Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 958 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 958/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της ΑΜ 5825/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1758/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 41 ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι απαιτείται αίτηση της αρχής για να ασκηθεί ποινική δίωξη η αίτηση γίνεται σε κάθε εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής γραπτά ή προφορικά, και συντάσσεται έκθεση. Η ύπαρξη αιτήσεως συνιστά ειδική δικονομική προϋπόθεση, η έλλειψη δε της αιτήσεως, οσάκις απαιτείται, εμποδίζει την κίνηση της ποινικής διώξεως, ως και η έγκληση. Η απαίτηση της αιτήσεως οφείλεται εις λόγους γενικωτέρας κρατικής ή διπλωματικής πολιτικής προς έλεγχο της σκοπιμότητος της ποινικής διώξεως, καθ' όσον η εξάρτηση της ποινικής διώξεως εκ της υποβολής "αιτήσεως αρχής" δεν προσήκει εις τας περιπτώσεις εκείνας, επί των οποίων η δίωξη άπτεται οπωσδήποτε του "γενικωτέρου κρατικού συμφέροντος", αλλά μόνον εκεί, όπου λόγοι γενικωτέρας κρατικής ή διοικητικής πολιτικής επιβάλλουν τον εις εκάστη συγκεκριμένη περίπτωση έλεγχον της σκοπιμότητος της κινήσεως της ποινικής διώξεως. Η κατ' αίτηση δίωξη αποτελεί εξαίρεση του κανόνος, ο οποίος επιτάσσει την αυτεπάγγελτο δίωξη. Επομένως, για να ισχύσει ο κανών πρέπει να ορίζεται σαφώς υπό του νόμου η δίωξη κατ' αίτηση, δηλαδή η αίτηση απαιτείται προκειμένου να διωχθούν ορισμένα εγκλήματα, από αυτά που ορίζει ο νόμος. Δι' ό, η αίτηση της αρχής έχει χαρακτήρα διοικητικόν και είναι διάφορος της εγκλήσεως και ως προς τις διατυπώσεις, αφού αποτελεί δήλωση βουλήσεως προερχομένη από αρχήν τινά, δια της οποίας αυτή εκφράζει την περί ποινικής διώξεως ορισμένης πράξεως επιθυμίαν της. Η αίτηση, ήτοι, αποτελεί δικονομική προϋπόθεση εις τας υπό του νόμου προβλεπομένας περιπτώσεις, δια την έγκυρο κίνηση της ποινικής διώξεως και η άσκηση της διώξεως άνευ προηγουμένης αιτήσεως, οσάκις αυτή απαιτείται κατά νόμον, καθιστά την δίωξη απαράδεκτο, η δε μη κήρυξη του απαραδέκτου συνιστά λόγον αναιρέσεως κατά της αποφάσεως δι' υπέρβαση εξουσίας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 170 ΚΠΔ "η ακυρότητα μιάς πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνον όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο". Εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 171 περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητος, που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, "κάθε σχετική ακυρότητα" (δηλαδή όχι από τις συμπεριλαμβανόμενες στο αμέσως προαναφερθέν άρθρο), "μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τον διάδικο που έχει συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της.......", όπως ορίζεται από το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή το αργότερο μέχρι την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ενώ κατ' άρθρον 174 παρ. 1 ΚΠΔ "Ακυρότητα, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5825/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1, 7γ', 10 Ν. 2696/1999, όπως ισχύει, καθ' όσον κατελήφθη να οδηγεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, και, αφού ανεγνώσθη η έκθεση προφορικής μηνύσεως. Νυν ο αναιρεσείων αυτός προβάλλει την αιτίαση, με τον πρώτον λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά πιστή εδώ μεταφορά, ότι: "Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με αριθμό ... και ώρας 19:49 και ... και ώρας 20:05 τεστ (αλκοολόμετρο) καθώς και από την από ... έκθεση προφορικής μηνύσεως που υπέβαλλε εναντίον μου ο αστυφύλακας ... διενέργησε μόνος του τον έλεγχο για να διαπιστώσει εάν οδηγούσα υπό την επήρεια μέθης - αλκοόλ και ειδικότερα: Στα προαναφερόμενα τεστ που εκδόθηκαν μετά το φύσημά μου στο αλκοολόμετρο που μου υπέδειξε ο προαναφερόμενος αστυνομικός να φυσήξω υπογράφει μόνο αυτός στην θέση "υπογραφή εξεταστού" και κανένας άλλος, ενώ κατά την έκθεση της προφορικής μηνύσεως που υπέβαλε εναντίον μου αναφέρει:
Κατέλαβα αυτόν στην Χ/Θ .... Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι σαφές ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε για την διαπίστωση ότι οδηγούσα υπό την επήρεια αλκοόλ έγινε κατά παράβαση του άρθρου 42 παρ. 6 τελευτ. εδάφιο του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας, αφού έγινε από ένα μόνο αστυνομικό όργανο, απόντος άλλου και δη ανακριτικού υπαλλήλου. Με βάση αυτόν τον παράτυπο έλεγχο, υποβλήθηκε μήνυση εναντίον μου από προαναφερόμενο αστυνομικό και μου ασκήθηκε ποινική δίωξη ενώ το δικάσαν Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν ήλεγξε ως όφειλε αυτεπαγγέλτως το νόμιμο της αιτήσεως κατ' άρθρο 41 ΚΠΔ". Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η συγκεκριμένη παράβαση του άρθρου 42 Κ.Ο.Κ. δεν είναι από τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες, προκειμένου να διωχθούν, απαιτείται από τον νόμο "αίτηση αρχής" τινός, ούτε, άλλωστε, η υποβληθείσα έκθεση προφορικής μηνύσεως, την οποίαν, μάλιστα, και ο ίδιος ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως τοιαύτη, αποτελεί αίτηση αρχής (και δη της αστυνομικής), την νομιμότητα της οποίας όφειλε να ερευνήσει το δικαστήριο. Πέραν αυτών, και εάν ήθελεν εκτιμηθεί ο λόγος αυτός (ως) εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β ΚΠΔ, ότι ο έλεγχος έγινε από έναν μόνον αστυνομικό και όχι από συνεργείο δύο τουλάχιστον αστυνομικών .... (άρθρο 42 παρ. 7 δ' εδάφιο τελευταίο ΚΟΚ), επειδή (απλώς και μόνο) υπάρχει η "υπογραφή" ενός "εξεταστού", και πάλιν είναι αβάσιμος, διότι τούτο αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας και έπρεπε να υποβληθεί μέχρι το τέλος της, και όχι το πρώτον ενώπιον του Αρείο Πάγου, οπότε εκαλύφθη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και η σύγκριση διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Και βεβαίως, μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Τέλος, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο", ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι ότι στο ..., στις 9.12.2006, κατελήφθη επί της οδού ... στη Χ/Θ , να οδηγεί το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η περιεκτικότης του οποίου στο αίμα ανιχνεύθηκε σε 1,02 και 0,78 τοις χιλίοις. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος. Μετά ταύτα, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στο ..., στις 9.12.2006, κατελήφθη επί της οδού... στη Χ/Θ , να οδηγεί το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ήταν 1,02 και 0,78 τοις χιλίοις. Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και μόνον κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 42 Ν. 2696/1999. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά της αντικειμενικής υποστάσεως της παραβάσεως του άρθρου 42 Ν. 2696/1999 από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα χωρίς η επανάληψη του διατακτικού εις την αιτιολογία (σκεπτικό) καθ' εαυτή, να συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφ' όσον το πρώτο είναι λεπτομερές, προς δε και ο δόλος που ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των συγκροτούντων το άνω αδίκημα περιστατικών, εφ' όσον μάλιστα τούτο τιμωρείται μόνον από πρόθεση, ενώ για την τέλεσή του δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία.
Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 20/31 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΜ5825/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή