Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1754 / 2012    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο - Ουσιώδη πλάνη - Δεν είναι ακυρώσιμη αν εμφυλοχωρεί εσφαλμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της δικαιοπραξίας. Η δικαιοπραξία θα ισχύσει για εκείνο που θέλησαν τα μέρη βάσει του άρθρου 173 Α.Κ. Παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων – παραβιάζονται όταν παρά τη διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει σ΄ αυτούς. Προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Απορρίπτει αναίρεση κατά της 4337/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.




Αριθμός 1754/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. - Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2005 μη οριστική και 465/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4337/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2011 αίτησή της και τους από 13/9/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, η εμπράγματη σύμβαση για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να γίνει μεταγραφή αυτής στα οικεία βιβλία μεταγραφών, οπότε και επέρχεται το μεταβιβαστικό της κυριότητας αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 140-142 και 144 αριθ. 1 ΑΚ, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως από ουσιώδη πλάνη, η σχετική δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη, εκτός αν ο δέκτης της δηλώσεως την αντιλαμβάνεται όπως τη θέλησε ο δηλών. Η εν λόγω περίπτωση διαφέρει εκείνης κατά την οποία εμφιλοχωρεί εσφαλμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της δικαιοπραξίας. Τότε η δικαιοπραξία αυτή δεν έχει ελάττωμα και θα ισχύσει για εκείνο που θέλησαν τα μέρη, έστω και αν δεν ανταποκρίνεται στις δηλώσεις τους, βάσει του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, που επιτάσσει την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις. Η αρχή, κατά την οποία "falsa demonstratio non nocet", καταλαμβάνει και τις τυπικές δικαιοπραξίες, έστω και αν ο τύπος αυτός απαιτείται κυρίως για την προστασία των τρίτων, όπως συμβαίνει με την μεταγραφή. Γι' αυτό στη σχετική δικαιοπραξία είναι αναγκαίο να περιβληθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενό της τον τύπο περιβεβλημένης δηλώσεως, με την οποία θα ισχύσει η πραγματική βούληση των μερών, αρκεί αυτή να έχει εκφρασθεί κατά κάποιο ασαφή ή ατελή τρόπο, ώστε να είναι δυνατόν εντεύθεν να διαπιστωθεί από τους τρίτους. Τυχόν διόρθωση η συμπλήρωση της ελλείψεως μεταγενεστέρως δεν αποτελεί νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο καταρτίσεως αυτής που διορθώνεται ή συμπληρώνεται.
Συνεπώς, για την ύπαρξη εσφαλμένης περιγραφής του αντικειμένου της πωλήσεως, όπως όταν στην οικεία σύμβαση αναφέρεται ως πωλούμενο ακίνητο το α αντί του β, που οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά κατά τις διαπραγματεύσεις να αποτελέσει το αντικείμενο της πωλήσεως, πρέπει να εκφράσθηκαν εσφαλμένως όλοι οι συμβληθέντες. (ΑΠ 921/1999, ΑΠ 1566/1992). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "ΛΥΣΕΖΑ" της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνα και ήδη Κοινότητας Σταμάτας Αττικής, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, εκτάσεως 810,84 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία αγνώστων, πρώην Η., νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η., ανατολικά με αγροτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η., δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Δ. Π. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, πρώην Η.. Το εν λόγω ακίνητο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το απέκτησε με αγορά από την Μ. χήρα Α. Π., το γένος Θ. Τ., δυνάμει του με αριθμό .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Μιχαηλίδου-Πριμικύρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος στις 18-5-1989, στον τόμο ... και με αριθμό 188. Στο συμβόλαιο αυτό από παραδρομή, που οφείλεται σε εσφαλμένη απεικόνιση του ακινήτου, το οποίο οι συμβαλλόμενες είχαν συμφωνήσει να πωληθεί, στο από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. που προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο, περιγράφηκε ως ακίνητο έκτασης 1053 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 16 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Κ. και ήδη αγνώστου και σε πρόσωπο 4,60 μέτρων και 6,60 μέτρων με αγροτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά 22,60 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην Η. και ήδη αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρά 23,10 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοδυτικά σε πλευρά 19,25 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά 39,80 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Τούτο αποτελεί υπόλοιπο τμήμα του με αριθμό 43 αγροτεμαχίου του διαγράμματος διανομής του κτήματος Σταμάτας και αποκτήθηκε από την πωλήτρια εν μέρει κατά 430 τ.μ. πλέον ή έλαττον από αγορά από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας, με το .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθανασίου Νεκταρίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, και εν μέρει κατά 623 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το νεμήθηκε συνεχώς από το έτος 1958 μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Το ως άνω ακίνητο που περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό βρίσκεται δυτικά του ακινήτου της πωλήτριας, είναι συνεχόμενο του τελευταίου, αποτελούσε δε και αυτό τμήμα του με αριθμό 43 αγροτεμαχίου, εκτάσεως 1000 τ.μ., το οποίο ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας είχε πωλήσει στον Δ. Π. με το .../1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αθανασίου Νεκταρίου, ενώ το τμήμα των 430 τ.μ. που αναφέρεται στον τίτλο της πωλήτριας, ήτοι στο .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθανασίου Νεκταρίου, που στην πραγματικότητα έχει έκταση 332,51 τ.μ. και το υπόλοιπο τμήμα που είχε καταλάβει η πωλήτρια, που απαρτίζουν το επίδικο, το οποίο οι συμβαλλόμενες είχαν συμφωνήσει να πωληθεί δεν προσδιορίζεται στη θέση αυτή, αλλά ως τμήμα του ακινήτου που βρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας Π. (μετέπειτα Μ. Π.). Η εν λόγω εσφαλμένη περιγραφή διέλαθε της προσοχής των συμβαλλομένων, η αληθινή όμως βούλησή τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν στο εν λόγω συμβόλαιο, ήταν να μεταβιβαστεί το ακίνητο που η πωλήτρια είχε αποκτήσει κατά τα προαναφερθέντα εν μέρει από αγορά με το .../1058 συμβόλαιο και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ. Στο ίδιο συμβόλαιο η πωλήτρια εκφράστηκε σαφώς και η αγοράστρια δέχτηκε, ότι η πρώτη της μεταβιβάζει το ακίνητο που απέκτησε εν μέρει με το ως άνω συμβόλαιο και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία, το οποίο εξάλλου ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή αυτή. Έτσι, από τα παραπάνω δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η βούληση των συμβληθέντων να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού εκφράστηκε, έστω και ατελώς, στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, η δε ως άνω ατέλεια, ήτοι η εσφαλμένη αναγραφή της έκτασης, της θέσης και εν μέρει των ορίων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, αφού, ενόψει της αναφοράς και του τίτλου της πωλήτριας, οι τρίτοι μπορούν να διαπιστώσουν ότι η προφανής θέληση των δικαιοπρακτούντων ήταν να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού. Τα ανωτέρω έγιναν αντιληπτά από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη περί τις αρχές του έτους 2004 και οι συμβαλλόμενες προέβησαν σε διόρθωση του ως άνω συμβολαίου με την .../2004 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μπάρλα-Πελέκη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, στον τόμο ... και με αριθμό 788. Όμως, η ως άνω διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη δεν συνιστά νέα δικαιοπραξία κατά τρόπο που να επηρεάζει το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως που διορθώνεται, συνακόλουθα και το χρόνο κτήσεως της κυριότητας, που είναι ο χρόνος μεταγραφής του .../1989 συμβολαίου, ήτοι η 18-5-1989". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο το έτος 1989, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, ότι από παραδρομή στο συμβόλαιο αγοράς περιγράφηκε ως πωληθέν όμορο ακίνητο, η βούληση όμως των συμβληθεισών ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο και όχι το όμορο αυτού ακίνητο και ότι η διορθωτική πράξη που έλαβε χώρα το 2004 δεν συνιστά νέα δικαιοπραξία. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί πλάνης και απάτης των άρθρων 140, 141, 142, 147 ΑΚ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 195 ΑΚ, κατά την οποία "σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της", οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι η βούληση των συμβαλλομένων να μεταβιβαστεί ο επίδικο ακίνητο και όχι το όμορο αυτού εκφράστηκε, έστω και ατελώς, στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την συμφωνηθείσα μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από παραδρομή, οφειλόμενη σε εσφαλμένη απεικόνιση στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, περιγράφηκε ως πωληθέν όμορο ακίνητο, ότι η εσφαλμένη αυτή περιγραφή διέλαθε της προσοχής τους, η αληθινή όμως βούλησή τους ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια είχε αποκτήσει, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ., το οποίο ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή, ότι ενόψει της αναφοράς στο συμβόλαιο και του τίτλου της πωλήτριας η ατελής έκφραση της βούλησης των συμβαλλομένων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, ότι ουδεμία διάσταση υπήρξε των βουλήσεών τους, ούτε πλάνη, ούτε απάτη, ότι οι βουλήσεις τόσο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας όσο και της πωλήτριας δικαιοπαρόχου της συνέπιπτε στο ότι και οι δύο ήθελαν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια απέκτησε εν μέρει με συμβόλαιο το 1958 και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία και ότι όταν έγινε αντιληπτή η εσφαλμένη περιγραφή το 2004 οι συμβαλλόμενες προέβησαν σε διόρθωση του συμβολαίου με συμβολαιογραφική πράξη, χωρίς αυτή η διορθωτική αυτή πράξη να συνιστά νέα δικαιοπραξία. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Εκ πλαγίου δε κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στην πώληση του επίδικου ακινήτου και παρόλα αυτά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, καταλήγοντας σε εσφαλμένο συμπέρασμα με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία. Από την επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, ότι παρά την εσφαλμένη περιγραφή που διέλαθε της προσοχής των συμβαλλομένων, του πωληθέντος ακινήτου στο επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, η αληθινή βούλησή τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν, ήταν να μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο, που η πωλήτρια είχε αποκτήσει, συνολικής έκτασης 810,84 τ.μ. και το οποίο ήταν και το μοναδικό που είχε στην περιοχή, και όχι το όμορο, ενόψει και της αναφοράς στο συμβόλαιο και του τίτλου της πωλήτριας, και ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων εκφράστηκε έστω και ατελώς. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αναφέροντας: α) τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, αλλά σαφώς αμφίβολων σημείων στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και δη την από παραδρομή εσφαλμένη περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου στο συμβόλαιο και την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προς ανεύρεση της αληθινής βούλησής τους, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, β) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως και γ) το ότι το Δικαστήριο άντλησε αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα και συνήγαγε συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, για να εξακριβώσει την αληθινή βούληση που δηλώθηκε έστω και ατελώς με την επίμαχη εσφαλμένη περιγραφή της έκτασης, της θέσης και εν μέρει των ορίων του πωληθέντος ακινήτου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. ’σκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρόβαλε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δέχτηκε τα ακόλουθα: Το ίδιο ακίνητο οι γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας Ν. Κ. και Ε.-Α. σύζ. Ν. Κ., το γένος Ε. Α., το μεταβίβασαν σ' αυτή με το .../2-7-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Παπαδογεωργή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στις 9-7-2004, στον τόμο ... και με αριθμό 338. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα ότι το νεμήθηκαν επί είκοσι και πλέον έτη συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση, τη θέση και τον προορισμό του. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1958 μέχρι τις αρχές του έτους 1988 ασκούσε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ενώ οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας άσκησαν επ' αυτού πράξεις νομής μετά το έτος 1988 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (12-10-2004) και όχι από το έτος 1966 και εφεξής, όπως αυτή ισχυρίζεται. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Μ. Π., θεία της, με το .../6-3-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αθανασίου Νεκταρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας τμήμα του επιδίκου, έκτασης κατά το ως άνω συμβόλαιο 430 τ.μ., στην πραγματικότητα όμως, σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 332,51 τ.μ. Αμέσως μετά την εν λόγω αγορά, αυτή κατέλαβε την έκταση των 332,51 τ.μ. που αγόρασε, καθώς και συνεχόμενη έκταση 478,33 τ.μ., η οποία κείται νοτιοανατολικά της πρώτης, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στην ιδιοκτησία Η. και είχε απομείνει αδιάθετη, συνολικού εμβαδού (αγορασθείσας και καταληφθείσας) 810,84 τ.μ. και όχι 813,62 τ.μ. και έκτοτε, ήτοι από το Μάρτιο του έτους 1958 μέχρι και τις αρχές του 1988 την ενιαία αυτή έκταση, που διαχωρίζονταν από το προς δυσμάς ακίνητο του Δ. Π. με ξερολιθιά και δεν ήταν περιφραγμένη βρίσκονταν εκτός σχεδίου, σε εξοχική τοποθεσία, νέμονταν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας επ' αυτής πράξεις δηλωτικές εξουσιάσεως, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό της. Συγκεκριμένα από το έτος 1958 μέχρι και το έτος 1986 την επισκέπτονταν κάθε έτος εμφανώς με το σύζυγό της και φίλους τους και από το έτος 1968 και με τον εγγονό της Α. Π., με τον οποίον έκτοτε πήγαιναν κάθε χρόνο για να πετάξουν χαρταετό, και, επίσης, κάθε έτος την καθάριζαν από τα αγριόχορτα. Το φθινόπωρο του έτους 1986 ο σύζυγός της αρρώστησε και τον Απρίλιο του έτους 1987 πέθανε. Το έτος αυτό δεν την επισκέφθηκε κανείς, ενώ στις αρχές του έτους 1988, κατόπιν εντολής της, ο γιός της Θ. Π., με τη βοήθεια και του Λ. Κ., οικογενειακού φίλου των γονέων του, προέβη σε περίφραξη της βόρειας και ανατολικής πλευράς της με χαμηλή λιθοδομή. Έκτοτε δεν επισκέφθηκε κανείς το επίδικο, ενώ μετά την αγορά του, το έτος 1989, η ενάγουσα επισκέπτονταν το όμορο αυτού, το οποίο υπολάμβανε ότι αγόρασε. Οι γονείς της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίοι είναι συγκύριοι ακινήτου που βρίσκεται προς νότον της επίδικης έκτασης και μεταξύ αυτών παρεμβάλλεται άλλο ακίνητο, ιδιοκτησίας Δ. Α., κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο μετά το έτος 1988 και το περιέφραξαν, περί το έτος 1995 τοποθέτησαν παροχή νερού, κατασκεύασαν και μικρό βοηθητικό κτίσμα για τοποθέτηση εργαλείων και για κονικλοτροφείο, φύτεψαν δένδρα και το καλλιεργούσαν με λαχανικά μέχρι τις αρχές Ιουλίου του έτους 2004, που το μεταβίβασαν στην αναιρεσείουσα, έκτοτε δε αυτή συνέχισε την καλλιέργειά του μέχρι την άσκηση της αγωγής. Πράξεις νομής σε προγενέστερο χρόνο των γονέων και δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου και συγκεκριμένα από το Μάιο του έτους 1984 μέχρι και το έτος 1988 δεν αποδείχθηκαν, ενώ η σύνταξη του από 1985 τοπογραφικού διαγράμματος από τον τοπογράφο - αγρονόμο μηχανικό Ι. Μ., κατόπιν εντολής του πατέρα της αναιρεσείουσας, που του κατέβαλε και ποσό 10.000 δραχμών ως αμοιβή, στις 16-5-1986, στο οποίο αποτυπώνει τις εκτάσεις που δεν πωλήθηκαν από τους κληρονόμους Η. και το επίδικο φέρεται με τον αριθμό 1 ως κατεχόμενο από τρίτους δεν αποτελεί εμφανή πράξη νομής του. Επίσης δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής και του παππού της αναιρεσείουσας (πατέρα της μητέρας της) Ε. Α. από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1984, όπως αυτή ισχυρίζεται. Περί του γεγονότος ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ασκούσε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι σαφείς η κατάθεση του μάρτυρος της Η. Τ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος συνέταξε και την από 10-7-2004 έκθεση φωτοερμηνείας και όσα καταθέτει για τη χρήση του επιδίκου είναι προϊόν επιστημονικής του μελέτης, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Μ. Π., η οποία το έτος 1973 αγόρασε το όμορο του επιδίκου οικόπεδο από το Δ. Π., του Θ. Π., τέκνου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος επισκέπτονταν το επίδικο με αυτή και το έτος 1988 κατασκεύασε τη χαμηλή λιθοδομή, και του Λ. Κ., οικογενειακού φίλου της οικογένειας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος επισκέπτονταν με αυτήν το επίδικο και βοήθησε το γιό της, το έτος 1988, στην κατασκευή της λιθοδομής, οι οποίες κρίνονται πειστικές, διότι για όσα βεβαιώνουν έχουν άμεση αντίληψη, ενισχύονται δε: α)από την από 10- 7-2004 ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία αναφέρεται ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1962, 1979, 1983 και 1987 δεν εμφανίζονται πράξεις νομής επί του επιδίκου (καλλιέργεια, περίφραξη), ότι στην αεροφωτογραφία του έτους 1988 εμφανίζεται περίφραξη αυτού στη βόρεια και ανατολική πλευρά του με χαμηλό τοιχίο ή ξερολιθιά και ότι το πρώτον, στις αεροφωτογραφίες του έτους 2001 εμφανίζεται παράπηγμα και βλάστηση, που υποδηλώνει καλλιέργεια, β)από τις από 10-1-2005 γνωματεύσεις του γεωπόνου Α. Π. και του γεωπόνου - αρχιτέκτονα τοπίου Α. Τ., οι οποίοι γνωματεύουν ότι η ηλικία των δένδρων που υπάρχουν στο επίδικο δεν ξεπερνάει τα οκτώ έτη, οι οποίες (γνωματεύσεις) συμπορεύονται και με την ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας και γ) το από 1985 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - αγρονόμου μηχανικού Ι. Μ., στο οποίο το επίδικο φέρεται ως ιδιοκτησία Η. κατεχόμενη από τρίτους, αναφορά που δεν ήταν αναγκαία, αν πράγματι το κατείχαν οι γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας, αφού με εντολή του πατέρα της συντάχθηκε το εν λόγω τοπογραφικό, δεν αναιρούνται δε: α) από την από 12-1-2005 γνωμάτευση του γεωπόνου ανθοκομίας Α. Π., στην οποία αναφέρεται ότι δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ασφαλώς και με ακρίβεια η ηλικία των δένδρων, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις επικρατούσες εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής καλλιέργειας και τις τυχόν καλλιεργητικές φροντίδες (άρδευση, λίπανση, κλάδεμα), τις οποίες έχουν δεχθεί τα δένδρα κατά τη διάρκεια της ζωής τους, διότι αποφεύγει να γνωματεύσει ο ίδιος για την ηλικία τους, λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω παράγοντες, β) από την αποτύπωση στο από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. (στο οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, το επίδικο τοποθετείται εσφαλμένα στη θέση του ακινήτου ιδιοκτησίας Π.), ξερολιθιάς ως όριο ιδιοκτησίας μεταξύ του ακινήτου της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και του ομόρου προς δυσμάς κτήματος Π., δηλαδή ξερολιθιάς που βρίσκεται ανάμεσα στην ανατολική πλευρά του κτήματος Π. και στη δυτική πλευρά του επιδίκου, η οποία δικαιολογείται, διότι και στην πλευρά αυτή υπήρχε ξερολιθιά, έστω και κατεστραμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω έκθεση φωτοερμηνείας, ο εν λόγω δε μηχανικός, λόγω του σφάλματος που προαναφέρθηκε, δεν αποτύπωσε λεπτομερώς και το επίδικο και ειδικότερα τα όριά του στη βόρεια και ανατολική πλευρά του, ώστε να αποκλείεται η κατασκευή ξερολιθιάς σ' αυτές το έτος 1988 από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης. Αντίθετα, η κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Ε. - Α. Κ. και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της Α. Α. - Τ. και Μ. Σ. - Κ., καθώς και οι υπ' αριθμ. .../2-7-2004 και .../2004 ένορκες βεβαιώσεις των δύο τελευταίων ενώπιον του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Σταύρου Παπαδογεωργή, που προσαρτήθηκαν στο συμβόλαιο γονικής παροχής της αναιρεσείουσας και λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι οποίες καταθέτουν (η πρώτη) και βεβαιώνουν οι υπόλοιπες για κατάληψη του επιδίκου από τους γονείς της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί το Μάιο του έτους 1984, κατόπιν μεσολαβήσεως του δικηγόρου των αδελφών Η. Χ. Α. και για πράξεις νομής επ' αυτού έκτοτε (περίφραξη, δενδροφύτευση) δεν κρίνονται πειστικές, διότι έρχονται σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα έγγραφα (έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία αναφέρεται κατασκευή λιθοδομής στο επίδικο το έτος 1988 και τις γνωματεύσεις των δύο γεωπόνων). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το επίδικο από το έτος 1966 το νέμονταν ο παππούς της Ε. Α., ο οποίος το έτος 1964 ήλθε σε συνεννόηση με τον Η. Η. να το αγοράσει και του κατέβαλε 1.000 δραχμές, με την πρόθεση να υπογράψουν συμβόλαιο μόλις ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες, αλλά αυτός πέθανε το Μάρτιο του ιδίου έτους και δεν πρόλαβε να υπογράψει το συμβόλαιο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Η μητέρα της επιβεβαιώνει μεν την επικαλούμενη άτυπη συμφωνία και την καταβολή του χρηματικού ποσού των 1000 δραχμών, αλλά από κανένα από τα προσαγόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι αυτός το έλαβε στην νομή του και άσκησε από το έτος 1966 και εφεξής πράξεις νομής επ' αυτού. Η αναγραφή δε στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Μ., που εκπονήθηκε το έτος 1966 και προσαρτήθηκε στο υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Σαρρή, του επιδίκου, που ήταν όμορο με το ακίνητο που δωρίζονταν με το ως άνω συμβόλαιο, ως ιδιοκτησία του παππού της αναιρεσείουσας Ε. Α. (ο οποίος μάλιστα δεν είχε σχέση με τη σύνταξη του τοπογραφικού και την κατάρτιση του συμβολαίου), δεν αποτελεί εμφανή πράξη νομής του επ' αυτού. Επίσης δεν αποτελεί εμφανή διακατοχική πράξη, που δεικνύει φυσική εξουσία των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου και η υποβολή δηλώσεως και αντιρρήσεων, το έτος στην υπηρεσία κτηματογράφησης, προς ένταξη στο υπό κατάρτιση σχέδιο κτηματογράφησης της περιοχής Σταμάτας οικοπέδου τους εμβαδού 650 τ.μ., καθώς και του επιδίκου, το οποίο αναφέρουν ως οικόπεδο εκτάσεως 2.200 τ.μ. και ότι κείται νότια της ως άνω ιδιοκτησίας τους, πέραν της αόριστης αναφοράς του στην εν λόγω δήλωση, διότι δεν αναφέρουν σ' αυτή ούτε τα όρια ούτε τον τρόπο κτήσης της κυριότητάς του, όπως αναφέρουν για το ακίνητο τους των 650 τ.μ., της αναφοράς σχεδόν διπλάσιας έκτασης από αυτή που πράγματι έχει το επίδικο και της εσφαλμένης αναφοράς της θέσης του, καθόσον το επίδικο κείται βορείως της ιδιοκτησίας τους των 650 τ.μ., ενώ αυτοί δηλώνουν ακίνητο που κείται νοτίως της ιδιοκτησίας τους αυτής, στοιχεία που δείχνουν ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση τους με το επίδικο και φυσική εξουσίασή του. Τέλος, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί και από: α) τον από Ιανουαρίου 1992 κτηματολογικό πίνακα της Κοινότητας Σταμάτας Αττικής, στον οποίο οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας αναφέρονται ως συνιδιοκτήτες του επιδίκου, β) την από 6-9-1992 δήλωση ιδιοκτησίας στην υπηρεσία κτηματογράφησης, με την οποία οι δικαιοπάροχοί της δηλώνουν ότι είναι συνιδιοκτήτες του οικοπέδου τους, που κατά τα ανωτέρω βρίσκεται πλησίον του επιδίκου και, στην ερώτηση του εντύπου εάν έχουν άλλη ιδιοκτησία στην περιοχή, απαντούν ναι, το οικόπεδο με κτηματολογικό αριθμό 020217, δηλαδή το επίδικο, γ)την από 6-12-1996 ένσταση των ιδίων στην ίδια υπηρεσία, με την οποία ζητούν αυτό να μείνει εκτός σχεδίου, ώστε να διατηρήσει η περιοχή τον έντονα εξοχικό - αγροτικό χαρακτήρα της, διότι όλες οι ανωτέρω ενέργειές τους έλαβαν χώρα όταν το επίδικο πράγματι βρίσκονταν στην κατοχή τους. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με τον επικαλούμενο με την αγωγή της παράγωγο τρόπο, αφού το αγόρασε από την αληθή κυρία αυτού Μ. Π., η οποία το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 μέχρι το έτος 1988, δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία και κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η δε κυριότητά της δεν καταλύθηκε, αφού από το έτος 1989 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2004), που το νεμήθηκαν οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας και στη συνέχεια η ίδια, δεν συμπληρώνεται εικοσαετία, ώστε αυτή, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της, να καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο το έτος 1989, δυνάμει του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου, αγοράζοντας αυτό από την αληθή κυρία αυτού Μ. χήρα Α. Π., η οποία πωλήτρια είχε καταστεί κυρία εν μέρει με αγορά και εν μέρει κατά 478,33 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, ότι πράξεις νομής επί του ενιαίου επίδικου ακινήτου ασκούσε από το έτος 1958 μέχρι τις αρχές του έτους 1988 η ως άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, ενώ οι δικαιοπάροχοι της εναγομένης-αναιρεσείουσας άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού μόνο μετά το έτος 1989 και μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2004. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επικύρωσε και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Μ. Π. και στη συνέχεια το έτος 1989 από την ίδια την αναιρεσίβλητη, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ως άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης κατέστη κυρία του επιδίκου εν μέρει κατά 332,51 τ.μ. το 1958 από αγορά από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σταμάτας, και εν μέρει κατά 478,33 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, καθώς επίσης έγινε κυρία του όλου ενιαίου επιδίκου, έκτασης 810,84 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1958 μέχρι το έτος 1988 ασκούσε σ' αυτό με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες πράξεις νομής, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παππούς της εναγομένης-αναιρεσείουσας ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου από το έτος 1966 και ότι, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας και γονείς της ασκούσαν πράξεις νομής μόνο από το έτος 1989 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το 2004 και έτσι δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη εικοσαετία για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2011 αίτηση και τους από 13-9-2012 πρόσθετους λόγους της Χ.-Ε. για αναίρεση της 4337/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή