Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 861 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση.




Περίληψη:
Παύει υφ’ όρο κατ’ άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005 την ποινική δίωξη για εξύβριση. Ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη αμέσου δόλου.





Αριθμός 861/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη Ελευθέριο Νικολόπουλο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της 1379-1380/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 186/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3346/2005 παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με εξαίρεση τις πράξεις που αναγράφονται στην παράγραφο 5 (άρθρ. 358 ΠΚ, ν. 690/1945 και άρθρ. 377 Π.Κ. για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση): α) των πταισμάτων και β) υφ' όρο των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δυο ποινές. Στη ρύθμιση αυτή υπάγεται και η αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, εφόσον η απειλούμενη γι' αυτήν ποινή είναι φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και με τις δυο αυτές ποινές (άρθρ. 361 ΠΚ). Επομένως, εάν η πράξη της εξύβρισης έχει τελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3346/2005, ήτοι μέχρι 17-6-2005, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει υφ' όρο η ποινική δίωξη αυτής. Εξάλλου, μετά την κατάφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για το παραδεκτό της έφεσης, αρχίζει η επί ακροατηρίου διαδικασία. Με την έναρξη αυτής, η προσβαλλόμενη απόφαση, μέσα στα πλαίσια των λόγων της έφεσης, ατονεί και η υπόθεση επανέρχεται στην πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης στάση της διαδικασίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεσμευόμενο μόνο από τους λόγους της έφεσης και μη δυνάμενο να χειροτερεύσει τη θέση του εκκαλούντος, εφόσον αυτός είναι ο κατηγορούμενος, αποφασίζει για την υπόθεση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του, ότι δέχεται στο σύνολο ή κατά ένα μέρος την έφεση ή την απορρίπτει.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης, η οποία υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Υπέρβαση δε εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Τέλος, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, οι πιο πάνω δυο αναιρετικοί λόγοι εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, αν κριθεί παραδεκτή η αναίρεση και εμφανιστεί ο αναιρεσείων. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και περιέχει τους ως άνω παραδεκτούς λόγους, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο δικαστήριο δια πληρεξούσιου δικηγόρου. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, το Εφετείο, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και προχώρησε στην κατ' ουσία εξέταση της υπόθεσης, δέχθηκε ανελέγκτως στη συνέχεια πως από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, αποδείχθηκε, εκτός των άλλων, ότι ο αναιρεσείων, στην ........... την 31-5-2000, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, παρουσία σημαντικού αριθμού δικηγόρων, διαδίκων και πολιτών που παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση, ως συνήγορος υπεράσπισης του πελάτη του Γ1, λαμβάνοντας αυθαίρετα το λόγο, προσέβαλε με λόγια την τιμή άλλου, καθώς αποκάλεσε τους αστυνομικούς Ψ1 και Ψ2 "Νταβατζήδες" και "Διεφθαρμένους", καταφρονώντας και υποτιμώντας βάναυσα την προσωπικότητά τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (και) για την πράξη της εξύβρισης, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, που έλαβε χώρα στις 31-5-2000, σε βάρος των ως άνω εγκαλούντων, με τις πιο πάνω προσβλητικές της τιμής των φράσεις, και του επέβαλε για κάθε εξύβριση ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Αλλά, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ανωτέρω πράξη του κατηγορουμένου φέρει το χαρακτηρισμό της εξύβρισης, η οποία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, και ότι η πράξη αυτή είχε τελεστεί (31-5-2000), πριν από τη δημοσίευση του ν. 3346/2005 (17-6-2005), συνέτρεχε περίπτωση παραγραφής του αξιοποίνου αυτής κατά την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του νόμου αυτού. Επομένως, το δικαστήριο εκείνο, που δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη αυτή, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής διάταξης, που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Με το να προχωρήσει δε στη συνέχεια στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την ως άνω πράξη, κατά συρροή και να μην παύσει υφ' όρο την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, κατ' εφαρμογή της ίδιας άνω διάταξης του ν. 3346/2005, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, που επίσης λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και προτείνεται κα από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την καταδίκη του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης και να παύσει υφ' όρο η ποινική δίωξή του γι' αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1379-1380/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά τα ουσιώδη μέρη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή: Την 31-5-2000 διεξαγόταν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης δίκη, με κατηγορούμενο το Γ1, κάτοικο ........, για απείθεια και παράβαση των άρθρων 1 παρ.2 και 9 παρ. 1 του Ν. 392/1976, (λειτουργία CAMPING χωρίς άδεια καταλληλότητας από τον ΕΟΤ). Κατά τη διάρκεια της δίκης και ενώ εξεταζόταν ο μάρτυρας κατηγορίας Ψ2, αστυνομικός, ο ήδη κατηγορούμενος Χ1, δικηγόρος και συνήγορος υπερασπίσεως του ως άνω κατηγορουμένου Γ1, διέκοψε χωρίς την άδεια της Προέδρου του Δικαστηρίου την κατάθεση του μάρτυρα και απευθυνθείς προς αυτόν και προς τον επίσης μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικό Ψ1, ο οποίος είχε εξετασθεί προηγουμένως και παρέμενε στο ακροατήριο, τους εξύβρισε με τις ως άνω φράσεις, που αναφέρονται στην πράξη της εξύβρισης και στη συνέχεια, ενώπιον του πολυπληθούς ακροατηρίου του Δικαστηρίου εκείνου, το οποίο αποτελείτο από αρκετούς δικηγόρους, διαδίκους και άλλους πολίτες, καθώς και από τον προϊστάμενο των αστυνομικών, αξιωματικό τότε της αστυνομίας, ........., διέδωσε εκ προθέσεως εις βάρος των ιδίων αστυνομικών ψευδή γεγονότα και εν γνώσει του ψεύδους των, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή των και ειδικότερα, ότι από κοινού οι εν λόγω αστυνομικοί απήγαγαν από το CAMPING του Γ1, το οποίο βρισκόταν στο ......., μία τουρίστρια για να την απελάσουν και τη βίασαν και ότι την ιδία αξιόποινη πράξη τέλεσαν εις βάρος και άλλων τουριστριών, τις οποίες επιβίβαζαν προς τούτο στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και επέβαλε για κάθε συκοφαντική δυσφήμηση φυλάκιση επτά (7) μηνών και συνολική δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση, όμως, τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει στο σκεπτικό της αποφάσεως, (αλλ' ούτε και στο συμπληρούν αυτό διατακτικό της), ειδική αιτιολογία του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την υπ' αυτού γνώση της αναλήθειας των άνω συκοφαντικών πραγματικών γεγονότων που αυτός ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων. Σε σχέση δε με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, απλώς την περιεχόμενη στο νόμο φράση "εν γνώσει", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικώς και να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, αναφορικά με την άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1379-1380/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παύει υφ' όρο την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου Χ1, του ότι στην ........, στις 31-5-2000, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, παρουσία σημαντικού αριθμού δικηγόρων, διαδίκων και πολιτών, προσέβαλε με λόγια την τιμή άλλου, καθώς αποκάλεσε τους εγκαλούντες αστυνομικούς Ψ1 και Ψ2 "Νταβατζήδες" και "Διεφθαρμένους", καταφρονώντας και υποτιμώντας βαύναυσα την προσωπικότητά τους. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2008.





Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή