Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1336 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών ΑΠ 1867/2006. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, την από 2-10-2001 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της προδικασίας, κατόπιν ανακριτικής παραγγελίας, ενόψει του προβληθέντος απ' αυτόν ισχυρισμού ότι ήταν τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, και η οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ήταν απολύτως άκυρη, αφού παραβιάστηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1729/1987 σχετικά με το χρόνο της εξετάσεώς του από τον άνω ιατροδικαστή, που εν προκειμένω, έγινε πέντε 24ωρα, μετά τη σύλληψή του από τα αστυνομικά όργανα. Διότι η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν έγινε. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Απορρίπτει.




Αριθμός 1336/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της 1454/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1386/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το Δικαστικό Συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών ...", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2161/1993 και ήδη κωδικοποιήθηκε με το ν. 3459/2006 (άρθρο 30 ΚΝΝ), "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του νόμου αυτού. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορούμενου ή κατάδικου διαπιστώνεται από το δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ψυχιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και εργαστηριακή εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, καθώς και το είδος και η έκταση αυτής κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 3 ... 3. Ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής εντός 24 ωρών από τη σύλληψή του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται το αργότερο εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή την αρχική απολογία του δράστη. Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 48 ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεσή τους όσο το δυνατόν ταχύτερα ...". Όμως, η μη τήρηση των πιο πάνω διατάξεων για τη διενέργεια, κατόπιν εντολής του Ανακριτή μετά την υποβολή ισχυρισμού του για παραβάσεις του ν. 1729/1987 κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής, της ειρημένης ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και δη αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της, δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στον πιο πάνω νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1454/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι στη ... στις 27-9-2001 τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής, χωρίς να είναι τοξικομανής, ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ότι κατείχε αυτός στη μεν οικία του: α) 4 δέματα με χασίς σε φούντα, συνολικού βάρους 2.940,8 γραμμαρίων, β) 2 σακουλάκια με κοκαΐνη, συνολικού βάρους 95,5 γραμμαρίων, και γ) 3 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο, συνολικού βάρους 501,5 γραμμαρίων, μέσα δε στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του: α) 5 τεμάχια χασίς σε πλακίδιο, συνολικού βάρους 23,5 γραμμαρίων, β) 2 μικροδέματα με κοκαΐνη, συνολικού βάρους 4,4 γραμμαρίων, γ) 5 μικροδέματα με χασίς σε φούντα, συνολικού βάρους 16,9 γραμμαρίων, και δ) 2 αυτοσχέδια τσιγαριλίκια εμπλουτισμένα με χασίς σε φούντα, και καταδικάσθηκε δε αυτός σε ποινή καθείρξεως 17 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, παρά τις αντιρρήσεις του, την από 2-10-2001 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού Ιατροδικαστή ..., που είχε διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της προδικασίας, κατόπιν ανακριτικής παραγγελίας, ενόψει του προβληθέντος απ' αυτόν (αναιρεσείοντα κατηγορούμενο) ισχυρισμού ότι ήταν τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, και η οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ήταν απολύτως άκυρη, αφού παραβιάστηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1729/1987 σχετικά με το χρόνο της εξετάσεώς του από τον άνω Ιατροδικαστή, που, εν προκειμένω, έγινε πέντε 24ωρα, μετά τη σύλληψή του από τα αστυνομικά όργανα στις 27-9-2001. Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 2 και 3 του ν. 1729/1987 για τη διενέργεια της ειρημένης ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα, η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ανάγεται στην προδικασία, θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Επομένως, πρέπει ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβασίμων αυτοτελών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, όταν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, δηλαδή ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν δύναται να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη με αριθ. 1454/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων προέβαλε, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι ήταν αυτός τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως κατοχής ναρκωτικών. Το Πενταμελές Εφετείο, δικάσαν μετ' αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, γιατί είχε απορρίψει χωρίς ειδική αιτιολογία τον προβληθέντα περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ζήτημα και μόνο για το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση σε νέα κρίση, απέρριψε, και πάλι, κατά πλειοψηφία, με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 παρ. 1 του ΝΔ 743/1970 και 15 του Ν. 2161/1993, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 13 του Ν. 1729/ 1987) τοξικομανείς θεωρούνται όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Η ιδιότητα του κατηγορουμένου ή καταδίκου ως τοξικομανούς διαπιστώνεται, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ΝΔ 743/1970, με πραγματογνωμοσύνη της αρμοδίας ιατροδικαστικής υπηρεσίας η οποία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτός αν οι αρμόδιοι πραγματογνώμονες έχουν αποφανθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Το ίδιο, με αποκλίνουσα διατύπωση, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2116/1993, που ορίζει ότι "η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορουμένου ή καταδίκου διαπιστώνεται από το δικαστήριο". Για τον περιορισμό δε των καταχρήσεων, που είχαν διαπιστωθεί στο παρελθόν σε σχέση με το χαρακτηρισμό ως τοξικομανών σε αρκετές περιπτώσεις ιατροδικαστικών εκθέσεων ατόμων που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την έννοια του νόμου, η ίδια διάταξη επέβαλε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης "από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, από τις ψυχιατρικές κλινικές και τα Εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας των ΑΕΙ της Χώρας, τις ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, εφόσον διαθέτουν ειδικά εργαστήρια ή από νομαρχιακά ή περιφερειακά νοσοκομεία που έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν τέτοια πραγματογνωμοσύνη με αντίστοιχες κλινικές και εργαστήρια και διεξάγεται σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης", στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής ο ενεργών την προανάκριση ή ανάκριση, διατάσσει υποχρεωτικά εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή απολογία του κατηγορουμένου πραγματογνωμοσύνης η οποία ενεργείται εντός 48 ωρών από τη γνωστοποίηση της σχετικής παραγγελίας, οι δε πραγματογνώμονες αν αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση "πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο) την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και, αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό". Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, η τοξικομανία είναι κατάσταση εξάρτησης από τα ναρκωτικά, που συνίσταται στη χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού. Οι κύριες συνέπειές της είναι τόσο η ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης όσο και η δημιουργία μιας ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης με τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία. Η εξάρτηση αυτή δεν μπορεί να παραμεριστεί μόνο με τη θέληση του ατόμου, αλλά απαιτεί ειδική θεραπευτική μεταχείριση. Χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης τους και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής (βλ. ΑΠ 683/95 ΠΧ ΜΕ1258, ΕΑ 1587/95 ΠΧ ΜΣΤ 279, ΕΑ 1587/95 ΠΧ ΜΣΤ 279). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αυτοτελή αίτημα να χαρακτηρισθεί "τοξικομανής", ως εξαρτώμενος από τη ναρκωτική ουσία κοκαΐνη, και να του επιβληθούν οι κατά νόμον προβλεπόμενες ποινές με τη συνδρομή της ιδιότητας αυτής. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, της υπ' αριθμ. 882-8S3/2005 απόφασης της δευτεροβάθμιας δίκης και της υπ' αριθμ. 1867/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, από την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία δε διαπιστώνεται ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο τέλεσης των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, οι εν λόγω προϋποθέσεις του νόμου για τον χαρακτηρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Ειδικότερα, αυτός μετά τη σύλληψή του, σε εκτέλεση της ... παραγγελίας του Γ' Ανακριτή Θεσσαλονίκης, διεξήχθη πραγματογνωμοσύνη και διαπιστώθηκε ότι έκανε μεν χρήση χασίς, κλινικώς όμως δεν παρουσίαζε φαινόμενα στέρησης ώστε να χαρακτηριστεί εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες άτομο, που χρειάζεται θεραπεία (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... έκθεση του Ιατροδικαστή ...). Εξάλλου και στο χρόνο κράτησής του, που επακολούθησε, μέχρι και το έτος 2004 δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα, όπως έντονες σωματικές διαταραχές, που καταδεικνύουν την εξάρτηση από την παραπάνω ή άλλες ναρκωτικές ουσίες σε βαθμό που ο χρήστης τους δεν μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις. Τέτοια στερητικά φαινόμενα στον κατηγορούμενο δεν αναφέρονται κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των τριών περίπου ετών μετά τη σύλληψή του. Στο γεγονός αυτό, προεχόντως (ότι δηλαδή για το χρονικό αυτό διάστημα δεν παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα), αλλά και στο συμπέρασμα του προαναφερόμενου ιατροδικαστή, το Δικαστήριο στηρίζει το συμπέρασμά του ότι ο κατηγορούμενος, αν και έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεν ήταν τοξικομανής με την έννοια του νόμου (άρθρο 13 του Ν. 1729/87), που τον θέλει εξαρτημένο και ανίκανο με δικές του δυνάμεις να αποβάλει την έξη της χρήσης των ουσιών αυτών. Για το ίδιο ζήτημα και προς ενίσχυση του υπό κρίση αυτοτελούς ισχυρισμού του, ο κατηγορούμενος προσκομίζει τα εξής σχετικά έγγραφα: 1) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του ..., Ψυχιάτρου της Φυλακής ..., σύμφωνα με την οποία πληρεί αυτός τρία τουλάχιστον από το νόμο προβλεπόμενα κριτήρια για να θεωρηθεί εξαρτημένος από διάφορες ναρκωτικές ουσίες. 2) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Διευθυντή του Κέντρου Υγείας ..., σύμφωνα με την οποία στις 9.10.2002 εξετάστηκε (ο κατηγορούμενος) στο ιατρείο ΩΡΛ και η εικόνα του ρινοσκοπικώς πιθανόν να οφειλόταν στη χρήση τοξικών ουσιών. 3) Την από 16.10.2007 Βεβαίωση του ..., Χειρουργού Οδοντίατρου, σύμφωνα με την οποία από τις κατά το παρελθόν προσθετικές εργασίες, που πραγματοποίησε στις οδοντοστοιχίες του (κατηγορουμένου) διαμόρφωσε τη γνώμη ότι η πτώση ολόκληρων οδόντων οφείλεται στη μακροχρόνια χρήση τοξικών ουσιών. 4) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Υπεύθυνου του Θεραπευτικού Προγράμματος Κρατουμένων του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.), από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να παρακολουθεί το πρόγραμμα αυτό από 2.10.2006, 5) Την υπ' αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του ..., Ψυχιάτρου στη Δικαστική Φυλακή ..., σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος, ο οποίος νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων από 31.3.2006, είναι άτομο εξαρτημένο από διάφορες ναρκωτικές ουσίες, 6) Την από 15.3.2000 Γνωμάτευση του ..., Ψυχιάτρου (μάρτυρα υπεράσπισης), σύμφωνα με την οποία συμπτώματα καταθλιπτικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου αποδίδονται στη χρήση τοξικών ουσιών. Και 7) οι από 13.6.2002 και 6.2.2003 Γνωματεύσεις των ... και ..., Νευρολόγων Ψυχιάτρων, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένη προσωπικότητα, που, κατά το ιστορικό του άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών από την εφηβική του ηλικία, παρουσίαζε επεισόδια κατάθλιψης με αυτοκτονικότητα (αϋπνίες, εσωτερική ανησυχία, κρίσεις κλάματος) και στην κατάσταση αυτή χρειαζόταν άμεση ψυχιατρική παρακολούθηση με ψυχοφαρμακοθεραπεία. Τα πιο πάνω αναφερόμενα ιατρικά έγγραφα, ενόψει του χρόνου που εκδόθηκαν και αφορούν, δεν κρίνονται πρόσφορα για την απόδειξη της επικαλούμενης από τον κατηγορούμενο τοξικομανίας του κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων του (27.9.2001). Πέραν τούτου, από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι κατά το χρόνο αυτόν έγιναν ποτέ εξετάσεις για το επίμαχο ζήτημα, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, αντίθετα με την αρνητική γι' αυτό διάγνωση του πιο πάνω αναφερόμενου ιατροδικαστή, ο οποίος, ενεργώντας νόμιμα, διενήργησε τη σχετική πραγματογνωμοσύνη. Ύστερα από αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων που διέπραξε δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από κοκαΐνη ή άλλες ναρκωτικές ουσίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός ισχυρισμός του".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, απέρριψε τον περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Αναφέρονται δε σε αυτή κατ' είδος τα όλα αποδεικτικά μέσα (αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά αποφάσεων, αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και απολογία του κατηγορουμένου) που συνεκτιμήθηκαν και τα από αυτά ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, μετά παραδοχή ως βασίμου του σαφούς και αιτιολογημένου πορίσματος της ειρημένης από 2-10-2001 εκθέσεως ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον Ανακριτή ειδικού Ιατροδικαστή ..., που κατέθεσε και ως μάρτυρας και που εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 2-10-2001, πέντε ημέρες μετά τη σύλληψή του, για τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των στοιχείων που θεμελιώνουν κατά το νόμο τον ισχυρισμό του περί τοξικομανίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως των άνω εγκλημάτων (27-9-2001), χωρίς να δέχεται ότι συντρέχει δεσμευτικότητα στη κρίση του Δικαστηρίου, από το αρνητικό για τον κατηγορούμενο ως άνω πόρισμα της διενεργηθείσας ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ινδικής κάνναβης και όχι κοκαΐνης, που υπεστήριξε, ότι από την πραγματογνωμοσύνη συνάγεται ότι εξετάσθηκε και κλινικά δεν παρουσίαζε φαινόμενα στέρησης, ώστε να χαρακτηρισθεί εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες άτομο, που χρειάζεται θεραπεία, προσθέτως δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ούτε και κατά το χρονικό διάστημα της κρατήσεώς του που επακολούθησε της συλλήψεως μέχρι και το έτος 2004, δεν αποδείχθηκε ότι παρουσίαζε στερητικά φαινόμενα, όπως έντονες σωματικές διαταραχές, που καταδεικνύουν την εξάρτηση από την παραπάνω ή άλλες ναρκωτικές ουσίες σε βαθμό, που ο χρήστης τους να μη μπορεί να αποβάλει την έξη με τις δικές του δυνάμεις. Επίσης το Δικαστήριο αναφέρει ρητά ότι έλαβε υπόψη του όλες και τις οκτώ από τον κατηγορούμενο προσκομισθείσες και αναγνωσθείσες ιατρικές γνωματεύσεις- βεβαιώσεις, τις οποίες μνημονεύει κατά τον τίτλο τους και το συμπέρασμά τους σε περίληψη και τις οποίες, ως ιατρικά ιδιωτικά έγγραφα, που εκδόθηκαν με επιμέλεια του κατηγορουμένου, αιτιολογεί, αντικρούοντας τα ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο σημεία τους, ότι "δεν κρίνει πρόσφορα για την απόδειξη της επικαλούμενης κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών (27-9-2001) τοξικομανίας του κατηγορουμένου, διότι αναφέρονται σε διαφορετικό χρόνο που εκδόθηκαν και αφορούν και διότι από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι κατά το χρόνο αυτόν έγιναν ποτέ εξετάσεις για το επίμαχο ζήτημα, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου περί ναρκωτικών". Επίσης, από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να στηρίξει την παραπάνω απορριπτική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, όπως τα προαναφερθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ..., καθηγητή ιατροδικαστικής ΑΠΘ, ..., ιατροδικαστή - πραγματογνώμονος, επίκουρου καθηγητή ιατροδικαστικής ΑΠΘ και ..., ιατρού νευρολόγου- ψυχιάτρου και όχι ορισμένα μόνον από αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα στα παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα και τις παραπάνω μαρτυρικές καταθέσεις, δε σημαίνει ότι τις αγνόησε, ενώ το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφερθεί ένα προς ένα σε αυτά τα μέσα. Επίσης, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο στην απορριπτική κρίση όσον αφορά τη μη αποδοχή των ευνοϊκών για τον κατηγορούμενο πιο πάνω ψυχιατρικών κλπ γνωματεύσεων που έγιναν με επιμέλειά του.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 14/8-8-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1454/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ