Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2091 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.




Περίληψη:
Παράβαση αρθρ. 79 ν. 5960/1933 κατά του δράστη της οποίας είχε υποβληθεί έγκληση από ανώνυμη εταιρεία που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και ανέθεσε την εκπροσώπηση της εταιρείας να υποβάλει την έγκληση σε τρίτο δικηγόρο με πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της Α.Ε. το καταστατικό της οποίας περιείχε σχετική ρύθμιση για την ανάθεση της εκπροσώπησης της εταιρείας ή για την ενέργεια ορισμένης πράξεως σε μέλη του ή τρίτους που ενεργούν ως υποκατάστατοι του Δ.Σ. δηλαδή ως καταστατικά όργανα της ανώνυμης εταιρείας και δεν ήταν συνεπώς απαραίτητο το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου που περιείχε τη σχετική απόφαση και το οποίο προσαρτάται στην χειριζόμενη έγκληση να φέρει και βεβαίωση γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, ήτοι των μελών Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας. Κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορούμενου από το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο για το λόγο μη υποβολής νομοτύπως της εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα από το ότι το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με το οποίο ανετέθη στην εξουσιοδοτούμενη δικηγόρο ως υποκατάστατο του άνω οργάνου της ανώνυμης εταιρείας η εντολή να υποβάλει την έγκληση δεν έφερε βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για υπέρβαση εξουσίας. Γίνεται δεκτή η αναίρεση διότι δεν απαιτείτο για την εγκυρότητα της εγκλήσεως, να βεβαιωθεί από πρόσωπα αρμόδια κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η ακρίβεια του πρακτικού του Δ.Σ. της άνω εγκαλούσας εταιρείας για την ανάθεση στην εξουσιοδοτούμενη δικηγόρο να υποβάλει ως εκπροσωπούσα αυτή, την άνω έγκληση και παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη.




Αριθμός 2091/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη, και πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "INFO-QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Καζιάνη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 14/13.3.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση για κάθε απόφαση, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπέρβαση εξουσίας. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/4.6.1996, η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με την προσθήκη παραγράφου 5 με το άνω άρθρο του ν. 2408/96, ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 46 του ιδίου Κώδικα. Στο άρθρο 42 παρ. 2, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι η μήνυση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικόν πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην μήνυση και μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα, στην τελευταία περίπτωση, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημοσία, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου ενεργούντος συλλογικώς", ενώ κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι έν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις" Το άρθρο 22 του ιδίου νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, ότι "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες εκείνων των άρθρων 65, 67, 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, καθορίζοντας το όργανο που εκφράζει την βούληση αυτού του νομικού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 αλληλοσυμπληρώνονται και ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας κατά τρόπον ώστε αυτή να είναι νόμιμη, εφόσον διενεργείται με βάση κάποια από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας. Επιτρέπει να ορισθεί στο καταστατικό της εταιρείας ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή σε άλλα κατονομαζόμενα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνον πράξεις. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3, το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα, για τα οποία είναι δυνατόν να αποφασισθεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνον προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπομένης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Στην περίπτωση που το διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, αναθέτει την εκπροσώπηση της εταιρείας (δικαστικώς ή εξωδίκως), είτε την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι μέλη του ή τρίτοι, ο οριζόμενος ως υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου (μέλος του ή τρίτος) ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής και δεν έχει ανάγκη άλλης ειδικής εγγράφου πληρεξουσιότητας ή δήλωσης εξουσιοδοτήσεως και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του εντολέα, όπου, κατά νόμον, απαιτείται τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση, όπως έχει ανάγκη ο κατά το άρθρο 211 ΑΚ αντιπρόσωπος ή ο κατά το άρθρο 713 ΑΚ εντολοδόχος, για τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, όταν πρόκειται για υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά του δράστη αξιόποινης πράξης σε βάρος της εταιρείας. Στην περίπτωση του τρίτου, που είναι απλός πληρεξούσιος ή εντολοδόχος της ανώνυμης εταιρείας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, που περιέχει την σχετική απόφαση και προσαρτάται στη μήνυση ή έγκληση, πρέπει να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας που παρέχουν την πληρεξουσιότητα για την εντολέα εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006, Ολ. ΑΠ 6/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό, κατά νόμον, όροι. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση η με αριθμό 14/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 3655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Χ για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, για τον λόγο ότι δεν υπεβλήθη νομότυπα η εναντίον αυτού έγκληση εκ μέρους της κομίστριας της μη πληρωθείσης επιταγής, εκδόσεως του κατηγορουμένου, εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία INFO-QUEST Ανώνυμης Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό διοικητικού συμβουλίου που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας (Ολ. ΑΠ 4/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το άρθρο 12 του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "INFO-QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών". Η εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίων και εξωδίκως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, ενεργούντος συλλογικώς. Το ΔΣ έχει το δικαίωμα να αναθέτει εις έν ή πλείονα μέλη αυτού ή εις άλλα πρόσωπα την εκπροσώπηση της εταιρείας, γενικώς ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις, δικαστικάς ή εξωδίκους ...". Με βάση τα ανωτέρω οριζόμενα στο άρθρο 12 του καταστατικού, το ΔΣ της ως άνω εταιρείας κατά την συνεδρίαση της 8.4.2004, στην οποία συμμετείχαν ο Πρόεδρος και τα λοιπά τέσσερα (4) μέλη του, εξουσιοδότησε την δικηγόρο Αθηνών Θεοδώρα Καζιάνη, προκειμένου να εκπροσωπήσει την εταιρεία κατά την υποβολή και εκδίκαση της μήνυσης της εταιρείας κατά του Χ για την εν γνώσει του έκδοση ακαλύπτων επιταγών, και να υποστηρίζει αυτήν ενώπιον του ακροατηρίου. Έτσι, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (άρθρο 12), που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 παρ. 3 μεταβίβαση εξουσιών του, η ως άνω ορισθείσα δικηγόρος είχε την ιδιότητα του υποκαταστάτου του ΔΣ της εταιρείας, δηλαδή θα ενεργούσε ως καταστατικό όργανο εκπροσώπησης της εταιρείας κατά την υποβολή της από 20.5.2004 εγκλήσεως της τελευταίας κατά του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητη η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ΔΣ, για την χορήγηση της εξουσιοδότησης αυτής. Πλην όμως, η πράξη του ΔΣ, με την οποία χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση αυτή δεν είναι επικυρωμένη, αφού το προσκομισθέν απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ δεν είναι επικυρωμένο από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν υπεβλήθη νομότυπα η έγκληση κατά του κατηγορουμένου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη".
Με αυτά, όμως, που εδέχθη το δικαστήριο αυτό, υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα. Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα νομική σκέψη, η δικηγόρος Αθηνών Θεοδώρα Καζιάνη, η οποία υπέβαλε την έγκληση ως εκπροσωπούσα την άνω ανώνυμη εταιρεία ενήργησε όχι ως εντολοδόχος της αλλά ως καταστατικό όργανο αυτής. Διαπιστώνεται και από την παραδεκτή επισκόπηση του καταστατικού της εν λόγω μηνύτριας ανώνυμης εταιρείας, κατά το άρθρο 12 του όπου το ΔΣ δύναται να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρείας και σε ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα, μέλη του ή μη, γενικώς ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις, ότι η άνω δικηγόρος, που υπέβαλε την έγκληση κατά του άνω κατηγορουμένου για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933, ενεργούσε ως καταστατικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας. Δεν απαιτείτο, συνεπώς, για την εγκυρότητα της εγκλήσεως να βεβαιωθεί από πρόσωπα αρμόδια για την έκδοση αντιγράφων, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την αποδεικτική ισχύ των ιδιωτικών εγγράφων η ακρίβεια του άνω πρακτικού, για την απόφαση του ΔΣ της εγκαλούσης ανώνυμης εταιρεία, κατά τη συνεδρίασή του στις 8.4.2004, να ανατεθεί στην δικηγόρο που υπέβαλε την έγκληση η εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας ως προς την συγκεκριμένη ενέργεια από το ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσαρτήθηκε στην υποβληθείσα έγκληση ως απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ της εταιρείας με τις ιδιόχειρες υπογραφές των πέντε μελών του διοικητικού συμβουλίου, η γνησιότητα των οποίων δεν ήταν απαραίτητο να βεβαιωθεί από δικηγόρο ή δημόσια αρχή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠοινΔ, προκειμένου για υποβολή μηνύσεως από ειδικό πληρεξούσιο του εντολέα μηνυτή. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3655/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ