρακτικό όμως αυτό, δεν φέρει βεβαία χρονολογία δεν έχει αποσταλεί στην οικεία Νομαρχία προς έγκριση, όπως ορίζει ο νόμος (άρθρο 26α παρ. 2 ν. 2190/02) και δεν είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προφανώς δε, είχε συνταχθεί εκ των υστέρων ενόψει του γεγονότος ότι στις 30-11-1996 τα γραφεία της εταιρίας ήταν επί της οδού ... ενώ η μεταφορά τους επί της ... που αναφέρεται στο προσκομιζόμενο πρακτικό, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αποφασίστηκε στις 12-11-1997. πρέπει να σημειωθεί ότι το αρχικό ΜΚ της εταιρίας εκ δραχμών 10.000.000 δρχ. αυξήθηκε με αποφάσεις της Γ.Σ της εταιρίας κατά 40.000.000 δρχ. στις 12-12-1998, κατά 200.000.000 δρχ. με κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού στις 21-10-96, και κατά 250.000.000 δρχ. στις 31-12-1997 και έτσι ανήλθε στο συνολικό ποσό των 500.000.000 δρχ. Η καταβολή του ποσού των 40.250.000 δρχ. δια της παρακαταθέσεώς του, στο Τ.Π.Δ υπέρ των εγκαλούντων μετά την άσκηση της μήνυσης...δεν αποτελεί οικειοθελή και πλήρη ικανοποίηση των παθόντων και δεν εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης των κατηγορουμένων ο κακουργηματικός χαρακτήρας της οποίας αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή του άρθρου 393§2 ΠΚ. Περαιτέρω, τα διατεινόμενα από την δεύτερη κατ/νη Χ2, ότι η συμμετοχή της στην εν λόγω εταιρία είχε τυπικό χαρακτήρα και ότι δεν είχε συμμετοχή στην πράξη της απάτης που της αποδίδεται και στις εν γένει δραστηριότητες της εταιρίας, δεν είναι βάσιμα. Αντίθετα η κατ/νη ήταν από τους βασικούς μετόχους της εταιρίας, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου με αποφασιστική συμμετοχή στις πράξεις της εταιρίας (εξέδιδε τίτλους μετοχών, μεταβίβαζε μετοχές, μετέβαινε στη Θεσ/νίκη για τις εκεί δραστηριότητες της εταιρίας κλπ). Ενώψει των ανωτέρω πρέπει οι παραπάνω, πρώτος και δεύτερη των κατηγορουμένων, να κηρυχθούν ένοχοι κατά συναυτουργία της απάτης κατ' εξακολούθηση από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό παράνομο όφελος και αντίστοιχη ζημία των παθόντων που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Οι μερικότερες πράξεις των κατηγορουμένων συνδέονται με ενότητα δόλου συγκροτώντας κατ' εξακολούθηση έγκλημα απάτης που διαπράχθηκε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλλημένη τέλεση, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, και κατά συνήθεια αφού από την επανειλλημένη τέλεση της πράξης της απάτης μαρτυρείται και σταθερή ροπή των υπαιτίων στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο τη προσωπικότητάς τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το σε πρώτο βαθμό δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για απάτη κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία, επί υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και με αντίστοιχη ζημία που προξένησαν, που το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ανέρχεται σε 35.000.000 δραχμές) και αφού αναγνώρισε στους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 κ, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του για τους αναιρεσείοντες κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ακόμη αναφέρεται ότι από τη διάπραξη της ως άνω απάτης από κοινού από τους αναιρεσείοντες κατ' εξακολούθηση και όχι άπαξ, το συνολικό όφελος αυτών και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων-πολιτικώς εναγόντων (Ψ1 και Ψ2) υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 Ευρώ) - 25.000.000 δραχμές την 10-2-1997 και 10.000.000 δραχμές την 15-9-1998. Επίσης αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένά η συνδρομή στο πρόσωπο των δύο αναιρεσειόντων σωρευτικά και των επιβαρυντικών περιστάσεων: α) της κατ' επάγγελμα μη τέλεσης της απάτης με την εξαπάτηση με τον ίδιο τρόπο που εξαπάτησαν τους πολιτικώς ενάγοντες και άλλων προσώπων ... και β) της κατά συνήθεια τέλεσης, αφού από την κατ' επανάληψη ως πιο πάνω τέλεση της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή αυτών στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 25-5-2009 δύο αιτήσεις: 1) του Χ1 και 2) της Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.

Απορρίπτει τις πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή