Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1829 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1829/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου-Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχο, για αναίρεση της 7205/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 552/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. συνάγεται ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού' β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η προβλεπομένη δε από το άρθρο 393 § 2 του ΠΚ απαλλαγή από την ποινή του υπαιτίου της απάτης, πλημμεληματικού χαρακτήρος, λόγω πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, προϋποθέτει σωρευτικώς πλήρη ικανοποίηση του ζημιωθέντος μέχρι της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας, και δήλωση του ζημιωθέντος ή των κληρονόμων του, περί της ικανοποιήσεως αυτής. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και αυτοί που ασκούν επιρροή στην μείωση της ποινής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 520 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από αυτή που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7205/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Αρχές Δεκεμβρίου 2001 οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων, Χ1 και ..., λειτουργούσαν εν τοις πράγμασι επιχείρηση αρτοποιείου - ζαχαροπλαστείου στο ... και επί της οδού ... που εφέρετο στο όνομα του γιου τους, που εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Κύπρο. Κατά το χρόνο εκείνο οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι για την εν λόγω επιχείρηση δεν είχε εκδοθεί ποτέ και ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί νόμιμα άδεια λειτουργίας, γιατί το κατάστημα δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφού δεν είχαν εκτελεσθεί σ' αυτό οι οικοδομικές εργασίες, σύμφωνα με την με αριθμό ... οικοδομική άδεια και το πατάρι του καταστήματος είχε κατασκευασθεί σε ύψος 2,86 μέτρων αντί των 3,50 μέτρων. Ύστερα όμως από αίτηση του πρώτου των κατηγορουμένων είχε εκδοθεί, χωρίς έλεγχο από την αρμόδια Νομαρχία Αθηνών (τμήμα Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας), η υπ' αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία χορηγήθηκε σ' αυτόν "άδεια εγκατάστασης αρτοποιείου" στο μίσθιο κατάστημα διάρκειας ενός (1) έτους. Τα λογιστικά της επιχείρησης τηρούσε ο τρίτος των κατηγορουμένων, Λ1. Οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων, γνωρίζοντας τα παραπάνω, συναποφάσισαν να πωλήσουν την εν λόγω επιχείρηση, και μέσω του τρίτου ήλθαν σε επαφή με την μηνύτρια Ψ1 και το σύζυγό της, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν επιχείρηση αρτοποιείου και τους πρότειναν να αγοράσουν την ως άνω στο ... επιχείρηση αρτοποιείου του γιου τους Χ2, την οποία όμως εν τοις πράγμασι λειτουργούσαν οι ίδιοι. Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στις 7.12.2001 και στις οποίες ήταν παρόντες ο πρώτος εκ των κατηγορουμένων, Χ1, η μηνύτρια, Ψ1 και ο σύζυγός της, Ψ2, ο τρίτος των κατηγορουμένων Λ1 (που τηρούσε τα λογιστικά της επιχειρήσεως των δύο πρώτων κατηγορουμένων και ο φίλος των δύο τελευταίων, ..., ο πρώτος Χ1 εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στη μηνύτρια και το σύζυγό της ότι η ως άνω προς πώληση επιχείρηση λειτουργούσε με νόμιμη άδεια λειτουργίας, ότι ήταν σε ισχύ η άδεια εγκατάστασης που εκδοθεί από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας Αθηνών στο όνομα του γιου του, ότι το κατάστημα που στεγαζόταν η επιχείρηση πληρούσε τις οριζόμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη λειτουργία αρτοποιείου και ότι η επιχείρηση δεν είχε χρέη προς τρίτους, ενώ γνώριζε και αθέμιτα απέκρυψε ότι: α) δεν είχε εκδοθεί ποτέ άδεια λειτουργίας αρτοποιείου - ζαχαροπλαστείου στο όνομα του Χ2, β) δεν μπορούσε να εκδοθεί νόμιμη άδεια λειτουργίας διότι το κατάστημα δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, γ) η άδεια εγκατάστασης της επιχείρησης που είχε εκδοθεί στο όνομα του Χ2 είχε ισχύ ενός (1) έτους και είχε λήξει από 18.4.2001 και δ) η επιχείρηση όφειλε το συνολικό' ποσό των 5.000.000 δραχμών σε τρίτους και συγκεκριμένα το ποσό των 3.000.000 δραχμών στον ... από την αγοραπωλησία ενός ηλεκτρικού φούρνου (κλιβάνου) και το ποσό των 2.000.000 δραχμών στην εταιρεία "..." από την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών. Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις, διαβεβαιώσεις και αθέμιτες αποκρύψεις του πρώτου κατηγορουμένου πείσθηκε η μηνύτρια να προβεί στην αγοραπωλησία της επίμαχης επιχείρησης και του εξοπλισμού της καταβάλλοντας το ποσό των 18.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα 6.000.000 δραχμές αυθημερόν και το υπόλοιπο ποσό εκ 12.000.000 δραχμών στις 14.12.2001, καθώς επίσης και το ποσό των 1.500.000 δραχμών, προκειμένου ο τρίτος των κατηγορουμένων να προβεί στην τακτοποίηση των φορολογικών και λοιπών θεμάτων που αφορούσαν την μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης. Η μηνύτρια με τον σύζυγό της ουδόλως θα προέβαιναν σε αγορά της πιο πάνω επιχείρησης αν γνώριζαν τα παραπάνω, άλλωστε αυτό προκύπτει και από τη μετέπειτα συμπεριφορά τους, αφού αυτοί εργάσθηκαν στο κατάστημα για τρεις μήνες μόνο και τελικά επειδή δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να δουλεύουν παράνομα έκλεισαν την επιχείρηση.
Συνεπώς, στοιχειοθετείται η πράξη που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1 και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2 α ΠΚ, η οποία του αναγνωρίσθηκε και πρωτόδικα, μη δυναμένου του παρόντος Δικαστηρίου να καταστήσει χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο ότι δηλαδή δεν ευσταθεί η κατηγορία, διότι ο σύζυγος της μηνύτριας γνώριζε ότι δεν υπήρχε άδεια λειτουργίας και ότι συνήνεσε, καθότι μπορούσε να εκδοθεί αυτή (άδεια) με μια αλλαγή θέσεως του φούρνου, τυγχάνουν αβάσιμα. Τα ανωτέρω δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Εξάλλου, η πρόταση να μπει ο φούρνος μπροστά, ήτοι στο σημείο που δεν υπήρχε το πατάρι, δεν ήταν η κατάλληλη λύση διότι δια αυτού του τρόπου "...θα έκλεινε το μαγαζί...", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο μάρτυρας Ψ2, αλλά και το Δικαστήριο αποδέχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας...." Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινο πράξη της απάτης, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α του Π.Κ., η οποία του είχε αναγνωρισθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίος έκανε την υπαγωγή στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 1 α-β του ΠΚ, την οποία εφήρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Δεν συνιστούν δε αντίφαση οι παραδοχές αυτού "ότι δεν είχε ποτέ εκδοθεί άδεια λειτουργίας αρτοποιείου-ζαχαροπλαστείου, στο όνομα του Χ2 (υιού του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου) και ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί νόμιμη άδεια λειτουργίας, διότι το κατάστημα δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις", που ανάγονται στην, κατά τις διαπραγματεύσεις, εν γνώσει ψευδή παράσταση του αναιρεσείοντος, προς την μηνύτρια και τον σύζυγό της, και την παραπλάνηση των τελευταίων, συνεπεία τούτων, προς τις παραδοχές ότι, ακολούθως (δηλαδή μετά την διαπίστωση της παραπλανήσεως), έγιναν συζητήσεις για την εξεύρεση λύσεως, με την πρόταση "να μπει ο φούρνος μπροστά". Ωσαύτως, από τον συνδυασμό του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και του διατακτικού αυτής, συνάγεται σαφώς η αξιόποινος πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ήτοι αυτή της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, την οποία ετέλεσε μόνο και για την οποία παρατίθενται και οι διατάξεις που προβλέπουν αυτή (ήτοι αυτές των άρθρων 386 § 1β-α, 26 § 1α και 27 § 1 ΠΚ, χωρίς την παράθεση του άρθρου 45 του αυτού κώδικα). Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 § Δ (του δευτέρου από το άρθρο 510 § 1 Ε' , κατ' ορθήν εκτίμηση), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξ άλλου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το ανωτέρω δικαστήριο, εν σχέσει προς τον προταθέντα, από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ισχυρισμό περί απαλλαγής αυτού από την ποινή, λόγω πλήρους αποζημιώσεως του ζημιωθέντος και συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 393 § 2 του ΠΚ, δέχθηκε ανελέγκτως τα κατωτέρω: "...ο πιο πάνω ισχυρισμός των δύο πρώτων κατηγορουμένων ερείδεται επί εσφαλμένης βάσεως, καθόσον το προσφερόμενο από αυτούς ποσό αφορά μόνο μέρος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε με την επικαλούμενη 8822/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς όμως μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας να καταβάλουν την ζημία που κατηγορούνται πως προκάλεσαν με την πράξη για την οποία κατηγορούνται, στην πολιτικώς ενάγουσα, ανερχομένη στο ποσό των 52.824,65 Ευρώ, και η οποία επιβεβαιώθηκε ότι προκλήθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα (βλ. την ως άνω 8882/2004 τελεσίδικη Απόφαση), ανεξαρτήτως του αν οφείλεται από τον υιό του πρώτου και δεύτερης των κατηγορουμένων. Κατόπιν αυτού, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί αναβολής της πολιτικής αγωγής και ο ανωτέρω προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε τον εκ του άρθρου 393 § 2 αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (καθώς και τον ισχυρισμό αυτού περί αποβολής της πολιτικής αγωγής). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερομένη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 393 § 2 ΠΚ, εφ' όσον δέχεται ότι ελλείπει, εκ των σωρευτικώς αναγκαίων προϋποθέσεων (προς απαλλαγή του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου από την ποινή) αυτή της πλήρους ικανοποιήσεως της ζημιωθείσας μέχρι της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας (ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικώς με τον εκ του άρθρου 393 § 2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, εφ' όσον εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν έλλειψη της, ως άνω, προϋποθέσεως, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς του, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στην αυτή ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δέχεται ότι το προσφερόμενο ποσό αποτελεί μέρος μόνον της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 8882/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών" και όχι ολόκληρη την ζημία που προκλήθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα, από την πράξη, για την οποία κατηγορείται "ο αναιρεσείων, και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 52.824, 65 ευρώ, όπως επιβεβαιώθηκε ότι προκλήθηκε με την αυτή, ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων πραγματικών περιστατικών, πέραν τούτων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 393 § 2 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 583 § 1 Κ.Π.Δ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7205/2008 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή