Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 974 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Επιταγή. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής [;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;] υπόχρεος. Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 974/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπαβασιλείου, για αναίρεση της με αριθμό 3.581/2006 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "...... ΟΕ", που εδρεύει στον ......... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 596/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά με το άρθρο 4 παρ.1 περ.Α του ν.2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1991, ορίστηκε, ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο, για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 3581/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, το εν λόγω Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη διάρκεια του έτους 2002 λειτουργούσε στη ..... Λάρισας ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....... ΟΕ........", η οποία είχε τότε ως νόμιμο εκπρόσωπο τον ήδη κατηγορούμενο Χ1. Στις 18.01.2002, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, εξέδωσε την επίδικη τραπεζική επιταγή με αριθμό ...., ποσού 4.528,16 ευρώ, σε διαταγή της ήδη εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "....... Ο.Ε.", πληρωτέα από την τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG Ευrobank Ergasias Α.Ε." Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταβίβασε τη συγκεκριμένη επιταγή προς την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "........ Ο.Ε.", και, στις 28.01.2002, η συγκεκριμένη εταιρία παρέδωσε την επιταγή στον υπάλληλο της Γ1, προκειμένου να την εμφανίσει στην πληρώτρια τράπεζα και να λάβει το ποσό της ως εντολοδόχος της κομίστριας εταιρίας. Ο υπάλληλος της κομίστριας εταιρίας, έχοντας την επιταγή στην κατοχή του, πήγε στο Kατάστημα Καλοχωρίου της πληρώτριας τράπεζας, προκειμένου να εισπράξει, όπως είχε εντολή από την εργοδότρια του, το ποσό της επιταγής, εκεί όμως του γνωστοποιήθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής και ότι η σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης προϋπέθετε αναγραφή των στοιχείων ταυτότητας του υπαλλήλου και της υπογραφής του στην οπίσθια πλευρά της επιταγής. Ο υπάλληλος της εγκαλούσας συμμορφώθηκε προς τις οδηγίες των υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας, με συνέπεια να υφίστανται αναγραμμένα στην οπίσθια πλευρά της επιταγής η υπογραφή του υπαλλήλου και τα στοιχεία ταυτότητας του, το γεγονός όμως αυτό δεν μεταβάλλει την ιδιότητα του υπαλλήλου ως εντολοδόχου και απλού κατόχου της επιταγής ούτε καθιστά τον υπάλληλο της εγκαλούσας τελευταίο κομιστή της επιταγής. Στις 28.01.2002, επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε το ποσό της, διότι δεν είχαν τεθεί χρηματικά κεφάλαια στη διάθεση της πληρώτριας τράπεζας. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο υπάλληλος της εγκαλούσας ζήτησε να σφραγιστεί η επιταγή ως ακάλυπτη και απλήρωτη και στη συνέχεια επέστρεψε την επιταγή, σφραγισμένη πλέον, στην εργοδότρια του. Έτσι, η επιταγή επανήλθε στην κατοχή της εγκαλούσας, η οποία δεν έπαψε ποτέ να είναι τελευταία κομίστρια της επιταγής και δικαιούχος της ενσωματωμένης στην επιταγή απαίτησης. Στη συνέχεια, η εγκαλούσα εταιρία υπέβαλε στις 05.03.2002 έγκληση εναντίον του ήδη κατηγορουμένου, ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας "....... ΟΕ", που εξέδωσε την επιταγή, και, εξαιτίας αυτής της έγκλησης ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Λάρισας άσκησε στις 09.03.2002 ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου για την επίδικη αξιόποινη πράξη, εξαιτίας έκδοσης της πιο πάνω επιταγής, με το κλητήριο θέσπισμα ΑΒΩ Α-02/567. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τελευταία κομίστρια της επίδικης επιταγής ήταν και παρέμεινε η εγκαλούσα εταιρία "...... Ο.Ε.", προς την οποία μεταβιβάστηκε η επιταγή από τον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, η εγκαλούσα εταιρία είχε δικαίωμα στις 05.03.2002 να υποβάλει έγκληση εναντίον του κατηγορουμένου για την επίδικη αξιόποινη πράξη και η επίδικη ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ασκήθηκε νόμιμα, αφού υπήρχε η έγκληση που απαιτείται για τη δίωξη. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την επίδικη πράξη δεν είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ, εξαιτίας έλλειψης της αναγκαίας έγκλησης (δηλαδή της έγκλησης του τελευταίου κομιστή της επιταγής), γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του πιο πάνω, παραδεκτού και νομικά βάσιμου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου". Στη συνέχεια, το Πλημμελειοδικείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα παραπάνω στην ως άνω απόφαση του, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε περαιτέρω ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη ...... ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ", την 18 Ιανουαρίου 2002 εν γνώσει του εξέδωκε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, διότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, δηλαδή εξέδωκε την υπ' αριθμ. ....επιταγή πληρωτέα παρά της Τράπεζας Εργασίας για ευρώ 4.528,16, η οποία, ενώ εμφανίστηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα την 28.1.2002, δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος. Στη διάρκεια της δίκης τούτης ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε καθόλου, διαμέσου του συνηγόρου του, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι το γεγονός ότι στις 18.01.2002, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....... ΟΕ", εξέδωσε την επίδικη τραπεζική επιταγή, ποσού 4.528,16 ευρώ, σε διαταγή της ήδη εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "........ Ο.Ε." και ότι, μολονότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν είχαν τεθεί αντίστοιχα χρηματικά ποσά στη διάθεση της πληρώτριας". Δηλαδή, δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας ότι η παραπάνω εγκαλούσα εταιρεία ".......Ο.Ε." δεν μεταβίβασε την επιταγή σε τρίτο, αλλά την παρέδωσε στον υπάλληλο της Γ1, προκειμένου να μεταβεί στην Τράπεζα προς είσπραξη. Κατ' ακολουθίαν κομιστής της επιταγής δεν ήταν ο Γ1, αλλά η ως άνω εταιρεία. Επομένως, το παραπάνω Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση της εταιρείας "........ Ο.Ε." ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη, πράγμα που δεν θα συνέβαινε ούτε και αν τελευταίος κομιστής ήταν ο Γ1, η δε εταιρεία εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή. Ενόψει όλων αυτών, ο μοναδικός ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, απορριπτέος.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά της 3.581/2006 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ