Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1324 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσε-ως. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Ακυρότητα διαδικασίας, από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν και μη προσδιορισμό της ταυτότητας εγγράφων που αναγνώστηκαν. Απορρίπτει.




Αριθμός 1324/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουκάκη, για αναίρεση της 1725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 14 Απριλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 117/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία με χρήση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων ότι "ο κατηγορούμενος Χ, περί τα τέλη του μηνός Μαΐου 2001, υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", που είχε αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία βιομηχανικών κα υδραυλικών ειδών, εξέδωσε την υπ' αριθμό ... τραπεζική επιταγή, ποσού 5.000.000 δραχμών της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η τραπεζική αυτή επιταγή, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη, καθόσον αναγραφόταν επ' αυτής ως ημερομηνία εκδόσεως η 30η Νοεμβρίου 2001, παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στον εγκαλούντα Ψ, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους κάποια εμπορική συνεργασία. Ο κατηγορούμενος, όμως, ήταν κύριος ενός ισογείου καταστήματος μετά υπογείου, κειμένου στον ... για το οποίο είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να το αγοράσει ο ως άνω εγκαλών, αντί συνολικού τιμήματος 30.000.000 δραχμών. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Ψ(εγκαλούντα),ως προκαταβολή, το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ο τελευταίος του το κατέβαλε. Η καταβολή του αμέσως προηγουμένου ποσού (5.000.000 δρχ) έγινε χωρίς να συνταχθεί το οριστικό συμβόλαιο και έτσι ο εγκαλών ζήτησε και έλαβε από τον κατηγορούμενο την προαναφερόμενη επίδικη τραπεζική επιταγή, για να εξασφαλίσει την είσπραξη της προκαταβολής που έδωσε, για την περίπτωση ματαιώσεως της κατάρτισης της σύμβασης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εγκαλών συμπλήρωσε μόνο το ονοματεπώνυμο του με κεφαλαία γράμματα (Ψ) στην εμπρόσθια όψη της επιταγής μετά τη λέξη "εις διαταγή". Με την κατάρτιση του υπ' αριθμόν ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως του ως άνω ακινήτου, το οποίο έγινε τελικώς επ' ονόματι του υιού του εγκαλούντος ..., ο εγκαλών κατέβαλε το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ενώ επέστρεψε την επίδικη επιταγή στον κατηγορούμενο. Κατά την επιστροφή της παραπάνω επιταγής, ο εγκαλών δεν είχε υπογράψει στην οπίσθια σελίδα αυτής (επιταγής) ως πρώτος οπισθογράφος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, την κατείχε μόνο προς εξασφάλιση του καταβληθέντος, ως προκαταβολή, ως άνω ποσού (5.000.000 δρχ). Το γεγονός ότι ο εγκαλών δεν είχε θέσει την υπογραφή του σε κάποιο σημείο του σώματος της πιο πάνω επιταγής αποδείχθηκε από την ρητή δήλωση του κατηγορουμένου στην από 22.1.2002 υπεύθυνη δήλωση του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής από τον εγκαλούντα στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 8.8.2001 έως 30.11.2001, κυκλοφόρησε παράνομα αυτή, θέτοντας στην οπίσθια όψη της συμβολική υπογραφή του εγκαλούντος, ώστε να φαίνεται εκείνος (εγκαλών) ότι την είχε οπισθογραφήσει ως πρώτος οπισθογράφος και με αυτό τον τρόπο υπήρχε νόμιμη σειρά οπισθογράφησης. Μετά την πλαστογράφηση της υπογραφής του εγκαλούντος από τον κατηγορούμενο, αυτός παρέδωσε την πλαστογραφημένη επιταγή στον Ξ, με τον οποίο είχαν γνωριμία ως παλιοί συμμαθητές. Ακολούθως, ο Ξ οπισθογράφησε την ίδια επιταγή προς το Ζ, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", προκειμένου να εξοφληθούν οικονομικές υποχρεώσεις του προς το Ζ. Ο κατηγορούμενος, θέτοντας εν αγνοία του εγκαλούντος την υπογραφή του τελευταίου στην επίδικη τραπεζική επιταγή, ως πρώτου οπισθογράφου, σκοπούσε να εξυπηρετήσει τον Ξ, με την παραπλάνηση του τρίτου κομιστή (Ζ) ότι ο εγκαλών ως λήπτης είχε κανονικά οπισθογραφήσει την τραπεζική επιταγή και, εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ήταν και αυτός (εγκαλών) επιπλέον υπόχρεως εξ αυτής για την πληρωμή της. Άλλωστε, όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο ο Ζ (τελευταίος κομιστής της επιταγής) ο οποίος με βάση αυτή, εξέδωσε και σε βάρος του εγκαλούντος διαταγή πληρωμής, παρέλαβε την επίδικη επιταγή από τον Ξ, ο οποίος του είχε πει ότι έχει συναλλαγές μόνο με τον κατηγορούμενο, ενώ, επί πλέον, ο εγκαλών δεν γνώριζε καθόλου ούτε τον Ξ, ούτε το Ζ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι μόνο ο κατηγορούμενος μπορούσε να επανακυκλοφορήσει την επίδικη τραπεζική επιταγή, αφού εκείνος την κατείχε μετά την επιστροφή της από τον εγκαλούντα και έτσι, εν αγνοία του τελευταίου, προέβη στην πλαστογράφηση της υπογραφής του, θέτοντας αυτή στη θέση του πρώτου οπισθογράφου. Τέλος, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, κατά την παράδοση της επίδικης επιταγής απ' αυτόν(κατηγορούμενο) προς τον Ξ, δεν υπήρχε υπογραφή στη θέση του πρώτου οπισθογράφου. Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο τούτο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, όσον αφορά την ένδική ποινική υπόθεση και έτσι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, περί αναβολής της εκδίκασης αυτής, προκειμένου α) να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και β) να κληθεί, ως μάρτυρας, ο Ξ (ο οποίος, άλλωστε δεν έχει καταθέσει σε κάποιο στάδιο της ποινικής διαδικασίας). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διωκομένης και αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της "πλαστογραφίας μετά χρήσεως", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, το παρόν Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ως άνω πράξη του και συνεπώς πρέπει να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α' του Π.Κ), ανεξαρτήτως της αοριστίας του, τυγχάνει απορριπτέος και ως κατ' ουσία αβάσιμος". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως και δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 216 § 1 ΠΚ που εφήρμοσε, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προσδιορίζονται και ειδικά αιτιολογούνται: 1)ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος, συνιστάμενος στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με την άνευ δικαιώματος συμπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της επιταγής, θέτοντας την υπογραφή του εγκαλούντος στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, 2) ο επιδιωκόμενος σκοπός, συνιστάμενος στην παραπλάνηση των μετέπειτα κομιστών της επιταγής (μεταξύ των οποίων και ο Ζ) και των αρμοδίων προς πληρωμή της υπαλλήλων της πληρώτριας Τράπεζας, δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικά και η γνώση του αναιρεσείοντος για την πλαστότητα της επιταγής, αφού αυτή ενυπάρχει στο πρόσωπο του, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που γίνονται δεκτά 3) οι έννομες συνέπειες της πράξεως του κατηγορουμένου, συνιστάμενες στο ότι ο εγκαλών εμφανίστηκε ως υπόχρεο προς πληρωμή, από την επιταγή, πρόσωπο 4) η χρήση της πλαστής επιταγής, συνισταμένη στη θέση της σε κυκλοφορία και την παράδοση της στον Ξ, 5) η απόρριψη του αιτήματος για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας Ξ και να διενεργηθεί Γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, με την ειδικότερη αιτιολογία, που προαναφέρθηκε και η οποία είναι επαρκής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης του, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη από τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και δεν έκρινε αναγκαία τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε και την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για να προσέλθει ο μάρτυρας που προαναφέρθηκε, του οποίου την εμφάνιση δεν έκρινε αναγκαία για την ασφαλή κρίση του και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός δεν είχε εξετασθεί κατά το στάδιο της προδικασίας β) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, αλλά περιέχει επιπλέον πραγματικά περιστατικά, τα οποία, στο σύνολο τους, επαρκώς θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης γ) από την περιληπτική έκφραση στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως "από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, δ) δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε και αναφορά της παραδοχής που προέκυψε από το καθένα ε)η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθεση των παραδοχών της αποφάσεως προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως οι 1)από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος της αιτήσεως, πρώτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και 2)από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, δέκατος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά νόμο, απαιτούνται για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, μετά την απολογία του, ζήτησε, διά του συνηγόρου του, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση που του αναγνώρισε το Δικαστήριο, δηλαδή εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του Π.Κ., να του αναγνωριστεί "το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2
Π.Κ" δίχως όμως να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό του. Το Εφετείο Πειραιώς απέρριψε αυτόν "ως κατ' ουσία αβάσιμο", δίχως να διαλάβει στην απόφαση του ειδικότερη αιτιολογία. Όμως Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και ακόμη να αιτιολογήσει την απόρριψη του.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πέμπτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τους δεύτερο και τρίτο, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, που προκλήθηκε στο ακροατήριο, διότι 1) αναγνώσθηκαν έγγραφα των οποίων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται και 2) το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του από το άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ, έλαβε υπόψη του, δίχως να αναγνωσθεί, το δελτίο του ποινικού του μητρώου. Όμως από τις αιτιάσεις αυτές 1)η πρώτη είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και δεν γίνεται επίκληση ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο Πειραιώς και 2) η δεύτερη είναι αβάσιμη, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ισχυρισμός ήταν αόριστος και συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα και αν ακόμη το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση του Χ και τους από 14-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 1725/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή