Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1188 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Ψευδής βεβαίωσης. Λόγοι αναίρεσης για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε και για απόλυτη ακυρότητα. Κλητήριο θέσπισμα. Πρέπει να περιέχει και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως δια-ταχθείσης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του την πορισματική έκθεση, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά την πορισματική αυτή έκθεση και όχι και την ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου. Ηθική αυτουργία στο έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1α και 242 παρ. 1 του ΠΚ και για την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς την για έλλειψη νομίμου βάσεως, σε σχέση με το ζήτημα της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητας του αυτουργού για τη σύνταξη και έκδοση των ψευδών βεβαιώσεων. Απορρίπτει αναιρέσεις.




Αριθμός 1188/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο ( κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αίτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Σιδέρη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ4 και 2) Χ5.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9.2.2009, 29.1.2009 και 29.1.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 294/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 9/2/2008 (με αρ.πρωτ. 1271/11-2-2009) 2) η από 29-1-2009 (με αρ.πρωτ. 811 30-1-2009) και 3) η από 29-1-2009 (με αρ.πρωτ. 870/2-2-2009) αιτήσεις (δηλώσεις), των: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, που κατοικεί στα ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (εκ των οποίων η 2η και η 3η έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως) πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ.1 και 3 και 507 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά τη δημοσίευσή της, και είναι δέκα ημέρες. Αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί σtα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη 4515/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία o αναιρεσείων Χ1, κάτοικος ..., καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε, μετά την άσκηση εφέσεως από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της 4992/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη διαδικασία και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο κατά την εκφώνηση της αποφάσεως.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται ότι ήταν παρών στην δίκη εκείνη και η εκδοθείσα απόφαση λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και, επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο, χωρίς να είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της. Η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 13-1-2009 με α.α. 58, όπως προκύπτει από τη σχετική επί της αποφάσεως αυτής βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 11-2-2009, με δήλωση του ίδιου που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθ. 473 παρ.2 ΚΠΔ), χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της αναίρεσής του. Επομένως, η αίτηση αυτή, ως εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ1 στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2, 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Στα άρθρα του ποινικού νόμου, που, πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, δεν περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι οι διατάξεις του γενικού μέρους που προβλέπουν τους λόγους μείωσης των ποινών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η αναιρεσείουσα Χ2 πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος, διότι "δεν μνημονεύονται σ' αυτό τα άρθρα 49 παρ. 1 και 83 του Π.Κ. που είναι μείζονος σημασίας και καθορίζουν το μέγεθος της απειλούμενης ποινής και γιατί δεν μνημονεύονται ξεχωριστά για κάθε κατηγορούμενο τα άρθρα του ποινικού κώδικα που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη αλλά αδιάκριτα για όλους τους κατηγορουμένους". Την ένσταση αυτή η ίδια αναιρεσείουσα είχε υποβάλλει και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και την περιέλαβε ως λόγο έφεσης στην 508/13-03-2007 έφεση που άσκησε κατά της 4992/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τα αναφερόμενα ως ελλείποντα άρθρα δεν είναι από εκείνα που τυποποιούν την πράξη ως έγκλημα και προβλέπουν την ποινή για αυτό, όπως εδώ την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, αλλά αναφέρονται σε διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι και οι διατάξεις που προβλέπουν λόγο μείωσης των ποινών στην περίπτωση όπου ο νόμος για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ.1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρα 49 παρ.1, 83ΠΚ), ενώ αρκεί το ότι γίνεται μνεία των άρθρων του ποινικού κώδικα που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη, χωρίς να απαιτείται αυτό να γίνεται ξεχωριστά για κάθε κατηγορούμενο. Τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας σωστά και με πλήρη αιτιολογία, ως αβάσιμη, την προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της Χ2, που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. (AΠ 2681/08). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ3 με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλει την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος του κρίση, μεταξύ άλλων και σε "πόρισμα με ημερομηνία 12-12-05 Τμ. Νομικής ΝΟΠΕ ΑΠΘ", και ότι το πόρισμα αυτό που συντάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην από 7-11-2005 ένορκη κατάθεση του ως μάρτυρα, πριν από την άσκηση της κατ' αυτού ποινικής διώξεως, ενώπιον του ... και, συνεπώς, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, με την ανάγνωση, τη λήψη υπόψη και την αποδεικτική αξιοποίηση του πορίσματος αυτού, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ των οποίων και το αριθμούμενο με αριθμό ... και περιγραφόμενο ως "Πόρισμα με ημερομηνία 12-12-05 Τμ. Νομικής ΝΟΠΕ ΑΠΘ". Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα, ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η αναφορά και μόνο ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε ο συντάκτης του (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου), προκειμένου να διατυπώσει το πόρισμα της έρευνάς του. Διαφορετικό θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν ειδική μνεία της καταθέσεως αυτής.
Συνεπώς, ο το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α' και 263 του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
VI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου και ειδικότερα της Γραμματείας της Κτηνιατρικής σχολής στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα των σχετικών βεβαιώσεων για την επιτυχή ή μη ολοκλήρωση εξετάσεων για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού (ΔΟΑΤΑΠ πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ). Κατά τα αναφερόμενα πιο κάτω χρονικά διαστήματα, ο πρώτος κατηγορούμενος, συνέταξε και εξέδωσε τέσσερις βεβαιώσεις, στις οποίες με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομη συνέπεια, δηλαδή βεβαίωσε ψευδώς ότι oι συγκατηγορούμενοι του είχαν ολοκληρώσει με επιτυχία τις εξετάσεις για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού. Ειδικότερα μετά από καταγγελία των καθηγητών της Κτηνιατρικής σχολής ... και ... (μαρτύρων που εξετάσθηκαν εν προκειμένω) ότι ο πτυχιούχος της κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου της Τιμισοάρα Ρουμανίας Χ1 (β' κατηγορούμενος) ο οποίος πήρε από το ΔΟΑΤΑΠ (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ) άδεια άσκησης επαγγέλματος ενώ δεν είχε πετύχει στις εξετάσεις του μαθήματος που οι ίδιοι εξέταζαν δηλαδή της Παθολογίας των Ζώων Συντροφιάς, ακολούθησε έλεγχος των αρχείων της σχολής και τότε διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα και σε άλλες τρείς περιπτώσεις, όπου οι πτυχιούχοι (γ, δ και ε κατηγορούμενοι) ενώ δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό σε κάποια μαθήματα εμφανιζόταν να έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία τις εξετάσεις για την αναγνώριση του πτυχίου τους. Τις πιο πάνω βεβαιώσεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν απλά την εσωτερική κίνηση και λειτουργία της σχολής, αλλά προοριζόταν να παράσχουν δημόσια πίστη, τις εξέδιδε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, αφού έπαιρνε ένα αντίγραφο από τα βαθμολόγια που συνέτασσαν εις τριπλούν οι εξεταστές καθηγητές, που διεξήγαγαν τις εξετάσεις των μαθημάτων που είχε ορίσει το ΔΙΚΑΤΣΑ, συνέτασσε εν συνεχεία σε περίπτωση που oι πτυχιούχοι των σχολών εξωτερικού είχαν προβιβάσιμο βαθμό βεβαίωση από την οποία προέκυπτε ο πτυχιούχος της σχολής εξωτερικού ολοκλήρωσε με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα, που όπως προαναφέρθηκε, ορίστηκαν. Από τα πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 5-11 -2001, στις 6-11-2002, στις 9-3-2004 και στις 15-3-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε τις πιο κάτω βεβαιώσεις: α) την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, η τρίτη κατηγορούμενη, Χ2, ολοκλήρωσε τον Οκτώβριο του 2001 με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα που ορίστηκαν, μεταξύ των οποίων και το μάθημα "Υγιεινή Τροφίμων Ζωικής Προελεύσεως" με τον βαθμό 5, βεβαίωση όμως όπως προέκυψε από τον έλεγχο που ακολούθησε στα αρχεία της σχολής, στα οποία φυλασσόταν τα αντίγραφα από τα βαθμολόγια που παρέδιδαν οι καθηγητές - εξεταστές ήταν αναληθής, καθώς στα βαθμολόγια δεν εμφανίζεται προβιβάσιμος βαθμός στο ανωτέρω μάθημα, β) ..., γ) την υπ αριθμ. ... βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ3 ολοκλήρωσε τον Φεβρουάριο του 2004 με επιτυχία τις εξετάσεις στα μαθήματα που ορίστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα μαθήματα "Ζωοτεχνία", "Μαιευτική -Παθολογία Αναπαραγωγής" και "Υγιεινή Τροφίμων Ζωικής Προελεύσεως" με τους βαθμούς 5, 6 και 5 αντίστοιχα, βεβαίωση η οποία ήταν αναληθής, καθώς στα βαθμολόγια δεν εμφανίζεται προβιβάσιμος βαθμός στα ανωτέρω μαθήματα και δ) ... . Με βάση τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος συνέταξε τις πιο πάνω βεβαιώσεις οι οποίες προοριζόταν όπως προαναφέρθηκε για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιωνόταν σ' αυτές και δεν αφορούσαν την εσωτερική λειτουργία του Πανεπιστημίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, προέβη δε στη σύνταξη των βεβαιώσεων αυτών, με προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν έννομο συμφέρον να εκδοθούν οι πιο πάνω βεβαιώσεις, έχοντας πλήρη αντίληψη της αναλήθειας του περιεχομένου τους, ως προς το γεγονός ότι η βαθμολογία των ανωτέρω μαθημάτων των κατηγορουμένων ήταν προβιβάσιμη, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό στα πιο πάνω μαθήματα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη δε στη πράξη του αυτή, με σκοπό να πραγματοποιηθεί η αναγνώριση των πτυχίων εξωτερικού των συγκατηγορουμένων του, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν γινόταν έλεγχοι στις βεβαιώσεις που εξέδιδε, μια και ο πρύτανης του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ισχυρίζεται βέβαια ο πρώτος κατηγορούμενος ότι η έκδοση των πιο πάνω βεβαιώσεων δεν έγινε εν γνώσει του και με τη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες για τους συγκατηγορουμένους του, αλλά οφείλεται σε λάθος που έγινε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και του φόρτου εργασίας που είχε. Δεν μπόρεσε όμως αυτός να δώσει πειστική εξήγηση γιατί δεν συνέβη κατά τη διάρκεια της πολυετούς εργασίας του στο τμήμα αυτό της γραμματείας το αντίστροφο λάθος, δηλαδή να βεβαιώνεται σε πιστοποιητικό ότι πτυχιούχος εξωτερικού δεν έχει προβιβάσιμο βαθμό σε κάποιο μάθημα, ενώ αυτός είχε περάσει τις εξετάσεις. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά την κρίση το Δικαστηρίου αυτού, στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των άδικων, παράνομων και αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, ειδικότερα δε στον πρώτο από αυτούς Χ4 της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση στους λοιπούς κατηγορουμένους, για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω το δικαστήριο το δικαστήριο δέχεται ότι η 3η (Χ2) και ο 4ος (Χ5) των κατηγορουμένων υποβαλλόμενοι και πάλι σε εξετάσεις τις οποίες με επιτυχία ολοκλήρωσαν και έλαβαν νέες βεβαιώσεις, επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεζήτησαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξεως τους, καθώς επίσης δέχεται ότι ο 1ος (Χ4), ο 2ος (Χ1) και ο 5ος (Χ3) των κατηγορουμένων έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ...". Για την πράξη τους δε αυτή, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, με ελαφρυντικά, για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Χ4, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ. α και β, 49 παρ.1, 83, 84 παρ.2α και δ, 242 παρ.1 του ΠΚ. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, Χ2 και Χ3 κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι στις 5-11-2001 στις 9-3-2004, αντίστοιχα, με πρόθεση προκάλεσαν - ο καθένας για την βεβαίωση που αφορά τον κατηγορούμενο, Χ4, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και συνεχείς παραινέσεις έπεισαν τον τελευταίο, να βεβαιώσει ψευδώς στις με αριθμούς ... και ... βεβαιώσεις, αντίστοιχα, τα διαλαμβανόμενα, στο σκεπτικό, αν και γνώριζαν ότι όλα αυτά ήταν ψευδή και επιβλήθηκε σε αυτούς για τις πιο πάνω πράξεις τους, ποινή φυλάκισης, στην Χ2 οκτώ μηνών, στον δε Χ3 δέκα μηνών, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για μία τριετία.
VΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων αυτών πράξεων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες με τους προβαλλόμενους στις αιτήσεις τους λόγους αναιρέσεις, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες που θα αναφερθούν στη συνέχεια.
VIII. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Χ2 και με τον πρώτο ο αναιρεσείων Χ3 προσβάλλουν την 4515/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του σκέλους της αποφάσεως, που αφορά την καταδίκη τους για την ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό τους Χ4 πράξη της ψευδούς βεβαίωσης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα Χ2 προβάλλει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι "ναι μεν αναφέρεται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, πλην όμως δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό βάσει του οποίου συμπέρανε ότι προκάλεσε με το συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή με πειθώ και φορτικότητα την απόφαση στον κατηγορούμενο να τελέσει το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης. Ο αναιρεσείων Χ3 προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν ούτε ο τρόπος και τα μέσα αλλά ούτε και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι οι φερόμενοι ως ηθικοί αυτουργοί προκάλεσαν με πειθώ και φορτικότητα, στον κατηγορούμενο φυσικό αυτουργό την απόφαση για την τέλεση της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της ότι ο συγκατηγορούμενος των αναιρεσειόντων Χ4 προέβη στη σύνταξη των πιο πάνω βεβαιώσεων "με προτροπή των λοιπών κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που είχαν έννομο συμφέρον να εκδοθούν οι πιο πάνω βεβαιώσεις, έχοντας πλήρη αντίληψη της αναλήθειας του περιεχομένου τους, ως προς το γεγονός ότι η βαθμολογία των ανωτέρω μαθημάτων των κατηγορουμένων ήταν προβιβάσιμη, αν και οι τελευταίοι δεν είχαν προβιβάσιμο βαθμό στα πιο πάνω μαθήματα" και ότι αυτοί με πρόθεση προκάλεσαν - ο καθένας για την βεβαίωση που αφορά τον ίδιο - στον πρώτο κατηγορούμενο, Χ4, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και συνεχείς παραινέσεις έπεισαν τον τελευταίο, να βεβαιώσει ψευδώς στις με αριθμούς ... (ως προς την Χ2) και ... (ως προς τον Χ3) βεβαιώσεις, τα διαλαμβανόμενα, στο σκεπτικό και υπό τις αναφερόμενες σε αυτό συνθήκες, αν και γνώριζαν ότι όλα αυτά ήταν ψευδή, προσδιορίζεται με επάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τόσο ο τρόπος, όσο και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείοντες ηθικοί αυτουργοί για να προκαλέσουν στον συγκατηγορούμενό τους αυτουργό της ψευδούς βεβαιώσεως την απόφαση για την τέλεση της, αναφέρονται δε και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη σχετική παραδοχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και επιπλέον στοιχείων, όπως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στις αιτήσεις τους.
ΙΧ. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον, όπως αναφέρουν, με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα Χ2 και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο Χ3 προβάλλουν ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ζήτημα της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας του συγκατηγορουμένου τους Χ4 για τη σύνταξη και έκδοση των ψευδών βεβαιώσεων, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση πως έχει καταστεί αυτός αρμόδιος για την έκδοσή τους. Όμως και αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση με τις αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της ότι ο πιο πάνω συγκατηγορούμενός τους και αυτουργός της πράξεως αναιρεσειόντων Χ4 "ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του Ποινικού Κώδικα, στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοιο έγγραφο βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει νόμιμες συνέπειες και ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της Γραμματείας της Κτηνιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στα καθήκοντα του ανάγονταν η έκδοση βεβαιώσεων για την επιτυχή ή μη ολοκλήρωση εξετάσεων για την αναγνώριση πτυχίων εξωτερικού ...", εξέδωσε τις επίμαχες ψευδείς βεβαιώσεις, "οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν απλά την εσωτερική κίνηση και λειτουργία της σχολής, αλλά προοριζόταν να παράσχουν δημόσια πίστη" και τις οποίες "τις εξέδιδε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος", με πληρότητα αιτιολογείται, πλην άλλων και η απαιτούμενη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, προϋπόθεση, ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13α'και 263Α του ΠΚ, και η αρμοδιότητα αυτού καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση των πιο πάνω εγγράφων, ενεργούντος στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής δεν απαιτείται και ο προσδιορισμός των διατάξεων από τις οποίες απορρέει η εν λόγω αρμοδιότητα του υπαλλήλου ή η αναφορά άλλων επιπλέον στοιχείων. Επομένως, οι πιο πάνω, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που εμπεριέχονται στους αυτούς λόγους αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και ότι καμία από τις ψευδείς βεβαιώσεις δεν φέρει την υπογραφή Χ4 και ότι όλες έχουν εκδοθεί από τον Πρόεδρο του Τμήματος, "γεγονός το οποίο προκύπτει αδιάσειστα και από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας κλπ ...", απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Χ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, πρέπει αυτές να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: 1) την από 9/2/2008 (με αρ. πρωτ. 1271/11-2-2009) 2) την από 29-1-2009 (με αρ. πρωτ. 811/ 30-1-2009) και 3) την από 29-1-2009 (με αρ. πρωτ. 870/2-2-2009) αιτήσεις (δηλώσεις) των: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, που κατοικεί στα ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., αντιστοίχως, για αναίρεση της 4515/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή