Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 606 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακροάσεως έλλειψη, Παράβαση ταχυδρομικών υπαλλήλων.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 248 ΠΚ (Παραβάσεις Ταχυδρομικών Υπαλλήλων). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη ακροάσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 606/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή, περί αναιρέσεως της 3657/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 248 του ΠΚ, ταχυδρομικός υπάλληλος που παράνομα ανοίγει, υπεξάγει ή καταστρέφει επιστολή ή άλλο αντικείμενο εμπιστευμένο στο ταχυδρομείο και που του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του ή ο οποίος εν γνώσει επιτρέπει σε άλλον να επιχειρήσει μια τέτοια πράξη ή τον βοηθεί σ' αυτό ή γνωστοποιεί σε τρίτον το περιεχόμενο ενός κλειστού τέτοιου αντικειμένου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Ενεργητικό υποκείμενο του παραπάνω εγκλήματος, το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο, μπορεί να είναι μόνον ταχυδρομικός υπάλληλος, επιτετραμένος εκ των καθηκόντων του στην παραλαβή και την αποστολή ή εγχείριση των επιστολών και των άλλων αντικειμένων στους παραλήπτες τους. Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος είναι επιστολή ή άλλο αντικείμενο εμπιστευμένο στο ταχυδρομείο, που είναι προσιτό στον ταχυδρομικό υπάλληλο λόγω της υπηρεσίας του. Άλλο αντικείμενο είναι κάθε αντικείμενο π.χ. δέμα, έντυπο, δείγμα ή οποιοδήποτε άλλο πράγμα, που αποστέλλεται δια του ταχυδρομείου. Η επιστολή και το άλλο αντικείμενο πρέπει να είναι κλεισμένα μέσα σε φάκελο ή σε σφραγισμένο περιτύλιγμα και να έχουν παραδοθεί στο ταχυδρομείο προς αποστολή ή παράδοση σ' εκείνον προς τον οποίο απευθύνονται. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος συνίσταται στο άνοιγμα ή στην υπεξαγωγή ή καταστροφή της επιστολής ή του άλλου αντικειμένου ή στη γνωστοποίηση σε τρίτον του γνωστού στο δράστη, λόγω της υπηρεσίας του, περιεχομένου του κλειστού τέτοιου αντικειμένου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για παράβαση του άρθρου 248 ΠΚ (παραβάσεις ταχυδρομικών υπαλλήλων) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε ως προϊστάμενος του Τμήματος Συναλλαγής στο κεντρικό κατάστημα των Ε.Λ.Τ.Α. στη ... και ήτο βοηθός της Διευθύντριας του καταστήματος Ζ, με την οποία οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, λόγω των πολιτικών αντιθέσεων. Η ανωτέρω διευθύντρια με έγγραφό της προς την περιφερειακή Διεύθυνση Συναλλαγής Αττικής, ανέφερε ότι της καταγγέλθηκε από την καθαρίστρια του καταστήματος ..., ότι έβλεπε τον κατηγορούμενο να παίρνει φακέλους και να τους ελέγχει πηγαίνοντας για κάποιο διάστημα στην τουαλέτα. Στις 4-3-2003, η Ζ, κατόπιν ενημέρωσης από την καθαρίστρια ότι ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε αφαίρεση φακέλου (άσπρου με μπλε σιρίτι) ζήτησε από αυτόν να αδειάσει την τσέπη του και να της δείξε το περιεχόμενο, πράγμα που αυτός αρνήθηκε, θεωρώντας ότι ο έλεγχός τους κατ' αυτόν τον τρόπο στο χώρο δουλειάς του θα τον έκανε "ρεζίλι" και ότι θίγει την προσωπικότητά του. Η διευθύντρια τότε επικοινώνησε με τον προϊστάμενό της Ξ και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να πάνε μαζί στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως για να γίνει εκεί σωματική έρευνα. Όταν του είπε να πάνε μαζί στο Α.Τ. ζήτησε να πάει στη τουαλέτα, πράγμα που έγινε και εν συνεχεία πήγαν μαζί στο Α.Τ. Ακροπόλεως. Εκεί του είπαν ότι εάν κάνει καταγγελία η προϊσταμένη, τότε θα ακολουθήσουν την αυτόφωρη διαδικασία και ζήτησε να βρεί δικηγόρο, που δεν του επετράπη να φύγει αρνείτο όμως στον έλεγχο. Τότε η διευθύντρια τον ρώτησε εάν θέλει να της πει κάτι, πριν αυτή κάνει την καταγγελία, της ζήτησε να βγουν έξω στο προθάλαμο και εκεί παραδέχθηκε ότι είχε πάρει από τη σύνθεση των αποστολών ένα γράμμα, αλλά δεν ήτο τίποτε σπουδαίο, ότι ένας φίλος του (χωρίς να πει το όνομά του) του είχε ζητήσει να πάρει το γράμμα αυτό που απευθυνόταν στη γυναίκα του και να του το δώσει. Όταν τον ρώτησε τι έκανε το γράμμα αυτός της είπε ότι το πέταξε στο κάδο απορριμάτων του Υπουργείου Παιδείας. Τότε του είπε να περιμένουν να φθάσει ο περιφερειακός Διευθυντής, που πράγματι έφθασε μετά από λίγο χρόνο ο Ξ μαζί με τον προϊστάμενο τομέα εσωτερικού ελέγχου, Θ. Όταν ο Ξ ρώτησε τον κατηγορούμενο τι συμβαίνει και τι γράμμα είναι αυτό που πήρε, όπως του είχε αναφέρει τηλεφωνικά η Ζ, του απήντησε ότι το γράμμα που πήρε είναι ανεπαίσθητης αξίας, ότι πρόκειται για γράμμα ενός φίλου του. Τα ανωτέρω άκουσε και επιβεβαίωσε στο ακροατήριο ο παριστάμενος Θ. Πλέον είχαν περάσει δύο περίπου ώρες και όταν έγινε σωματική έρευνα στον κατηγορούμενο ουδέν ανευρέθη, όπως προκύπτει από την έκθεση συμβάντων του Α.Τ. Ακροπόλεως. Από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπεξήγαγε μια επιστολή που ήταν εμπιστευμένη στο ταχυδρομείο στις 4-3-2003, πράγμα που και ο ίδιος παραδέχθηκε μπροστά στην Ζ αλλά και στους Ξ και Θ".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που τέλεσε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 248 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας για να αχθεί στην άνω κρίση του, χωρίς να λάβει υπόψη του και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως τα αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της αποφάσεως και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε μνεία από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφασιν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως ο πρώτος, κατά το αντίθετο προς τ' ανωτέρω μέρος τους, λόγος αναιρέσεως, εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος, και ως προς αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διάταξη 364 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και αυτά που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός εάν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε στο ακροατήριο από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του αίτημα για ανάγνωση των αναφερομένων, στον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο (κατά τα λοιπά) και στο δεύτερο λόγο, εγγράφων και συνεπώς οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων, έλλειψη ακροάσεως από τη μη ανάγνωση και τη μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση τον δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντα τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, όπως εκτιμάται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ. 1 εδαφ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων, δεν δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα, για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν καθιερώνεται τέτοια υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, χωρίς σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, από δε τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε ο ίδιος ή ο συνήγορός του το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, για να ασκήσει το εκ του άνω άρθρου 358 ΠΚ δικαίωμα και εκείνος αρνήθηκε τούτο, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3657/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ