Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 91 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική.




Περίληψη:
Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου. Ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας καθώς και της κτητικής παραγραφής είναι νόμιμος θεσμός – δεν παραβιάζει το άρθρο 17 του Συντάγματος – Αναιρείται η 119/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.






Αριθμός 91/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Π. συζ. Σ., το γένος Η. Π., και 2)Ι. Π. του Η., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 713/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 119/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/5/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις νόμιμα προσκομιζόμενες με αριθμό … και … /29-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Εξάλλου, κατ' άρθρο 61 παρ. 1 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώρηση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν αντιστοίχως την νόμιμη απόδειξη, του κτηματικού δικαιώματος και των διαδοχικών αυτού μεταβολών, κατά δε το άρθρο 41 αυτού, αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη, επί τη βάσει των δεδομένων της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε, της εγέρσεως και καταχωρήσεως της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν, της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12-1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, (αρθρ. 974, 976-979 και 1045), κατά τις οποίες αυτός που αποκτά τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) με διάνοια κυρίου και ασκεί αυτή για ορισμένο χρόνο χρησιδεσπόζει σε αυτό (ΑΠ 1965/1988), δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως. Από το κείμενο της διατάξεως είναι φανερό ότι η δεκαπενταετής νομή πρέπει να είναι μεταγενέστερη της εγγραφής στο Κτηματολογικό βιβλίο στο όνομα του δικαιούχου (κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία), ενώ εξ άλλου το στοιχείο τούτο πρέπει να περιέχεται στην αγωγή (ΑΠ 125/1979). Εκ παραλλήλου όμως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου, η εγγραφή στο οποίο, τόσο η αρχική (θεμελιώδης), όσο και οι μεταγενέστερες δημιουργούν τεκμήριο έναντι όλων ότι ο τρίτος που έχει συναλλαγεί καλοπίστως και με επαχθή αιτία, απέκτησε πράγματι το βάσει των δεδομένων της προϋπάρχουσας εγγραφής φερόμενο στο κτηματολογικό βιβλίο ως αποκτηθέν δικαίωμα. Κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η διάνοια κυρίου, το πνευματικό δηλαδή στοιχείο της νομής, που είναι η θέληση του προσώπου να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, δηλούται ρητώς ή σιωπηρώς δια πράξεων του εξουσιάζοντας το πράγμα, από τις οποίες συνάγει το στοιχείο αυτό το δικαστήριο και δεν απαιτείται ειδική μνεία στην απόφαση του στοιχείου αυτού, αφού αυτό περιέχεται στην ως άνω από το νόμο ορισμένη έννοια της νομής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που καθιερώνει την απόκτηση κυριότητας με κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) δεν αντίκεινται στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, διότι ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας, απαντάται στις νομοθεσίες σχεδόν όλων των Ευρωπαϊκών Κρατών και έχει ως δικαιολογητικό λόγο την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη της αξιοποίησης των οικονομικών αγαθών και άρα την ικανοποίηση του γενικού, ή κατ' άλλη έκφραση, του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 83/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή εκτίμηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 13-4-1999 αγωγής προκύπτει, ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι τα τμήματα ακινήτων, όπως αυτά περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα κατ' έκταση, θέση και κτηματολογικά στοιχεία, τα κατέχει και νέμεται από το έτος 1947 συνεχώς και αδιαλείπτως ειρηνικά και με καλή πίστη, χωρίς καμία αμφισβήτηση εκ μέρους των φερομένων ως τιτλούχων και χωρίς εναντίωσή τους, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής. Ότι στα τμήματα αυτά και επί άλλων κτηματομερίδων ιδιοκτησίας του Ιταλικού Δημοσίου ανήγειραν οι Ιταλικές αρχές κατοχής συγκρότημα οικημάτων, που αποτελούσαν το Σανατόριο της Αγίας Ελεούσας. Ότι μετά την απελευθέρωση το έτος 1947 τα ανεγερθέντα οικήματα με την γύρω αυλή τους συνέχισαν να τελούν υπό την διαχείριση του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών μέχρι το έτος 1970 αποτελέσαντα χώρους αποθήκευσης υλικών δικαιοδοσίας Υγειονομικού Κέντρου και του Κέντρου Πρόνοιας Ρόδου ή στεγάζονταν σ' αυτά υπάλληλοι του παραπάνω ιδρύματος και στη συνέχεια περιήλθαν στη διοίκηση, διαχείριση και γενικά δικαιοδοσία του Υπουργείου Οικονομικών. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την απόκτηση κυριότητας επί των ιδανικών μεριδίων των εναγομένων στα αναφερόμενα τμήματα ακινήτων γαιών … και γαιών …. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, 8 Ν. 510/1947, 974, 1045 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, με την αιτιολογία "ότι ακόμη και στην περίπτωση της γενόμενης εκχώρησης στο Ελληνικό Δημόσιο της ακίνητης περιουσίας του Ιταλικού Δημοσίου, η διαδοχή αυτή πραγματώθηκε δυνάμει πράξεων που καταχωρίστηκαν στο κτηματολογικό βιβλίο, σε αντίθετη δε περίπτωση, κατά την οποία δεν προηγήθηκε πράξη διαδοχής αλλά το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε και νεμόταν περιουσία ιδιωτών, τότε η κατάληψη αυτή για να είναι συνταγματικά αποδεκτή έπρεπε να πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, δηλαδή να γίνεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας και κατόπιν προηγούμενης αποζημίωσης του ιδιοκτήτη και έτσι η άσκηση από το αναιρεσίβλητο της ένδικης αγωγής που ερείδεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού με επίκληση δεκαπενταετούς νομής, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του και σε βάρος των εκκαλούντων η κτητική παραγραφή του δικαιώματος, συνιστά απόπειρα μη σύμφωνης με το Σύνταγμα κρατικοποίησης ιδιωτικής ιδιοκτησίας", έσφαλε παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αφού ο θεσμός της έκτατης χρησικτησίας (και της κτητικής παραγραφής) είναι νόμιμος θεσμός στο πλαίσιο ικανοποιήσεως όχι μόνο του ατομικού αλλά και του γενικού συμφέροντος. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 119/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή