Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2446 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2446/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 1741/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 21 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1216/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 α και 510 παρ. ΙΑ του ΚΠΔ προκύπτει ότι λόγο αναιρέσεως της απόφασης ιδρύει η κακή σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που την καθορίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 14 παρ. 3 ΚΠΔ στην οποία ορίζεται ότι ο δικαστής που συνέπραξε στην έκδοση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις λοιπές των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων προκύπτει ότι δεν απαγορεύεται και δη επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας να μετέχει της σύνθεσης του μετ' αναίρεση δικαστηρίου παραπομπής δικαστής ο οποίος συμμετείχε της σύνθεσης του δικαστηρίου που εξέδωσε αναβλητική απόφαση σε δίκη που προηγήθηκε αυτής καθόσον ο δικαστής που εξέδωσε την αναβλητική απόφαση δεν είχε εκφέρει κρίση που να δημιουργεί αμφιβολίες για την αμεροληψία του στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής. Αντίθετη άποψη θα υπερακόντιζε τη θέληση του νομοθέτη διότι η άνω διάταξη της παρ.3 του άρθρου 14 ΚΠΔ είναι σαφής και δεν επιτρέπει αναλογική εφαρμογή σε άλλες περιπτώσεις πέραν εκείνων που περιοριστικώς καλύπτονται από αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκδίκαση εφέσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μετείχε ως Πρόεδρος αυτού η Εφέτης ... και το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθ. 1035/2007 αναβλητική απόφαση για κρείσσονες αποδείξεις. Κατά τη νέα εκδίκαση της υπόθεσης στο άνω Δικαστήριο εκδόθηκε η 3611/2007 αθωωτική απόφαση, η οποία μετά από άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε με την 2486/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Το μετ' αναίρεση Δικαστήριο της παραπομπής, ήτοι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την προσβαλλόμενη 1741/2009 καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση. Στο Δικαστήριο αυτό συμμετείχε ως Πρόεδρος η άνω Εφέτης, η οποία συμμετείχε ως ελέχθη και στην προηγούμενη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η άνω αναβλητική απόφαση. Εν όψει αυτών, η συμμετοχή στο Δικαστήριο της παραπομπής της άνω Εφέτου δεν συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και επομένως ο πρώτος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Απόλυτη ακυρότητα, η οποία καθιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επιφέρει κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας διατάξεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 Κ.Π.Δ., παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως της ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατήγορου μενού ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ. ε' του ΚΠΔ, κατά την οποία σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το εφετείο και εάν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο, κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δέκτη από αυτό. Περαιτέρω, αν για οποιονδήποτε λόγο αναιρεθεί στο σύνολο της η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, νομίμως κατ' αυτήν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο παθών και αξιώνει την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον την αξίωση του αυτή είχε υποβάλει στο πρωτόδικο δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου της παραπομπής και ότι τούτο υπερέβη την εξουσία του διότι η παθούσα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής με την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω χρηματικής βλάβης, η οποία και της επιδικάστηκε, ενώ η δήλωση της έπρεπε να περιοριστεί μόνο στην υποστήριξη της κατηγορίας, διότι η αναιρεθείσα απόφαση ήταν αθωωτική. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι η πρωτόδικη 3960/ 2006 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα, στη δίκη δε εκείνη, η παθούσα είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για ηθική βλάβη ποσού 10 ευρώ με επιφύλαξη, η οποία και της είχε επιδικαστεί.
Συνεπώς, με την επανάληψη της σχετικής δηλώσεως στο δικαστήριο της παραπομπής, η πολιτικώς ενάγουσα είχε το δικαίωμα να αξιώσει την επιδίκαση της άνω χρηματικής ικανοποιήσεως και συνεπώς η επιδίκαση του δεν δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ούτε υπέρβαση εξουσίας τούτου. Επομένως οι άνω εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α και Η ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Η δικαστική απόφαση δε στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αιτιολογίας εκ της μη ειδικής αναφοράς στο σκεπτικό της εκθέσεως αυτοψίας, όταν αυτή δεν διετάχθη από το δικαστήριο οπότε δεν αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσο αλλά παραδεκτά εκτιμάται ως απλό έγγραφο.
Συνεπώς ο τέταρτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα εκ του ότι δεν μνημονεύεται ιδιαιτέρως στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η από 28-03-2002 έκθεση αυτοψίας της τεχνικής επιθεωρήτριας εργασίας ... είναι αβάσιμος διότι η έκθεση αυτή συνετάγη χωρίς δικαστική διαταγή και συνεπώς παραδεκτώς εκτιμήθηκε ως απλό έγγραφο μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το "ποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπροφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια επιβάλλει ο νόμος 1568/ 1985 "Περί υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων" στον τεχνικό ασφαλείας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 του νόμου τούτου ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές γραπτά ή προφορικά σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. Κατά δε το άρθρο 7 παρ.1 του αυτού νόμου, ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, προσδιορίζει επακριβώς τα πλαίσια ενεργείας του τεχνικού ασφαλείας, ο οποίος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας έχει υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Ο έλεγχος του επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται από αυτόν η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας. Η κατά νόμον συμμόρφωση του τεχνικού ασφαλείας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη να πραγματοποιήσει το δυνατόν ταχύτερο τα όσα υποδεικνύονται από τον τεχνικό ασφαλείας. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή Λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1741/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "o κατηγορούμενος στις 24.2.2002 ενώ ήταν τεχνικός ασφαλείας της εταιρίας "EUROMEDIKA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", και ήταν υποχρεωμένος να επιθεωρεί τους τόπους εργασίας της κλινικής "Ζ" επί της ... και από πλευράς ασφαλείας και να αναφέρει στον εργοδότη του οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων ασφαλείας και να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν έλαβε τα αναγκαία και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας και δεν φρόντισε για την συντήρηση και ασφαλή λειτουργία της δίφυλλης πόρτας που παρεμβάλλεται μεταξύ του διαδρόμου του ισόγειου και του καρδιολογικού τμήματος της ως άνω κλινικής που παρουσίαζε ελαττωματική λειτουργία, καθόσον στο ένα φύλλο αυτής είχε αποσυνδεθεί το μεταλλικό κάλυμμα του συστήματος συγκράτησης του πύρου στο πάνω μέρος του κουφώματος της πόρτας, με αποτέλεσμα όταν η νοσηλεύτρια της κλινικής Ψ περί ώρα 07.00 της 24.2.2002 επιχείρησε να κλείσει το φύλλο αυτής της πόρτας, αυτό αποσυνδέθηκε παντελώς από το σύστημα συγκράτησης του πάνω πύρου και πέφτοντας πάνω στο σώμα της την τραυμάτισε, προξενώντας σε αυτήν εγκεφαλική διάσειση, κάκωση κρανίου-αυχένος και ινιακή κεφαλαλγία αριστερά. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της σωματικής βλάβης σε βάρος της ανωτέρω νοσηλεύτριας-παθούσας, αφού ο τραυματισμός αυτής οφείλεται σε παράλειψη του τεχνικού ασφαλείας (κατηγορουμένου) να ελέγχει τους τόπους εργασίας της κλινικής και να συντηρεί προληπτικά μεταξύ άλλων και το μεταλλικό κάλυμμα του συστήματος συγκράτησης του πύρου της δίφυλλης πόρτας". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της Ψ. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Περαιτέρω διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως του άνω ποινικού αδικήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας με παράλειψη, εγκειμένης στο ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν τεχνικός ασφαλείας της εταιρείας "EUROMEDIKA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και ήταν υποχρεωμένος να επιθεωρεί τους τόπους εργασίας της κλινικής "Ζ" περιοχής ... και από πλευράς ασφαλείας να αναφέρει στον εργοδότη του οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων ασφαλείας και να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν έλαβε τα αναγκαία και προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας και δεν φρόντισε για τη συντήρηση και ασφαλή λειτουργία της δίφυλλης πόρτας που παρεμβάλλεται μεταξύ του διαδρόμου του ισογείου και του καρδιολογικού τμήματος της άνω κλινικής που παρουσίαζε ελαττωματική λειτουργία διότι στο ένα φύλλο της είχε αποσυνδεθεί το μεταλλικό κάλυμμα του συστήματος συγκράτησης του πύρου στο πάνω μέρος του κουφώματος της πόρτας με αποτέλεσμα όταν η παθούσα επιχείρησε να κλείσει το φύλλο αυτό αποσυνδέθηκε παντελώς από το σύστημα συγκράτησης του άνω πύρου και πέφτοντας πάνω στο σώμα της, της επέφερε την αναφερόμενη σωματική βλάβη, η οποία οφείλεται σε παράλειψη του κατηγορουμένου να ελέγχει τους τόπους εργασίας και να συντηρεί προληπτικά και το μεταλλικό κάλυμμα συγκράτησης του πύρου της δίφυλλης πόρτας. Υπό τα δεδομένα αυτά, υπήρχε πράγματι ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποτροπή της σωματικής βλάβης της ανωτέρω παθούσας, η οποία θεμελιώνεται στις άνω διατάξεις και σε εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. α' του ν. 1568/1985, την οποία αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι διατάξεις αυτές επέβαλλαν στον αναιρεσείοντα τον επιτακτικό κανόνα προς αποτροπή του αποτελέσματος τούτου, τον οποίο ο αναιρεσείων παρεβίασε, στη δε αιτιολογία της προσβαλλόμενης διαλαμβάνεται επαρκώς η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τούτου προς αποτροπή του αποτελέσματος αυτού και δεν ήταν αναγκαία και η ειδική μνεία της διατάξεως του άρθρου 15 του ΠΚ (ΑΠ 1220/2008).
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι της αίτησης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-07-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ...και τους από 21-10-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1741/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Noεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή