Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 701 / 2018    (Αγνωστο πινάκιο, Penal Cases)

Θέμα
Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Νομότυπη η υποβολή εγκλήσεως από εντεταλμένο καταστήματος
Ε.Τ.Ε. για ακάλυπτη επιταγή, διότι ενεργεί ως υποκατάστατος του Δ.Σ. της
Ε.Τ.Ε.. Αναιρεί για υπέρβαση εξουσίας γιατί κήρυξε απαράδεκτη την
ποινική δίωξη λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως, ενώ η έγκληση
είχε υποβληθεί νομότυπα και έπρεπε να θεωρήσει παραδεκτή την δίωξη
και να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως. Παραπέμπει.





Αριθμός 701/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 4119/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Τ. Σ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Βαλτζόγλου και πολιτικώς ενάγουσα την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Νεκταρία Μυγιάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ...6-2017 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...17.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως σε ρητή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου υπέβαλε το εξής, επι λέξει, αίτημα αναβολής: "Εκκρεμούν έτερες υποθέσεις με τον ίδιο νομικό λόγο και ζητώ την αναβολή για να συνεκδικασθούν". Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από την αοριστία του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και τούτο, όχι μόνο διότι δεν αποδεικνύεται ότι εκκρεμούν σε άλλες δικάσιμους του Αρείου Πάγου υποθέσεις με τον ίδιο νομικό λόγο, αλλά κυρίως }διότι, και αν ακόμη εκκρεμούσαν, τούτο δεν θα συνιστούσε ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αναβολή της παρούσας δίκης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος, ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση), ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). Έτσι, αν το δικαστήριο, παρόλο που υποβλήθηκε νομότυπα η έγκληση για διωκόμενο κατ’ έγκληση έγκλημα και συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως και δεν προχωρήσει, ως όφειλε κατά το νόμο, στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Δηλαδή, περίπτωση αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, ενώ η έγκληση είχε υποβληθεί νομοτύπως και έπρεπε αυτό να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν Δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α’ του Ν. 2408/1996, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως, και επί της επιταγής ισχύουν τα όσα ορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της εγκλήσεως για την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής που κατηγορείται ότι εξέδωσε ο κατηγορούμενος (30-8-2010), δηλαδή μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε σ’ αυτόν ο Ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας" και με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3604/2007, ορίζεται ότι "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους. Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του". Οι ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1920, οι οποίες είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ., ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, την εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε., κατά τρόπο ώστε η υποκατάσταση αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Ειδικότερα^το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 2190/1920 επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα, για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άνω άρθρο 22 παρ. μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ. Α.Π. 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Κατά συνέπεια, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ. προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ.. Τέλος, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος" (ΕΤΕ), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...τ.ΑΕ και ΕΠΕ/7.5.2008), "το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί την Τράπεζα δικαστικά και εξώδικα και μπορεί, με απόφασή του, να αναθέτει την άσκηση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του, είτε το σύνολο είτε ένα μέρος αυτών, περιλαμβανομένου του δικαιώματος εκπροσώπησης, στο Διευθύνοντα Σύμβουλο, στον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο, σε ένα ή περισσότερα μέλη του, στους Γενικούς Διευθυντές της Τράπεζας, στους Διευθυντές της Τράπεζας, σε υπαλλήλους της Τράπεζας ή σε άλλα πρόσωπα που έχουν τα απαιτούμενα τεχνικά και άλλα προσόντα, σε δικηγόρους και εν γένει σε τρίτους, καθορίζοντας συγχρόνως με την απόφαση αυτή τα θέματα, για τα οποία παραχωρούνται αυτές οι εξουσίες. Εξαιρούνται τα θέματα που απαιτούν συλλογική ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται, επίσης, να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της Τράπεζας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει, και σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα πρόσωπα των προηγούμενων εδαφίων μπορούν, εφ’ όσον προβλέπεται από τις οικείες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν εκ μέρους τούτων και να χορηγούν έτι περαιτέρω την πληρεξουσιότητα που τους έχει δοθεί σε άλλα πρόσωπα, μέλη Δ, Σ., υπαλλήλους, δικηγόρους ή εν γένει τρίτους". Το δε άρθρο 24 του αυτού ως άνω καταστατικού ορίζει, ότι: "1) Η Τράπεζα εκπροσωπείται στα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 22 του παρόντος. Ο Διευθύνων Σύμβουλος, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και οι Γενικοί Διευθυντές δύνανται να αναθέτουν την εκπροσώπηση της Τράπεζας στις πάσης φύσεως δίκες ... σε έναν ή περισσότερους υπαλλήλους ή δικηγόρους της Τράπεζας, οι οποίοι θα ενεργούν από κοινού ή χωριστά ο καθένας. 2) Αν επιβάλλεται να γίνει αυτοπρόσωπη εμφάνιση της Τράπεζας ενώπιον Δικαστηρίου, της Εισαγγελικής ή άλλης Δικαστικής Αρχής ... ή προκειμένου περί εγχειρίσεως μηνύσεως ή εγκλήσεως και παραιτήσεως από αυτές, δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής ... καθώς και σε όλες γενικά τις περιπτώσεις, που απαιτούν την ενώπιον Δικαστηρίου ... προσωπική εμφάνιση, αποφασίζουν και εκπροσωπούν νόμιμα την Τράπεζα κάθε Γενικός Διευθυντής, Διευθυντής ή αναπληρωτής του, ή Υποδιευθυντής Διοικήσεως ή Διευθύνσεως Δικτύου ή Περιφερειακός Διευθυντής ή Προϊστάμενος Τμήματος ή Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διοικήσεως ή Διευθύνσεως Δικτύου ή Περιφερειακής Διευθύνσεως ... . 3. Για τις υποθέσεις των Ειδικών Μονάδων Καθυστερήσεων και των Καταστημάτων της Τράπεζας αποφασίζουν και εκπροσωπούν νομίμως την Τράπεζα, πέραν των ανωτέρω προσώπων, και ο Διευθυντής της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων, του Καταστήματος ή ο Αναπληρωτής του ή ένας από τους Υποδιευθυντές ή ένας από τους Εντεταλμένους ή Προϊσταμένους ή αναπληρωτές αυτών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών του καταστατικού της Ε.Τ.Ε. προκύπτει ότι η εξουσία των ως άνω Διευθυντών, Υποδιευθυντών, Εντεταλμένων, κ.λπ. να εκπροσωπούν την ΕΤΕ στις κάθε φύσεως δίκες, περιλαμβάνει και το δικαίωμα αυτών να υποβάλλουν εγκλήσεις, το οποίο μάλιστα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 24 του καταστατικού της Ε.Τ.Ε., όταν πρόκειται για Κατάστημα της Ε.Τ.Ε. ή για Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεως, έχουν και οι Εντεταλμένοι του Καταστήματος, αφού ρητώς ανατίθενται και σε αυτούς όλες οι εξουσίες που περιλαμβάνονται στην εκπροσωπευτική εξουσία και αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4119/2017 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε απαράδεκτη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως από μέρους της εγκαλούσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Σ. Τ. του Α. για έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Όμως, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" (Ε.Τ.Ε.) υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 30-8-2010 έγκληση κατά του ως άνω κατηγορουμένου για έκδοση των ενδίκων ακάλυπτων επιταγών. Η έγκληση αυτή υπογράφεται από την Σ. Π. του Δ., νόμιμη εκπρόσωπο της Ε.Τ.Ε. κατά τα άρθρα 22 και 24 του καταστατικού της, αφού αυτή, έχοντας το βαθμό της Τμηματάρχου Β’ , με την υπ’ αριθ. ...12-2008 Πράξη Διοικήσεως της Ε.Τ.Ε., τοποθετήθηκε Εντεταλμένη του Καταστήματος ..., το οποίο αφορούσαν οι ένδικες επιταγές, και με την ιδιότητά της αυτή, της Εντεταλμένης του Καταστήματος ... της Ε.Τ.Ε., μπορούσε να εκπροσωπεί την Ε.Τ.Ε. ως καταστατικό όργανο αυτής (βλ. την από 31- 8-2010 βεβαίωση της Ε.Τ.Ε.), δηλαδή ως υποκατάστατη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Τ.Ε., στα δε πλαίσια της εκπροσωπευτικής εξουσίας της, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 22 και 24 του καταστατικού της Ε.Τ.Ε., περιλαμβανόταν και το δικαίωμα της υποβολής εγκλήσεων για αξιόποινες πράξεις που είχαν τελεσθεί σε βάρος της Ε.Τ.Ε. και, ως εκ τούτου, για την υποβολή της ένδικης εγκλήσεως δεν απαιτείτο εξουσιοδοτική απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Τ.Ε.. Επομένως, ενόψει τούτων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε εξουσιοδοτική απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Τ.Ε., με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., προς την ως άνω Εντεταλμένη του Καταστήματος ... προς υποβολή της ένδικης εγκλήσεως και κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, αντί να κρίνει νομότυπη την υποβολή της ένδικης εγκλήσεως από την Εντεταλμένη του Καταστήματος ... που ενήργησε κατά το καταστατικό της Ε.Τ.Ε. ως υποκατάστατη του Δ.Σ. και να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην έκδοση καταδικαστικής ή αθωωτικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως, παρέλειψε να ασκήσει δικαιοδοσία που είχε από το νόμο, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και πρέπει, κατά παραδοχή του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ., μοναδικού λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4119/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ