Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1421 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εξύβριση, Μειοψηφική γνώμη.




Περίληψη:
Κατά την αναγραφή στα πρακτικά των εγγράφων που ανεγνώσθησαν αρκούν τόσα στοιχεία, όσα απαιτούνται για την άρση της αμφιβολίας ως προς την ανάγνωσή τους. Αιτιολογημένη καταδίκη δικηγόρου για εξύβριση, με φράσεις που περιλαμβάνονται σε επιστολή προς τον εγκαλούντα. Κατά τη μειοψηφία, οι επίμαχες φράσεις, υπό τις περιστάσεις κατά τις οποίες έγινε δεκτό ότι διατυπώθηκαν, δεν στοιχειοθετούν εξύβριση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1421/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την δήλωση αναιρέσεως της 3202α, 3280/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Χούρσογλου (ΑΜ ΔΣΑ 22588).
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Παπαστεργίου (ΑΜ ΔΣΑ 19533).
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-2-2010 δήλωση αναιρέσεως και στο από 12-4-2010 πρόσθετο δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/2010.

Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη δήλωση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-2-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 3202α, 3280/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 11-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Παραλλήλως, πρέπει να ερευνηθούν και οι πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο από 12-4-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 509 παρ.2).
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης πρέπει να αναφέρονται τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, με τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους σε βαθμό αποκλεισμού της αμφιβολίας ως προς το αν συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ανάγνωσης ή όχι. Προς το σκοπό αυτό αρκεί η αναγραφή του αριθμού ή της ημερομηνίας ή του εκδότη του εγγράφου, χωρίς να προσαπαιτείται η μνεία του περιεχομένου αυτού ή του προσώπου που το προσκόμισε στο δικαστήριο. Και όσο μεγαλύτερες πιθανότητες αμφιβολίας είναι δυνατό να ανακύψουν ως προς την ανάγνωση ή μη (διότι, ενδεχομένως, υφίστανται περισσότερα έγγραφα με κοινά στοιχεία), τόσο ειδικότερος πρέπει να είναι ο προσδιορισμός, με τη μνεία πλειόνων στοιχείων εξατομίκευσης (τα οποία, άλλως, είναι περιττά), προκειμένου με βεβαιότητα να συνάγεται ότι συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να διατυπώσει επ' αυτού παρατηρήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακροατήριο (μεταξύ άλλων εγγράφων, για την ανάγνωση των οποίων δεν θέτει ζήτημα ο αναιρεσείων) ανεγνώσθησαν "μήνυση του Ψ κατά Χ" και "απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών". Η περιγραφή των εγγράφων αυτών, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι στη δικογραφία υπήρχαν περισσότερες της μιας μηνύσεις του πολιτικώς ενάγοντος κατ' αυτού, για να προκληθεί αμφιβολία ως προς το ποία εξ αυτών ανεγνώσθη και εφ' όσον δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί σοβαρά ότι ο ίδιος αγνοούσε το περιεχόμενο των προσωπικών του απολογητικών υπομνημάτων, είναι επαρκής. Ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητη η περαιτέρω εξειδίκευση της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων και ο πρώτος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
3.Στο άρθρο 170 παρ.2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται, επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Η ακυρότητα αυτή μπορεί να προταθεί με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Εξ άλλου, στο άρθρο 504 παρ.4 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Αν ζητηθεί η αναίρεση σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 [του ίδιου άρθρου] θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται". Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και της πριν από αυτήν εκδοθείσας 1814/2009 αναβλητικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για εξύβριση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία τελέσθηκε με την προς τον δεύτερο αποστολή της από 25-9-2005 επιστολής του πρώτου, όπου περιλαμβάνονταν οι φράσεις "...παρά τα πολλά ψυχοπαθολογικά προβλήματα που γνωρίζω ότι ιδιαίτερα σε βασανίζουν..." και "Όλοι ενθυμούνται τη συμπεριφορά και την εικόνα σου κατά την ημέρα της κηδείας του πατέρα σου!", οι οποίες θεωρήθηκε ότι ενείχαν καταφρόνηση της προσωπικής αξίας του πολιτικώς ενάγοντος, ότι γράφηκαν από τον κατηγορούμενο με επίγνωση του προσβλητικού νοήματός τους και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προσέβαλαν την τιμή του παθόντος. Στην άμυνα του κατηγορουμένου περιλαμβανόταν ο ισχυρισμός ότι η επιστολή αυτή γράφηκε από τον ίδιο ως διαμαρτυρία προς τον πολιτικώς ενάγοντα για ένα τηλεφώνημα που εκείνος είχε πραγματοποιήσει την 11-9-2005 προς τη σύζυγο του κατηγορουμένου, σε ακατάλληλη, νυκτερινή ώρα, με υβριστικό περιεχόμενο για τον κατηγορούμενο, εξ αιτίας του οποίου ο τελευταίος είχε περιέλθει σε κατάσταση δικαιολογημένης αγανάκτησης (με επίκληση της ΠΚ 361 παρ.3 σε συνδυασμό με την ΠΚ 308 παρ.3). Ο πολιτικώς ενάγων, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατά τη δικάσιμο της 11-6-2009, κατέθεσε ότι το τηλεφώνημα, εξ αιτίας του οποίου ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι αγανάκτησε, είχε γίνει από αυτόν περί ώρα 19:00, από το σπίτι της θείας του, Γ και ότι ούτε η ώρα ήταν ακατάλληλη ούτε η παρουσία της θείας του επέτρεπε σ' αυτόν να εκφρασθεί με υβριστικό τρόπο. Τότε, ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε το αίτημα να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου αφ' ενός να κληθεί ως μάρτυρας η Γ και αφ' ετέρου να ζητηθεί από τον αρμόδιο οργανισμό σταθερής τηλεφωνίας (ΟΤΕ) κατάλογος των κλήσεων που έγιναν την 11-9-2005 από την τηλεφωνική σύνδεση της εν λόγω, με αριθμό ..., για να ελεγχθεί η αξιοπιστία της καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος. Το δικαστήριο της ουσίας, με την 1814 απόφαση, που εκδόθηκε την 16-6-2009, ύστερα από διακοπή της συνεδρίασης, δέχθηκε το αίτημα αναβολής της συζητήσεως για το λόγο που πρόβαλε η υπεράσπιση, ανέβαλε για την 9-12-2009 και διέταξε την κλήτευση της μάρτυρα που προτάθηκε. Το γεγονός ότι δεν διέταξε και την υποβολή καταλόγου των τηλεφωνικών κλήσεων, χωρίς να αιτιολογήσει τη σχετική άρνησή του, δεν υποδηλώνει έλλειψη ακροάσεως, αφού, εφ' όσον δεν υπήρχε συναίνεση της δικαιούχου της ως άνω τηλεφωνικής συνδέσεως, η άρση του απορρήτου της δι' αυτής πραγματοποιούμενης επικοινωνίας δεν θα μπορούσε να διαταχθεί για λόγο άλλο, εκτός από την ανάγκη διακρίβωση της τέλεσης κακουργήματος (άρθρο 4 του ν. 2225/1994), που δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα επήλθε κατά την έκδοση της 1814/2009 αναβλητικής αποφάσεως, η προταθείσα μάρτυρας κλήθηκε, εμφανίσθηκε και εξετάσθηκε στη μετ' αναβολή συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση (βλ. τα σχετικά πρακτικά) και ο δεύτερος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται σ' αυτήν η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
4.Στο άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Δεν αποτελούν άδικη πράξη [μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα και] οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται [μεταξύ άλλων και] όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Οι ορισμοί αυτοί εφαρμόζονται και όταν στον κατηγορούμενο αποδίδεται η πράξη της εξύβρισης. Οπότε, όταν αυτός επικαλεσθεί τις κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ προϋποθέσεις άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως που του αποδίδεται, γεννάται αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει και να αιτιολογήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, τη δικαιοδοτική του κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος κατά την ενώπιον εκείνου διαδικασία, είχε ισχυρισθεί ότι οι επίμαχες εκφράσεις (βλ. παραπάνω, αρ.3) περιλαμβάνονταν σε πολυσέλιδη επιστολή, την οποία είχε απευθύνει μόνο προς τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου α) να εξηγήσει προς εκείνον τις μετά του προσφάτως [τότε] αποβιώσαντος πατρός του σχέσεις και δοσοληψίες του κατηγορουμένου, εκ των οποίων απέρρεε και αξίωση του τελευταίου να λάβει δικηγορική αμοιβή και β) να διαμαρτυρηθεί για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του πολιτικώς ενάγοντος με τη σύζυγο του κατηγορουμένου, το οποίο ο τελευταίος είχε θεωρήσει άδικο και προσβλητικό. Απαντώντας το δικαστήριο της ουσίας επί του ως άνω ισχυρισμού, που απέβλεπε στην αναγνώριση της κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, η οποία αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, δέχθηκε [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: Ότι, πράγματι, τις βραδινές ώρες της 11-9-2005 ο πολιτικώς ενάγων τηλεφώνησε στο σπίτι του κατηγορουμένου και, μιλώντας με τη σύζυγο αυτού, εξέφρασε εντόνως τα παράπονά του για τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του ήδη αποβιώσαντος πατρός του και, ιδίως, για την αξίωσή του να εισπράξει ως δικηγορική αμοιβή ποσοστό 15% επί αξίας ενός υπό αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου που ανήκε στην περιουσία του πατέρα του. Ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας τηλεφωνικής συνομιλίας ζήτησε από τη σύζυγο του κατηγορουμένου να μην παραστούν, αυτή και ο σύζυγός της, στο μνημόσυνο της μητέρας του, που θα γινόταν την επόμενη μέρα. Ότι μετά την πάροδο αρκετών ημερών από το ως άνω τηλεφώνημα, ο κατηγορούμενος έγραψε και απέστειλε προς τον πολιτικώς ενάγοντα την από ... επιστολή, έκτασης οκτώ (8) δακτυλογραφημένων σελίδων. Ότι στην επιστολή περιλαμβάνονται και οι φράσεις που ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.3). Ότι με τις φράσεις αυτές προκλήθηκε μείωση της προσωπικότητας του πολιτικώς ενάγοντος και εντεύθεν προσβολή της τιμής του, αφού αυτός εμφανίζεται ως ψυχοπαθολογικό άτομο με διαταραγμένο ψυχικό κόσμο και συμπεριφορά. Ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν αποκλείεται από την ένταξη των επίμαχων εκφράσεων στο όλο περιεχόμενο της επιστολής και από τη συνεκτίμησή του. Ότι οι εν λόγω φράσεις και οι χαρακτηρισμοί που υπονοούνταν με αυτές δεν ήταν αναγκαίο να προστεθούν στο υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής για την υπεράσπιση των συμφερόντων του κατηγορουμένου (όπως τα επικαλέσθηκε κατά τη διατύπωση του ισχυρισμού του, βλ. παραπάνω, στην παρούσα σκέψη). Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, που του αποδόθηκε, λόγω της εκ μέρους αυτού επιδίωξης της προστασίας δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και κήρυξε τον ένοχο για εξύβριση, όπως και πρωτοδίκως. Με τα όσα δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε πλήρη αιτιολογία κατά την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού και δεν ήταν αναγκαίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αναφέρει με ποιες άλλες, μη προσβλητικές, εκφράσεις θα ήταν δυνατό να εξυπηρετηθεί το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κατηγορουμένου, αφού αυτό είχε γίνει με όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής, από το οποίο θα μπορούσαν, απλώς, να λείπουν οι επίμαχες εκφράσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
5.Στο άρθρο 361 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος... προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται [μεταξύ άλλων] ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εξυβρίσεως είναι απαραίτητο όπως ο λόγος, που μπορεί να είναι και γραπτός ή το έργο κλπ, με τον οποίο φέρεται ότι επήλθε η προσβολή της τιμής του άλλου, είναι πρόσφορος, κατά την κοινή αντίληψη και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 501 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ για την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως, η οποία τελέσθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ. Για την κατάφαση της ενοχής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης 3280/2009 απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο κατηγορούμενος, στην από 25-9-2005 επιστολή, την οποία συνέταξε και απέστειλε προς τον πολιτικώς ενάγοντα, διέλαβε μεταξύ του υπολοίπου, εκτενούς κειμένου, τις φράσεις "...παρά τα πολλά ψυχοπαθολογικά προβλήματα που γνωρίζω ότι ιδιαίτερα σε βασανίζουν..." και "Όλοι ενθυμούνται τη συμπεριφορά και την εικόνα σου κατά την ημέρα της κηδείας του πατέρα σου!". Και ότι οι φράσεις αυτές ενείχαν καταφρόνηση της προσωπικής αξίας του πολιτικώς ενάγοντος, ότι γράφηκαν από τον κατηγορούμενο με επίγνωση του προσβλητικού νοήματός τους και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προσέβαλαν την τιμή του παθόντος. Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού με σαφήνεια προσδιόρισε τις επιλήψιμες εκφράσεις και καλώς δέχθηκε ότι με την αναγραφή τους ο πολιτικώς ενάγων, στον οποίο αναφέρονται οι φράσεις αυτές, εμφανίζεται ως ψυχοπαθολογικό άτομο με διαταραγμένο ψυχικό κόσμο και συμπεριφορά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, οι επίμαχες φράσεις, ενταγμένες σε ένα πολυσέλιδο κείμενο που είχε συνταχθεί από ηλικιωμένο πρόσωπο και απευθυνόταν στον κατά πολύ νεότερο υιό αποβιώσαντος φίλου και συνεργάτη του, άσχετα προς το αν υπονοούσαν κάποια ψυχική διαταραχή του αποδέκτη (όχι απίθανη για σημαντική μερίδα του πληθυσμού και όχι κατ' ανάγκη επαίσχυντη), δεν ήσαν ικανές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προσβάλουν την τιμή του τελευταίου. Διότι γράφηκαν με κόσμιο τρόπο, οργανικά ενταγμένες στο όλο κείμενο και στήριζαν το παράπονο του συντάκτη για την προ ολίγων ημερών εκδηλωθείσα πρόθεση του αποδέκτη της επιστολής, εκφρασθείσα υπό το κράτος έντασης, να διακόψει οποιαδήποτε σχέση μαζί του και, μάλιστα, να απαγορεύσει σ' αυτόν ακόμη και τη συμμετοχή στο μνημόσυνο της μητέρας του, που είχε υπάρξει οικογενειακή φίλη του συντάκτη της επιστολής και της συζύγου του. Γι' αυτό, σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, οι φράσεις αυτές δεν θα έπρεπε να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, η οποία εσφαλμένως εφαρμόσθηκε.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, κύριος ή πρόσθετος, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠοινΔ 371 παρ.1, 373).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2010 δήλωση περί αναιρέσεως της 3202α, 3280/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και τους πρόσθετους λόγους, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, δικηγόρου, κατοίκου ....- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα και πεντακοσίων (500) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή