Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 430 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.




Περίληψη:
Ψευδής Καταμήνυση , Ψευδορκία Μάρτυρα και Συκοφαντική
Δυσφήμηση κατά συρροή και κατ'εξακ/ση.
1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς ενοχή και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
2. Αν η κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν προταθεί από κάποιο
διάδικο ή τον Εισαγγελέα ή δεν γίνει αντιληπτή από τον πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου.




Αριθμός 430/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Μαρία Βασιλάκη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμό 56/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ρ. - Β. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ'αριθ.161, 216/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2014.
Αφού άκουσε Τον αυτοπροσώπως παραστάντα ως δικηγόρο αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 122 παρ. 1, 126 και 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προκύπτει ότι από την παράβαση των περί τοπικής αρμοδιότητας κανόνων γεννάται μεν ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο περί κατά τόπον αναρμοδιότητας αυτοτελής ισχυρισμός προτάθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αν η κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν προταθεί από κάποιο διάδικο ή τον Εισαγγελέα ή δεν γίνει αντιληπτή από τον πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καλύπτεται και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προβάλλει με ειδικό λόγο εφέσεως την κατά τόπον αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναρμοδιότητα αυτή πάλιν καλύπτεται και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα σχετικού αναιρετικού λόγου, ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος δικηγόρος στο ΔΣΑ, κάτοικος Αθηνών, εισαχθείς σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, πρωτοβαθμίου, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας, ως εκ της δικηγορικής του ιδιότητας, προκειμένου να δικαστεί για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην Αθήνα και στον Πειραιά και δικασθείς αντιμωλία κηρύχθηκε ένοχος με τη με αρ. 196α, 350,414/2013 απόφαση του εν λόγω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταδικασθείς σε φυλάκιση, χωρίς να προταθεί κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου. Κατά της άνω αποφάσεως άσκησε την από 24.10.2007 έφεση ο ήδη αναιρεσείων και κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν πρόβαλε και πάλιν αναρμοδιότητα κατά τόπον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ισχυρισμό περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελούς Εφετείου προβάλει ο νυν αναιρεσείων το πρώτον στην παρούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, πλην, κατά τα προαναφερθέντα, απαραδέκτως, αφού η οποιαδήποτε τυχόν συντρέχουσα τοπική αναρμοδιότητα, καλύφθηκε.
Συνεπώς δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για υπέρβαση εξουσίας, ούτε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 ΠΚ και 122 ΚΠΔ, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, το δικάσαν δικαστήριο είχεν δικαιοδοσία να δικάσει την κατά του κατηγορουμένου σε βαθμό πλημμελήματος κατηγορία, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΚΠΔ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη. Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό και πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί, οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης( άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος(υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση). Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω ειδική αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 161,216/2014 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, για ψευδή καταμήνυση, για ψευδορκία μάρτυρα και για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, σε βάρος των εγκαλούντων δικηγόρων Χ. Σ. και Π. Μ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και οκτώ μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα.
Στο αιτιολογικό της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος α)στις 18-4-2008 1)με την από 18-4-2008 δήλωσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς και 2)με την από 18-4-2008 έγκλησή του, που υπέβαλε ενώπιον του Α'Αστυνομικού Τμήματος Πειραιά κατά των εγκαλούντων Χ. Σ. (δικηγόρου Αθηνών) και Π. Μ. (δικηγόρο Πειραιά) και β)στις 14-5-2008 στην Αθήνα με τη με ίδια ημερομηνία αναφορά του ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, όπου κοινοποίησε την ως άνω αναφερόμενη από 18-4-2008 έγκλησή του εναντίον αμφοτέρων των εγκαλούντων, το περιεχόμενο της οποίας εκτενώς παρατίθεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, κατήγγειλε ότι οι ως άνω εγκαλούντες τον εκβιάζουν και συγκεκριμένα ότι του ζητούσαν το ποσό των πέντε με δέκα χιλιάδων ευρώ, προκειμένου να παραιτηθεί ο πρώτος εγκαλών Χ. Σ. από συνήγορος πολιτικής αγωγής του Κ. Γ., στη δίκη που ήταν κατηγορούμενος αυτός (νυν κατηγορούμενος) για πλαστογραφία και λοιπές αξιόποινες πράξεις. Όσα, όμως κατήγγειλε ο κατηγορούμενος περί εκβίασής του από αμφότερους του εγκαλούντες καθώς και ότι στις 9-4-2008 τον κτύπησε ο πρώτος απ'αυτούς Χ. Σ., όπως όλα αυτά αναφερόνται στο διατακτικό, αποδείχθησαν ψευδή κα αυτός το γνώριζε, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε τόσο η καταγγελόμενη εκβίαση όσο και το επικαλούμενο ως άνω κτύπημα. Ο μάρτυρας υπεράσπισης, που πρότεινε ο κατηγορούμενος Η. Κ. κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο της 18-4-2008, αλλά ότι ήταν έξω από την αίθουσα του Δ.Σ.Π. και ήρθε έξω ο κατηγορούμενος και του είπε ότι ο Σ. τον κτύπησε και ότι τον εκβιάζανε για να του πάρουν λεπτά και ότι ο κ.Κ. ήταν εκεί. Ο Α. Κ. στην από 9-10-2008 ένορκη κατάθεσή του στον Πταισματοδίκη Πειραιά, που αναγνώσθηκε, ουδόλως αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος εκβιάστηκε από τους εγκαλούντες εκείνη την ημέρα (18-4-2008). Σημειωτέον ότι στις 15-3-2011 ο κατηγορούμενος με γραπτή δήλωσή του ανέφερε "ζητώ συγνώμη από το συνάδελφό μου Χ. Σ. για την απρεπή συμπεριφορά μου σε βάρος του την 18-4-2008 και δηλώνω ότι ουδέποτε με εκβίασε ο Χρ.Σ. και η σχετική μήνυση που κατέθεσα εναντίον του αποτελεί προϊόν έντονης συναισθηματικής μου φόρτισης και έχω μετανιώσει για τη συμπεριφορά μου". Κατά την ακροαματική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη ο κατηγορούμενος δήλωσε τα εξής: "ανακαλώ οτιδήποτε έχω πει σε βάρος του κ.Μ. και ζητάω συγνώμη, το γραφείο του Μ. δεν αναμίχθηκε μαζί μου, μόνο με τον κ.Σ. έχω εμπλακεί". Ο ίδιος, όμως, τόσο στην από 18-4-2008 δήλωσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, όσο και στην από 18-4-2008 έγκλησή του κατέθεσε ότι ο Χ. Σ. εκτελούσε εντολές του κ.Μ. Π.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η από 18-4-2008 έγκληση του κατηγορουμένου σε βάρος των εγκαλούντων απορρίφθηκε με την υπ'αριθ.79/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ως ουσία αβάσιμη και επιβλήθησαν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας σε βάρος του κατηγορουμένου, επειδή η έγκλησή του κρίθηκε ότι ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο, χωρίς να ασκηθεί από τον κατηγορούμενο (που είναι δικηγόρος) προσφυγή κατά της εν λόγω διάταξης ενώπιον Εισαγγελέα Εφετών, εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ο κατηγορούμενος στις 18-4-2012, μετά την κατάθεση της ως άνω εγκλήσεώς του στο Α'Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά, προέβη στην ένορκη επιβεβαίωση του περιεχομένου της. Ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος των εγκαλούντων την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς με την ανωτέρω δήλωση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς, την ανωτέρω έγκληση ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του Α'Α.Τ.Πειραιά και την πιο πάνω από 14-5-2008 αναφορά του ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ηθελημένα διέδωσε σε βάρος αυτών (Χ.Σ. και Π.Μ.) ψευδή γεγονότα, που περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, των αρμόδιων οργάνων του Α'Α.Τ.Πειραιά, τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, των δικαστικών λειτουργών και του Γραμματέα του ανωτέρω Τριμελούς Εφετείου Πλημ/κων Πειραιώς, των εισαγγελικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, που χειρίστηκαν την υπόθεση, των δικηγόρων και υπαλλήλων του Δ.Σ. Αθηνών, που επιλήφθησαν της από 14-5-2008 αναφοράς, γνωρίζοντας ότι αυτά μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, αφού ισχυρίστηκε με τις προαναφερόμενες δήλωση, έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα (έγκληση) και αναφορά στο Δ.Σ.Αθηνών, όλα τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της αποφάσεως. Γνώριζε δε την αναλήθεια των όσων αποδίδει σ'αυτές, αφού οι εγκαλούντες είναι έγκριτοι δικηγόροι με νομική επιστημονική κατάρτιση και σπουδές και ότι ουδέποτε συμπεριφέρθηκαν υβριστικά και εκβιαστικά προς τον κατηγορούμενο, και ενήργησε τοιουτοτρόπως προκειμένου να ασκηθεί ποινική και πειθαρχική δίωξη κατ'αυτών (εγκαλούντων). Κατόπιν αυτών, πρέπει ν'απορριφθεί το αίτημα περί διακοπής της δίκης, που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, για να εμφανιστεί και καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο εκ των εγκαλούντων Π. Μ., ως αβάσιμο, αφού τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, έγγραφα, αποφάσεις) είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως και θα ληφθεί υπόψη η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα κατηγορίας, που διαλαμβάνεται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ως άνω πράξεων, που του αποδίδονται, της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, κατ'εξακολούθηση, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, κατ'εξακολούθηση, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικότερα στο διατακτικό της αποφάσεως". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 161,216/2014 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98, 224 παρ.1,2, 227 παρ.1, 229 παρ.1 και 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου και δη αναφέρεται η γνώση αυτού περί της αναλήθειας για τα εντελώς ψευδή γεγονότα περί δήθεν εκβίασής του και περί κτυπήματός του, που καταμήνυσε και ανέφερε και ψευδώς ενόρκως επιβεβαίωσε, με δηλώσεις, έγκληση και αναφορά του αντίστοιχα, σε βάρος των δύο εγκαλούντων συναδέλφων του δικηγόρων, προκειμένου να ασκηθεί ποινική και πειθαρχική δίωξη κατ'αυτών, β) αιτιολογείται επαρκώς η γνώση των διαδοθέντων ως παραπάνω πραγματικών περιστατικών και η γνώση αυτή θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου του κατηγορουμένου, γ) απορρίφθηκε, ρητά στο διατακτικό και σαφώς στο αιτιολογικό με επαρκή αιτιολογία το εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα διακοπής της δίκης προκειμένου να κληθεί στο ακροατήριο και να καταθέσει ως μάρτυρας ο εκ των εγκαλούντων δικηγόρος Π. Μ., δ) από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως(σελ. 6,7) δεν προκύπτει ότι έγινε καμία δήλωση ανακλήσεως εγκλήσεως του εξεταζόμενου ως μάρτυρα κατηγορίας εγκαλούντος Χ. Σ. για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις, παρά μόνον δήλωση αυτού ότι έχει ανακαλέσει άλλη μήνυση αυτού κατά του νυν κατηγορουμένου για έργω εξύβριση και για απειλή, οι δε ανακλήσεις των αναφορών στο Δ.Σ. Αθηνών και οι απαλλακτικές με αρ. 171,172/2012 αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, χωρίς να υπάρξει ανάκληση και αποδοχή (για την εκδικασθείσα κατ'έγκληση διωκόμενη συκοφαντική δυσφήμηση), δεν επηρεάζουν τα αδικήματα για τα οποία έγινε καταδίκη, ούτε αποδεικνύουν καταγγελία από αμέλεια ή έλλειψη δόλου του κατηγορουμένου, τον οποίο δόλο και για τα τρία αδικήματα που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και επαρκώς αιτιολογεί το δικαστήριο της ουσίας, ε) ο επικαλούμενος παντελώς αόριστα στην αναίρεση τελευταίος ισχυρισ΅ός (λόγος) του αναιρεσείοντος, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και για αστυνομική παγίδευση, χωρίς επίκληση κάποιας συγκεκριμένης παραβίασης του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων και μη συνεκτίμηση ορισμένων εγγράφων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί στρέφονται κατά της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2014 αίτηση του Γ. Ρ. - Β. του Γ., για αναίρεση της με αρ. 161, 216/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ