Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 846 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 846/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή, περί αναιρέσεως της 323/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 386 παράγραφος 1 ΠΚ, κατά την οποίαν, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παράσταση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", προκύπτει ότι, για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως εάν επραγματοποιήθη ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστου ή του τρίτου. Ούτω, το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί με τρεις υπαλλακτικούς τρόπους, δηλαδή είτε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, είτε με την αθέμιτη παρασιώπηση αυτών. Οι δύο πρώτοι, ήτοι η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η απόκρυψη αληθινών συνιστούν έκαστος αυτών θετική ενέργεια απατηλής συμπεριφοράς, ο δε τρίτος, η παρασιώπηση των αληθινών, προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε υποχρέωση είτε από τον νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του για ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά απατηλή συμπεριφορά του που πραγματώνεται με παράλειψη. Περαιτέρω η απόπειρα, κατά το άρθρο 42 ΠΚ, (κατά την οποίαν "όποιος έχει αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης"), εις την πράξη ως άνω της απάτης τελείται και αυτή με τους τρεις ως άνω υπαλλακτικούς τρόπους, ήτοι παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και η σύγκριση διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005).
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε' ΚΠΔ υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει εις την διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία πράγματι έχει αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη, καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παράγραφος 1 και 364 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότης (της διαδικασίας στο ακροατήριο), ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχείο Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 323/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων απηλλάγη για την αποδιδομένη εις αυτόν πράξη της κλοπής και κατεδικάσθη για απόπειρα απάτης, εις ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν. Για να καταλήξει στην άνω κρίση της η απόφαση αυτή, εδέχθη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει ("καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά), λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν γίνεται, διότι ούτος εξεπροσωπήθη από συνήγορο, (εδέχθη) τα ακόλουθα .... "Στις 8.12.2001 έγινε διάρρηξη του επί της οδού ...καταστήματος της Ψ1 και εκλάπησαν 150.000 δρχ., ένα τσαντάκι που περιείχε ένα βιβλιάριο καταθέσεων της ΕΤΕ, τρία βιβλιάρια της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ένα μπλοκ επιταγών της ΑLPHA BANK και κλειδιά αυτοκινήτων και μοτ/των. Στις 20.03.2003 και στις 30.03.2003 οι Κ1 και Κ2, ως κομιστές των ... και... επιταγών από το κλεμμένο μπλοκ, προσπάθησαν να εισπράξουν τα ποσά των επιταγών, αλλά απέτυχαν, γιατί η ανωτέρω δικαιούχος του μπλοκ των επιταγών είχε γνωστοποιήσει την κλοπή στην Τράπεζα και η τελευταία αρνήθηκε την πληρωμή. Οι κομιστές είχαν παραλάβει τις επιταγές με οπισθογράφηση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος σε συνάντηση που είχε με τον εξ αυτών Κ1 παραδέχτηκε ότι η επιταγή που του έδωσε ήταν προϊόν κλοπής από τρίτο άτομο και υπέγραψε σχετικό έγγραφο (βλ. το από 7.3.2003 σε φωτοτυπία πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής). Με βάση τα προεκτεθέντα, υπήρχαν αμφιβολίες αν ο κατηγορούμενος διέπραξε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κλοπής και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, τέλεσε όμως την πράξη της απόπειρας απάτης, καθόσον παρέστησε ψευδώς στους Κ1 και Κ2 ότι ήταν νόμιμος κάτοχος των ανωτέρω επιταγών, ενώ γνώριζε ότι αυτές ήταν προϊόν κλοπής και οι οποίες όταν εμφανίστηκαν στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκαν και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Μετά ταύτα, εκήρυξεν αθώο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ... στις 08.12.2001 από πρόθεση αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους και συγκεκριμένα με τον παραπάνω σκοπό, αφού έσπασε το πίσω τζάμι καταστήματος οινοπωλείου, εισήλθε εντός και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 150.000 δρχ. από την ταμειακή μηχανή, ένα τσαντάκι που περιείχε ένα βιβλιάριο καταθέσεων της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, τρία βιβλιάρια της ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ένα bloc επιταγών της ΑLPHA BANK, τα κλειδιά των ... και ... δίκυκλων μοτ/των, του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου", ένοχο δε αυτόν του ότι: "Στην ...στις 20.03.2003 και στις 30.03.2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και ειδικότερα μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως την επιταγή ...5.677€, εκδόσεως της εγκαλούσης Ψ1 στον Κ1 και την επιταγή .... ALPHA BANK/1.200€, εκδόσεως της εγκαλούσης Ψ1 στον Κ2, καίτοι αυτές ανήκαν στο υπό στοιχείο 1 αναφερόμενο κλεμμένο bloc επιταγών".
Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπείρας απάτης, για το οποίο και μόνον κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να μην υπάρχει, έτσι, νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν η απόπειρα για την εν γνώσει παράσταση του ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό του κατηγορουμένου όφελος, δηλαδή η με θετική ενέργεια αυτού τέλεση της πράξεως και σαφώς όχι με παρασιώπηση του αληθινού γεγονότος, αφού το αναφερόμενο εις το διατακτικό "καίτοι οι επιταγές ανήκαν στο κλεμμένο μπλοκ επιταγών" ενισχύει απλώς τον δόλο του αναιρεσείοντος και ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργεί ως προς (τον έλεγχο για) το πώς συνετελέσθη η απόπειρα της απάτης. Η αιτίαση ότι ελήφθη υπόψη το φωτοτυπικό αντίγραφο του από 7.3.2003 πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, για την ενοχή του αναιρεσείοντος για την απόπειρα απάτης, καίτοι δεν ανεγνώσθη και, εντεύθεν, επήλθε απόλυτη ακυρότης, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι, όπως εκ του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, τούτο αφορά (μόνον) και ελήφθη υπόψη μόνον όσον αφορά την πράξη της κλοπής, δια την οποίαν απηλλάγη ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και δη εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ήτοι ως προς τον τρόπον τελέσεως της αποπείρας απάτης, ως και εκ του αυτού άρθρου στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απολύτου ακυρότητος εκ της ανωτέρω πλημμελείας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Όπως ορίζεται από το άρθρο 321 παράγραφος 1 ΚΠΔ "το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδος και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα ... 4) Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως". Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 170 ΚΠΔ η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στον νόμο, κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 174 ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων .... καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Εν τέλει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ "σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά τον νόμο απόρριψη της παραδεκτώς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για λόγο που στηρίζεται στο στοιχείο δ' της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 321 ΚΠΔ, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια υπ' αριθ. 12.302/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως και την υπ' αριθ. 1372/21.2.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας αυτής, έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, προέβαλε εις τον πρώτον βαθμόν ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος για τον λόγον ότι δεν αναφέρει τον ακριβή τρόπο τελέσεως της αποδιδομένης εις αυτόν πράξεως της αποπείρας απάτης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε την ένσταση αυτή με την άνω υπ' αριθ. 12.302/2007 απόφαση και εν συνεχεία κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα εις συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών για τις πράξεις της κλοπής και αποπείρας απάτης. Κατά αυτής της αποφάσεως ούτος ήσκησε την ανωτέρω έφεση, εις την οποίαν ως λόγος εφέσεως περιλαμβάνεται μόνον η κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ουδέν άλλο, ήτοι ουδέν παράπονο για την κακή απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητος του κατηγορητηρίου. Εντεύθεν και κατά το σκέλος αυτό, η πρωτόδικος απόφαση δεν μετεβιβάσθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν περιείχε η έφεση τον προαναφερθέντα ειδικό λόγο εφέσεως σχετικά με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Όμως, ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγορος υπέβαλε προφορικά την ένσταση μερικής ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και αυτό με την προσβαλλομένη απόφασή του την απέρριψεν ως απαράδεκτη. Με το να απορρίψει ούτω το Τριμελές Εφετείο Αθηνών την άνω αντίρρηση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχείο Α' ΚΠΔ απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως εκτιμάται ορθώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (με τον οποίο μάλιστα, ακόμη και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προβάλλεται ακυρότης του κλητηρίου θεσπίσματος εκ της μη παραθέσεως του άρθρου 42 ΠΚ) και ο οποίος, μετά ταύτα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 323/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή