Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 406 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Παραπομπή για παράβαση του άρθρου 242 παρ. 3 Π.Κ. Στοιχεία της πράξης αυτής. Αιτιολογία. Απορρίπτεται η αναίρεση





ΑΡΙΘΜΟΣ 406/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2 2. Χ3 και 3. Χ4. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 470/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού με αριθμό 226/6-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, κατά του υπ'αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και ειδικότερα κατά του μέρους αυτού δια του οποίου επεκυρώθη η παραπομπή του αναιρεσείοντος δια την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως εις βαθμό κακουργήματος, εκθέτω τα εξής:
Δια του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), δια να δικασθή και δια ψευδή βεβαίωση κατ'εξακολούθηση, με σκοπούμενο αθέμιτο συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.).
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 242 § 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι δια την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρ. 13 περ. α' και 263Α του Π.Κ., στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, να βεβαιώνη σε τέτοιο έγγραφο, για την κατάρτιση του οποίου έχει καθ'ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα, ψευδώς περιστατικό που δύναται να έχη έννομες συνέπειες, δηλαδή να αναφέρεται στην γέννηση, μεταβολή ή απώλεια δικαιώματος ή δημοσίας ή ιδιωτικής εννόμου σχέσεως ή καταστάσεως. Δια την κακουργηματική δε μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, κατά την παράγρ. 3 του άρθρου 242 ΠΚ, ως συνεπληρώθει δι'άρθρ. 14 § 6 Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίση εις εαυτόν ή άλλον αθέμιτον όφελος ή να βλάψη άλλον παράνομα, αλλά και το συνολικόν όφελος ή η συνολική βλάβη να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (ΑΠ 858/2004 εις ΠΧ/ΝΕ'/322). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 98 § 2 ΠΚ, ως η παράγρ. αυτή προσετέθη δι'άρθρ. 14 § 1.1 Ν 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικώς υπ'όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξ'άλλου, έλλειψη της κατά το άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και το άρθρ. 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 περ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση σχετικώς με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, δια την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 572/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόσαν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 67/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/697), εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων στο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, κατ'είδος προσδιορισμένων, προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα ουσιώδη μέρη των, έχουν ως εξής: Την ...... έληξε η προθεσμία καταθέσεως αιτήσεων αλλοδαπών, δι'άδεια παραμονής. Ο αναιρεσείων, όμως, ως υπάλληλος του Δήμου Νέας Αρτάκης Ευβοίας, με καθήκον την έκδοση και σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς και με πρόθεση περιστατικά δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό το αθέμιτο όφελος, υπερβαίνον το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και συγκεκριμένα, κατά το από Οκτωβρίου μέχρι και Δεκεμβρίου του έτους 2001 χρονικό διάστημα, ενώ η ως άνω προθεσμία είχε λήξει, παρέλαβε από συγκατηγορουμένους του (Χ5, Χ6, Χ2, Χ7 κλπ), καθώς και από τρεις αλλοδαπούς, 1700 αιτήσεις αλλοδαπών για άδειες παραμονής αυτών και κατεχώρησε τις αιτήσεις αυτές στον ως άνω Δήμο, θέτοντας ως ημερομηνία κατάθεσης ......, ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, για να εμφανισθούν οι αιτήσεις αυτές ως δήθεν εμπρόθεσμες και να προσπορίσει στον εαυτό του όφελος ποσού 30.000 δραχμών (88,04 ευρώ) για κάθε αίτηση αλλοδαπού.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, δια την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε. Είναι δε αβάσιμες οι αιτιάσεις, ότι εκ του προσδιορισμού των ως άνω ψευδών βεβαιώσεων μόνο κατά τον αριθμό τους και εκ της ελλείψεως προσδιορισμού των στοιχείων των αλλοδαπών τους οποίους αφορούν αυτές, δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός των αποδιδομένων στον αναιρεσείοντα πράξεων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, κατ'ακολουθία, πρέπει ν'απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 15 Μαΐου 2007Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του άρθ. 242 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθ.1 παρ.7 β' του Ν.2408/1996 και 14 παρ.6 του Ν.2721/1999, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με κάθειρξη, αν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του κακουργήματος αυτού απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α' και 263 Α' ΠΚ. αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερόμενου στο άρθρ. 438 ΚΠολΔ "δημοσίου εγγράφου", γ) οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώνει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής αυτών και ε) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παρανόμως άλλον, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή του, το δε όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθ. 484 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση σχετικώς με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό του προσβαλλόμενο υπ'αριθ 149/2007 Βουλεύματός του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, δηλαδή καταθέσεων εξετασθέντων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών κατηγορουμένων, δέχθηκε, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 242 παρ.3 του ΠΚ, δηλαδή της κακουργηματικής μορφής ψευδούς βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση, ως προς την οποία και μόνο προσβάλλεται το ανωτέρω βούλευμα με την από 20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, τα αναφερόμενα σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα ουσιώδη μέρη τους, έχουν ως ακολούθως: Την 8-1-2002, σε γενόμενο έλεγχο αλλοδαπών από αστυνομικούς του 1ου Τμήματος της Υποδ/νσης Αλλοδαπών Αττικής, εντοπίστηκε η υπήκοος ...... Χ5 να παραδίδει στον ......... μία υπεύθυνη δήλωση χωρίς στοιχεία, η οποία έφερε σφραγίδα του Α.Τ.Ακροπόλεως, που χρησιμοποιείται για την βεβαίωση του γνησίου υπογραφής, στρογγυλή σφραγίδα του ιδίου Α.Τ. και σφραγίδα με τα στοιχεία του Χ3, που υπηρετούσε στο πιο πάνω αστυνομικό τμήμα ως Αρχιφύλακας και είχε αρμοδιότητα να βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής των πολιτών που απευθύνονταν στην υπηρεσία του... την 20-2-2002, σε έρευνα που έγινε στην τσάντα της Χ6, βρέθηκαν έγγραφα τα οποία αποδείκνυαν ότι η ανωτέρω είχε αναπτύξει σχετική δραστηριότητα τόσο στην περιφέρεια Αττικής, όσο και στο Δήμο Ν.Αρτάκης. Σε τετράδιο-σημειωματάριο της ανωτέρω αναγράφονταν στοιχεία αλλοδαπών, για λογαριασμό των οποίων είχε καταθέσει δικαιολογητικά για την έκδοση αδείας παραμονής. Στο διαμέρισμα της ιδίας κατηγορουμένης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν σημείωμα στο οποίο αναγράφονταν ονόματα αλλοδαπών και αντίστοιχα χρηματικά ποσά, τα οποία η ίδια είχε δώσει σε άτομα με το όνομα "........" για την έκδοση αδειών παραμονής, αδειών οδήγησης, σημείωμα στο οποίο αναγράφονταν 21 ονόματα αλλοδαπών, για τους οποίους είχε καταθέσει δικαιολογητικά στο Δήμο Ν. Αρτάκης... Το καλοκαίρι του 2001 η κατηγορουμένη Χ6 γνώρισε την επίσης κατηγορουμένη Χ7 και άρχισαν να συνεργάζονται και περί τα μέσα Αυγούστου και ενώ η προθεσμία κατάθεσης δικαιολογητικών είχε λήξει, οι κατηγορούμενες κατέθεταν εκπρόθεσμα δικαιολογητικά αλλοδαπών στο Δήμο Ν. Αρτάκης, στα οποία ο υπάλληλος του Δήμου Χ1 και ήδη κατηγορούμενος έθετε προγενέστερη ημερομηνία, έτσι ώστε να φαίνεται ότι είχαν κατατεθεί εμπρόθεσμα.. 'Ετσι έχουσα η εικόνα της συνολικής λειτουργίας του κυκλώματος, δείχνει με σαφήνεια ότι επρόκειτο για μία οργανωμένη ομάδα τουλάχιστον τριών ατόμων τα οποία συνεργάζονταν με κοινό δόλο και δράση και πετύχαιναν να προμηθεύουν αλλοδαπούς με πλαστά νομιμοποιητικά έγγραφα, αποκομίζοντας και μεγάλα οικονομικά οφέλη... Στην ομάδα κυρίαρχο ρόλο έπαιζε ο κατηγορούμενος Χ1, χωρίς τη συνδρομή του οποίου η επιχείρηση δεν θα επετύγχανε και ο οποίος απαιτούσε και ελάμβανε προκαταβολικά το ποσό των 30.000 δραχμών για κάθε αίτηση και επί πλέον 50.000 δραχ, για κάθε συνοδευτικό της αίτησης παράβολο... Στις ....... έληξε η προθεσμία καταθέσεως αιτήσεων αλλοδαπών, για άδεια παραμονής. Τότε, οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος κατέθεσαν εκπρόθεσμα σ'αυτόν 1700 αιτήσεις αλλοδαπών για άδεια παραμονής και αυτός, ως υπάλληλος του Δήμου Νέας Αρτάκης Ευβοίας, με καθήκον την έκδοση και σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα και με πρόθεση περιστατικά δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες, με σκοπό το αθέμιτο όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ειδικότερα, κατά το από Οκτωβρίου μέχρι και Δεκεμβρίου του έτους 2001, χρονικό διάστημα, καταχώρισε τις αιτήσεις αυτές στον ως άνω Δήμο, θέτοντας ως ημερομηνία κατάθεσης την ...... ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, προκειμένου να εμφανισθούν οι αιτήσεις αυτές ως δήθεν εμπρόθεσμες και να προσπορίσει στον εαυτό του όφελος ποσού 30.000 δραχμών (88,04 ευρώ) για κάθε αίτηση.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθ. 93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο, εκτός των άλλων, παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, μνημονεύει δε με κάθε λεπτομέρεια τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, ενώ παραθέτει αναλυτικώς τις νομικές σκέψεις και τους συλλογισμούς, με τους οποίους σχημάτισε τεκμηριωμένη δικανική πεποίθηση, καθόσον, ειδικότερα, προσδιορίζεται σαφώς η , σύμφωνη με τα άρθρα 13 εδ.α' και 263 Α' ΠΚ, ιδιότητα (υπαλληλική) του κατηγορουμένου, το δημόσιο, κατ'άρθρον 438 ΚΠολΔ, έγγραφο, επί του οποίου αυτός βεβαίωσε ψευδώς ότι οι αιτήσεις κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, η πρόθεση (δόλος) του δράστη (κατηγορουμένου) να βεβαιώσει το ψευδές περιστατικό της φερόμενης εμπρόθεσμης κατάθεσης των αιτήσεων, καθώς και ο σκοπός του να περιποιήσει στον εαυτό του το παράνομο (αθέμιτο) όφελος, αυτό της κάρπωσης ποσού 88,04 ευρώ για κάθε αίτηση, με το συνολικό όφελος να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με συνέπεια η ως άνω αξιόποινη πράξη να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα. Εκτός των αναφερομένων στοιχείων, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, πλήρως εξειδικεύονται από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο και στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση με κακουργηματική μορφή, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορισθούν και τα στοιχεία των αλλοδαπών, τους οποίους αφορούσαν οι ψευδείς βεβαιώσεις, αναφορικά πάντοτε με την ημερομηνία κατάθεσης των αιτήσεων. 'Αλλωστε, το μετέπειτα γεγονός της χρησιμοποίησης της ψευδούς βεβαίωσης από τον αυτουργό ή τον συμμέτοχο, αποτελεί μη αυτοτελή αξιόποινη πράξη, ενώ η χρήση αυτής από τρίτο, συνιστά αυτοτελή αξιόποινη πράξη. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ'αριθμ. 149/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2007.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή