Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 504 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Βεβαίωση ένορκη, Έγγραφα.




Περίληψη:
Ένορκες βεβαιώσεις στα πλαίσια άλλης δίκης είναι απλά έγγραφα περιέχοντα μαρτυρία τρίτου και είναι ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα για υποθέσεις του Πολυμελούς που είχαν ασκηθεί προ της τροποποιήσεως του 270 ΚΠολΔ με το ν. 2915/2001. ’ρθρ. 559 αρ. 11 περ. β’ πρέπει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. Πώς γίνεται η επίκληση. Κατά τη διάταξη 11α του ίδιου άρθρου δεν λαμβάνονται υπόψη ανυπόστατα έγγραφα. Πριν το ν. 2915/2001 για τη διαδικασία του Πολυμελούς οι ένορκες βεβαιώσεις ήταν ανυπόστατα έγγραφα. Αναιρείται η απόφαση γιατί λήφθηκε υπόψη ένορκη βεβαίωση της οποίας δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση στη δευτεροβάθμια δίκη και η οποία προσέτι ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο για διαφορά του Πολυμελούς που είχε εισαχθεί σε δίκη το 1998 ήτοι πριν την ισχύ του Ν. 2915/2001 που τροποποίησε το 270 ΚΠολΔ και επέτρεψε τις ένορκες βεβαιώσεις εφόσον λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου.




Αριθμός 504/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. συζ. Σ. Τ., το γένος Α. Χ., 2) Ε. συζ. M. R. (H. R.), το γένος Α. Χ., 3) Α. συζ. M. L. (A. L.), το γένος Α. Χ., 4) Μ. συζ. V. R. (M. R.), το γένος Α. Χ., 5) Χ. Χ. και 6) Ι. Χ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεμιστοκλεία Αναδιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Χ. Α., το γένος Α. Δ. και 2) Ε. συζ. Κ. Μ., το γένος Α. Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κόρακα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2012 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/2/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 20/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη στην κατ' έφεση δίκη, η επίκληση αποδεικτικού μέσου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ισχυρισμού, που κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφώς και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων (στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων) στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008). Εξ ετέρου οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί για άλλη προγενέστερη δίκη θεωρούνται απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων που περιέχουν μαρτυρία τρίτου και όχι έγγραφα με ειδική κατά τους προαναφερθέντες νόμους ρύθμιση (αρθρ.11 Ν. 1478/1984 και 7 ν. 2915/2001) ή ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα μετά την ισχύ του Ν. 3994/2011, κατά τον οποίο οι ένορκες βεβαιώσεις συμπεριλήφθηκαν στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με την πέμπτη αιτίαση του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό, περί ασκήσεως επί του επιδίκου ακινήτου πράξεων νομής από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων Α. Δ. από το 1948 και επέκεινα, έλαβε υπόψη την ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης υπ' αριθμ. 138/15.9.1987 ένορκη βεβαίωση, πριν από την άσκηση της ένδικης από 12.11.1998 αγωγής που είχε απευθυνθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθμ. 81/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση περιείχε τις καταθέσεις δύο μαρτύρων και δη του Χ. Μ. και του Α. Π. και δεν είχε προσκομισθεί με επίκληση, ούτε στο πρωτοβάθμιο, αλλά ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 14-5-2005 και 11.1.2007 προτάσεων των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (σελίδες 10 και 8 αντίστοιχα) και των από 14.2.2010 προτάσεών τους στο Εφετείο (σελ.5) προκύπτει ότι της ένορκης αυτής βεβαίωσης, που περιέχει τις καταθέσεις των δύο ως άνω μαρτύρων, δεν έγινε επίκληση, στον πρώτο βαθμό ενώ στον δεύτερο έγινε αναφορά σε όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα χωρίς σαφή και ορισμένη επίκληση της ένορκης αυτής βεβαιώσεως, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και εφόσον λήφθηκε σε χρόνο προγενέστερο της ένδικης αγωγής στα πλαίσια άλλης δίκης είναι απλό έγγραφο περιέχον μαρτυρίες τρίτων και όχι έγγραφο με ειδική ρύθμιση. Δηλαδή το έγγραφο αυτό που αφορούσε στον επικαλούμενο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί ασκήσεως πράξεων νομής, επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων δεν είχε επαναφερθεί νομίμως στον δεύτερο βαθμό και δεν θα έπρεπε για το λόγο αυτό να ληφθεί υπόψη. Ενόψει τούτων στοιχειοθετείται η ερευνώμενη από τη διάταξη του αριθμού 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, και συνεπώς από τον αριθ.11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερων δικασάντων (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες. Οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 154/2012 απόφαση του Εφετείου του Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες - αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή