Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1176 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1176/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Λαγιανδρέου, περί αναιρέσεως της 4175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1826/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
Ρ<
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τον Εισαγγελέα των λόγων της εφέσεως, στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη δέχεται τυπικά και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παραγρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4175/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το εν λόγω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την υπ' αριθμ.204/6-8-2007 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών κατά της 1053/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Στην ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο, αναφέρεται ότι ο εκκαλών Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της προδιαληφθείσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση δια του τύπου και απλή (δια τηλεοπτικού σταθμού) και της εξύβρισης δια του τύπου και απλή (δια τηλεοπτικού μέσου) αιτούμενος την παραδοχή αυτής, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την κήρυξη του κατηγορουμένου Χ ενόχου τουλάχιστον για την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης (άρθρ. 362 Π.Κ.) κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας "διότι δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αυτά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία ο κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σε αυτών αξιόποινων πράξεων, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν σε συνδ. με την απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου αποδείχθηκε ότι αυτός τέλεσε τουλάχιστον την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης (αρθρ. 362 ΠΚ) κατά επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου.
Ειδικότερα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ με την ιδιότητα του δημοσιογράφου στις 2-10-2006 στην τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει ο ίδιος ως δημοσιογράφος στον τηλεοπτικό σταθμό "..." με τον τίτλο "..." ισχυρίστηκε ενώπιον των τηλεθεατών της εν λόγω εκπομπής ότι ο εγκαλών ... ως Νομάρχης .... και κατά τη θητεία του εκμεταλλευόμενος το πολιτικό του αξίωμα, ανέθετε στους δυο υιούς του - δικηγόρους και σε άλλους συγγενείς του υποθέσεις της Νομαρχίας σε βάρος άλλων υποψηφίων δικηγόρων με τα ίδια ή μεγαλύτερα προσόντα, κάνοντας δε ο κατηγορούμενος πρόσθετη αναφορά σε άρθρο, που δημοσίευσε για το ίδιο ζήτημα η τότε νομαρχιακή σύμβουλος .... σε πρωτοσέλιδο της τοπικής εφημερίδας "...." με τίτλο "Νομαρχονομική οικογένεια" υιοθετώντας και επιδοκιμάζοντας το εν λόγω άρθρο και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτό και χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά του εγκαλούντα "ανήθικη"." Έτσι όπως έχει η έφεση του πιο πάνω Εισαγγελέα, περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα σχετική έκθεση εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της συκοφαντικής δυσφημήσεως και, επί πλέον, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της δυσφήμησης, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Μετά από αυτά, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών και επιλήφθηκε της κατ'ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη, γραπτά ή προφορικά, για κάποιον άλλο λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' και δ' του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης αν οι σχετικές εκδηλώσεις έγιναν για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (π.χ. κρίσεις περί της αξίας και των προτερημάτων δημοσίου ανδρός) και δεν προκύπτει σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου και ο οποίος υπάρχει όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση και χρονική στιγμή πραγματικά αναγκαίος, κατ' αντικειμενική κρίση, για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη για την εκτέλεση του νομίμου καθήκοντός του ή για την προστασία του δικαιώματός του ή για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του ή τέλος για τη διατύπωση της κρίσης του για την αξία και τα προτερήματα δημοσίου ανδρός και που, ενώ το γνώριζε, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλλει την τιμή άλλου. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορόν του και τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 .Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από όλα τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 2-10-2006, στην εκπομπή που παρουσιάζει, ως δημοσιογράφος στον τηλεοπτικό σταθμό "....", με τον τίτλο "....", έκανε αναφορά σε άρθρο που δημοσίευσε η νομαρχιακή σύμβουλος .... σε πρωτοσέλιδο της τοπικής εφημερίδος "....", με τίτλο "Νομαρχιακή οικογένεια" και το οποίο αναφέρονταν σε αναθέσεις από τον εγκαλούντα τότε Νομάρχη ... σε συγγενικά του πρόσωπα υποθέσεων της Νομαρχίας και συγκεκριμένα ευθέως είχε κάνει αναφορά στο δημοσίευμα, το οποίο κατέγραψε αναλυτικά σε πόσες περιπτώσεις είχε εκπροσωπηθεί η Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση από συγγενικά πρόσωπα του Νομάρχη κατά τα έτη 2005-06,ήτοι δύο φορές από τον ...., μια φορά από τον .... και τρεις φορές από τον ..... Η επανάληψη του περιεχομένου του εν λόγω δημοσιεύματος που είναι όμως γεγονός αληθινό, αποκλείει την καταδίκη του κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση αλλά και για απλή δυσφήμηση. Η απαξία όμως με την οποία εκφράστηκε ο κατηγορούμενος για την συμπεριφορά του εγκαλούντος την οποία απεκάλεσε στην συγκεκριμένη εκπομπή "ανήθικη" και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβη το εν λόγω περιστατικό (σχολιασμός σε μία τηλεοπτική εκπομπή) υπερβαίνουν κατά πολύ το επιβαλλόμενο μέτρο για να εκφραστεί ως δημοσιογράφος αυτός (κατηγορούμενος) και είχε ως αποτέλεσμα να προσβάλλει την τιμή του εγκαλούντος, ως δημοσίου προσώπου, πολιτικού και ως ανθρώπου. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει, σύμφωνα με την γνώμη που πλειοψήφισε στο παρόν δικαστήριο, να κηρυχθεί ένοχος εξύβρισης κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμισης που τελέσθηκε δια τηλεοπτικού μέσου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου, 361 παρ. 1 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού δεν απέδωσε σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ούτε έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμό αιτιολογικού και σκεπτικού, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως ο μεν κατηγορούμενος στην απολογία του δήλωσε ότι "Εγώ είπα ότι αν αυτά συμβαίνουν είναι ανήθικα. Η συμπεριφορά αυτή είναι ανήθικη. Εμείς οι δημοσιογράφοι δεχόμαστε πολλά ερεθίσματα και αν δεν τα βγάλουμε στο φως ο κόσμος λέει ότι κάναμε γαργάρα. Εγώ μίλησα για τον άρχοντα, δεν είναι μόνο ο Νομάρχης τέτοιος. Εγώ έθεσα ερωτήματα. Ως δημοσιογράφος είχα καθήκον και υποχρέωση να μεταφέρω όσα κατήγγειλαν οι νομαρχιακοί σύμβουλοι. Δεν τόλμησα να καταφερθώ ευθέως κατά του Νομάρχη ο δε συνήγορος αυτού κατά την αγόρευσή του "ζήτησε την αθώωση αυτού κατά τη διάταξη του άρθρου 367 Π.Κ.". Οι δηλώσεις αυτές δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον εκ του 367 παρ.1 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό για άρση του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως αφού δεν αποτελούν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του προβαλλομένου από τον αναιρεσείοντα ενδιαφέροντος, ούτε ο επιδιωκόμενος από αυτόν ως άνω σκοπός μπορούσε να εξυπηρετηθεί από την παραπάνω εξυβριστική φράση και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει τον ως άνω αόριστο ισχυρισμό περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 Π.Κ. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (και υπό τη μορφή της εκ πλαγίου παράβασης) της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Η' υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή παραβαίνοντας αυτά που ορίζουν τα άρθρα 65 παρ. 1 και 66 παρ. 1, δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δε δόθηκε άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την υπέρβαση εξουσίας γιατί ο ασκήσας την έφεση εισαγγελέας ζήτησε να δικασθεί ο κατηγορούμενος από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τουλάχιστον για την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης και επομένως δεν ζητούσε την καταδίκη του για εξύβριση. Όμως με την ως άνω αιτίαση δεν στοιχειοθετείται ο λόγος της υπέρβασης εξουσίας και ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η εξύβριση αποτελεί επικουρικό αδίκημα έναντι της δυσφήμησης και επομένως στην έφεση του εισαγγελέα συμπεριλαμβάνονταν η καταδίκη του αναιρεσείοντος και για την πράξη αυτή. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 59/7-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4175/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή