Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1303 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1303/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 3049/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Σεπτεμβρίου 2008 και 19 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις αναίρεσης, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1552/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση αιτήσεις α) από 29-9-2008 του κατηγορουμένου Χ1 και β) υπ' αριθμ. 54/19-9-2008 του κατηγορουμένου Χ2 για αναίρεση της 3049/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι και μαίες, που εν γνώσει τους εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως, που αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας, απαιτείται η χορήγηση από τον ιατρό, υπό την επαγγελματική αυτή ιδιότητά του, εγγράφου πιστοποιήσεως σε ιδιώτη, ασχέτως αν αυτός φέρει την ιδιότητα του υπαλλήλου, σχετικά με την κατάσταση της υγείας αυτού ή για κάθε περιστατικό για το οποίο μέσα στο κύκλο των έργων του ιατρού ο τελευταίος είναι αρμόδιος, που προορίζεται να παράσχει πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή κ.λ.π. και η οποία είναι ψευδής, ο ιατρός δε που τη χορήγησε να τελούσε σε γνώση του ψευδούς του περιεχομένου της. Εξάλλου κατά το άρθρο 216 παρ. 2 του ΠΚ, με την ποινή εκείνου που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται όποιος, για τον ίδιο σκοπό, εν γνώσει κάνει χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν γίνεται από τρίτο, συνιστά αυτοτελές έγκλημα. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς, να καταστήσει ο δράστης προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις μεταφέρει το έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου, υποκειμενικώς δε, να έχει ο δράστης πλήρη-εντελή γνώση (επίγνωση), ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και περαιτέρω, να επιδιώκει να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ, προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποία υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3049/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Ο πρώτος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του μαιευτήρα - γυναικολόγου, συμβεβλημένου με τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.), στην ... περί τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2002 προέβη στη συνταγογράφηση διαφόρων φαρμάκων, συμπληρώνοντας αποκόμματα ατομικών βιβλιαρίων υγείας ασφαλισμένων ως εξής: Α) Στα υπ' αριθμ. 41 42, 48 και 49 αποκόμματα του ατομικού βιβλιαρίου υγείας της ΑΑ ανέγραψε φάρμακα εξωσωματικής γονιμοποίησης, ως Αριθμό Μητρώου (Α.Μ.): ..., ως ονοματεπώνυμο: ΑΑ και ως νόσημα: διαταραχές εμμήνου ρύσεως και Β) Στα υπ' αριθμ. 4 και 5 του συνταγολογίου Νο 6 της ασφαλισμένης ΒΒ, ανέγραψε φάρμακα εξωσωματικής γονιμοποίησης, ως Αριθμό Μητρώου (Α.Μ.): ..., ως ονοματεπώνυμο: ΒΒ, και ως νόσημα: διαταραχές εμμήνου ρύσεως. Τις εντολές αυτές υγειονομικής περίθαλψης, παρά πόδας των οποίων και στη θέση "Ο θεράπων ιατρός" έθεσε την υπογραφή του και σφραγίδα με τα ατομικά του στοιχεία, συνέταξε, αν και δεν υπέβαλε τις ανωτέρω ασφαλισμένες, στις απαραίτητες γυναικολογικές εξετάσεις, ούτε συνέστησε στις ίδιες τα αναγραφόμενα φάρμακα, τα οποία χορηγήθηκαν σε άτομα μη υπαγόμενα στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα, αυτά δε τα αποκόμματα, τα οποία επεδείχθησαν στους αρμοδίους ελεγκτές του Οργανισμού, πιστοποιούσαν ψευδώς περί της ασθενείας των δύο ασφαλισμένων και της ανάγκης λήψης από αυτές των σχετικών φαρμάκων. Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος έκανε χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητα του φαρμακοποιού, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω αποκόμματα των βιβλιαρίων των ΑΑ και ΒΒ, κατόχων των υπ' αριθμ. ... και ... αντιστοίχως ατομικών βιβλιαρίων υγείας του Ο.Π.Α.Δ., ήταν πλαστά αφού αναγραφόταν σε καθ ένα από τα οπισθόφυλλα τους και στις οικείες θέσεις η διεύθυνση κατοικίας του κατόχου του βιβλιαρίου, είχε δε τεθεί από άγνωστο πρόσωπο, στη θέση "Υπογραφή περιθαλπομένου", υπογραφή στα μεν υπ' αριθμ. 41 42, 48 και 49, του υπ' αριθμ. ... βιβλιαρίου της ΑΑ, στα δε υπ αριθμ. 4 και 5 του υπ' αριθμ. 6 συνταγολογίου του με Α.Μ.: ... βιβλιαρίου της ΒΒ, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση τους αφού επικόλλησε σ αυτά κουπόνια φαρμάκων που χορήγησε σε άτομα μη υπαγόμενα στο συγκεκριμένο Οργανισμό, τα προσκόμισε στους αρμόδιους υπαλλήλους του Ο.Π.Α.Δ., εμφανίζοντας ψευδώς ότι οι εν λόγιο ασφαλισμένες αγόρασαν από τον ίδιο τα σχετικά φάρμακα, με σκοπό να εισπράξει από το Δημόσιο την ανάλογη αποζημίωση, που όμως δεν εδικαιούτο. Κατά ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Εφετείο και καταδίκασε τον πρώτο αναιρεσείοντα, για ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα αναπτυσσόμενα στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 98, 221 παρ.1α Π.Κ. που εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα, ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώση του ψευδούς του περιεχομένου των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιήσεων, υπάρχει αιτιολογία για τη θεμελίωση του ειδικού δόλου του αναιρεσείοντος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων ιατρός κατήρτισε τις ανωτέρω αναφερόμενες ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις, επί συνταγολογίων ασφαλισμένων του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου στις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι οι ασφαλισμένες σ' αυτόν ΑΑ και ΒΒ έπασχαν από διαταραχές εμμήνου ρήσεως και ότι αυτές έπρεπε να λάβουν φάρμακα εξωσωματικής γονιμοποιήσεως αν και δεν υπέβαλε τις ανωτέρω ασφαλισμένες στις απαραίτητες γυναικολογικές εξετάσεις. Επίσης προκύπτει από το ανωτέρω αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων υπό την επαγγελματική ιδιότητα του ιατρού χορήγησε τις ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις σε ιδιώτες και δη στις ΑΑ και ΒΒ. Περαιτέρω: 1] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει [και όχι στο σύνολό του] ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η μερική μόνο σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, με το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. 2] Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ουδένα σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό, με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως έννοια, προέβαλε. Eξάλλου, ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του ενώπιον του Εφετείου, δέχθηκε ότι "όταν έγινε αυτό εγώ είχα δύο χρόνια στο επάγγελμα και δεν είχα εμπειρία. Ο ελεγκτής γιατρός δεν κάνει ταυτοπροσωπία. Ερχόταν πολλές γυναίκες και μου λένε το πρόβλημά τους. Δεν θυμάμαι τις δύο γυναίκες. Τις έγραψα φάρμακα. Εγώ εξωσωματικές δεν κάνω. Ήρθαν άλλες γυναίκες όχι οι κάτοχοι των βιβλιαρίων. Δεν έλεγξα την ταυτοπροσωπία. Δεν συνεργάζομαι με φαρμακοποιούς". Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της κατηγορίας και όχι περί πραγματικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό, δεδομένου ότι δεν επικαλείται τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά άγνοιας ή εσφαλμένης αντιλήψεως κάποιου συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως ψευδούς ιατρικής πιστοποιήσεως και το Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως και ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και εκ τούτου απορριπτέοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ1 να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Σε σχέση όμως με την αξιόποινη πράξη της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση για την οποίαν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ2 η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνουσα τα ανωτέρω, στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ο ανωτέρω αναιρεσείων καταδικάστηκε, δηλαδή για τη γνώση αυτού ως προς την πλαστότητα των αποκομμάτων των συνταγολογίων των ατομικών βιβλιαρίων υγείας του ΟΠΑΔ των ΑΑ και ΒΒ, διότι δεν αναφέρει εκ ποίων πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν κατά τη διαδικασία το εκδόν δικαστήριο επείσθη περί της γνώσεως του αναιρεσείοντος, ότι τα χρησιμοποιηθέντα υπ' αυτού έγγραφα, ήταν πλαστά. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο όσον αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.9.2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3049/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3049/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και μόνο όσον αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα Χ2 διάταξή της.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή