Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1886 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αντίσταση κατά της αρχής, Εξύβριση.




Περίληψη:
Πράξεις: αντίσταση κατά της αρχής. Έννοια. Εξύβριση, λόγος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1886/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Καστραντά, περί αναιρέσεως της 7657/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 272/08.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρ. 167 παρ. 1α ΠΚ, περίπτωση, οποίος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπάλληλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου απαιτείται η πράξη σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στο κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική (άρ. 13 περ. 6 ΠΚ) όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της πράξης. Επίσης, κατά την ΠΚ 361 παρ.1, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (αρθρ. 362-363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον σης περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7657/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Την 29-8-2006 και περί ώρα 21.00 ο μάρτυρας αστυνομικός προσέγγισε στην συμβολή των οδών ... και ... την αλλοδαπή Λ1 και προσποιούμενος τον πελάτη της ζήτησε να συνευρεθούν ερωτικά. Εκείνη του ζήτησε το ποσό των 30 ευρώ για να του προσφέρει ερωτικές υπηρεσίες σε γειτονικό ξενοδοχείο. Μετά από αυτά ο αστυνομικός Μ1 την συνέλαβε για να την οδηγήσει στο ΑΤ ... . Κατά την στιγμή της σύλληψης επενέβη ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά σε έντονο ύφος, ρώτησε τους αστυνομικούς γιατί συλλαμβάνουν την κοπέλα. Όταν οι αστυνομικοί Μ1 και Μ2 του γνωστοποίησαν την ιδιότητά τους εξύβρισε αυτούς με τις φράσεις "είστε νταβατζήδες και ντροπή της αστυνομίας", με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά των παραπάνω αστυνομικών, κτύπησε στο πρόσωπο τον αστυφύλακα Μ1 και τράβηξε βίαια από το πουκάμισο το Μ2, σκίζοντας αυτό. Στο διάστημα αυτό η αλλοδαπή προσπάθησε να διαφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Αυτή ήταν καταχωρημένη ως ανεπιθύμητη στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας (SCHENGEN) και δεν ήταν εφοδιασμένη με πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος επ' αμοιβή εκδιδόμενου προσώπου. Αυτός και ο λόγος που ο κατηγορούμενος μεταχειρίστηκε βία κατά των ως άνω υπαλλήλων για να εξαναγκάσει αυτούς να παραλείψουν τη σύλληψη της ανωτέρω αλλοδαπής. Πρέπει, κατ' ακολουθία όλων αυτών, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις της αντίστασης και εξύβρισης που του αποδίδονται. Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. β' Π.Κ." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο για τις πράξεις της αντίστασης και της εξύβρισης κατά συρροή και ειδικότερα, του ότι: "με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα αυτός από πρόθεση στην ..., στις 29-8-2006: α) μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη και ειδικότερα επιτέθηκε κατά των αστυνομικών Μ2 και Μ1, οι οποίοι είχαν συλλάβει την κατηγορουμένη Λ1, και τράβηξε βίαια τον πρώτο, ενώ κτύπησε στο πρόσωπο τον δεύτερο, προσπαθώντας να τους αποτρέψει από το να συλλάβουν την κατηγορουμένη και να την οδηγήσουν στο Αστυνομικό Τμήμα και β) προσέβαλε με λόγο την τιμή αυτού και ειδικότερα, απευθυνόμενος στους δύο παραπάνω αναφερόμενους αστυνομικούς, τους είπε "Είστε νταβατζήδες και ντροπή στην Αστυνομία". Το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Ακολούθως, το δικάσαν Εφετείο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στις άνω πράξεις από μη ταπεινά αίτια, επέβαλλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και είκοσι (20) ημερών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2β', 94, 61, 167 και 361 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 7657/07 του τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Μ1, καθώς και την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως, η οποία, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε σιγή και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ειδικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του "ότι οι αστυνομικοί υπάλληλοι, στους οποίους φέρεται ότι αντιστάθηκε και εξύβρισε, δεν τελούσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία", όπως κατά λέξη (ο αναιρεσείων), ισχυρίζεται, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή η συνήγορός του υπέβαλε οποιονδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οπότε θα είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και προβάλλει τον πιο πάνω, που κρίθηκε παραδεκτός, λόγο, από το αυτό άρθρο περ. Ε', εξεταζόμενος λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Φεβρουαρίου 2008, (υπ'αριθμ.πρωτ.40/2008) αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 7657/2007 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή