Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 536 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ΄ εξακολούθηση. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 536/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 6.553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 519/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 261/19.5.2008 έγγραφη πρόταση της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 21 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ..... με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές την ημέρα, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση (άρθρα 229 παρ. 1, 98, 224 παρ. 2-1, 363-362 Π.Κ), εκθέτω δε τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές η διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ, ΝΑ 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ, ΝΒ, 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθμ. 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθμ. 218/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ1 καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση, που συνίστανται στο ότι στις 7 Φεβρουαρίου 1994 με την υπό την ίδια ημερομηνία κατάθεσης μήνυσή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών καταμήνυσε τον Ψ1 και την σύζυγο του τελευταίου Ψ2 με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για ηθική αυτουργία σε πράξη ψευδούς βεβαιώσεως που φέρεται ότι είχε διαπράξει ο δικαστικός επιμελητής Ε1 με το να βεβαιώσει ο τελευταίος στην ..... έκθεση επιδόσεως προς τον αιτούντα ότι, μεταβάς στην επί της οδού ..... οικίαν του (αιτούντος) προς επίδοση της 1162/1992 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών βρήκε τον αιτούντα ο οποίος αρνήθηκε να την παραλάβει και προέβη σε θυροκόλληση, ενώ, κατά τον αιτούντα, αυτός δεν ευρίσκετο τότε στην οικία του. Ο αιτών, που γνώριζε ότι το καταγγελλόμενο αυτό γεγονός, δηλαδή της απουσίας του, κατά το χρόνο της ως άνω επίδοσης, από την οικία του και ως εκ τούτου της μη αρνήσεώς του να παραλάβει την επιδιδόμενη απόφαση, ήταν ψευδές, πέτυχε, όπως επεδίωκε, με τη μήνυση του αυτή να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των ως άνω εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2 οι οποίοι τελικά απαλλάχθηκαν της σχετικής κατηγορίας με το 119/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο, μετά την άσκηση έφεσης και στη συνέχεια αναίρεσης από τον ήδη αιτούντα ως πολιτικώς ενάγοντα τότε, που απορρίφθηκαν με τα 3096/1995 και 888/1996 βουλεύματα των Συμβουλίων Εφετών Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντιστοίχως, κατέστη αμετάκλητο. Το ψευδές ως άνω περιστατικό ο αιτών, γνωρίζοντας ότι δεν είναι αληθές, κατέθεσε ενόρκως, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως του κατά την κατάθεση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στις 7 Φεβρουαρίου 1994. Το ίδιο δε έπραξε ο αιτών στις 18-2-1994 κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου του 30ου Τμήματος Αθηνών που ενεργούσε προανάκριση κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας επί της ως άνω μηνύσεως του, επιβεβαιώνοντας και πάλι εν γνώσει της αναληθείας το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του. Τέλος ο αιτών κατά τις 7 και 18 Φεβρουαρίου 1994 με πρόθεση ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας του το ως άνω ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και δη με την κατάθεση της ανωτέρω μήνυσης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Γραμματέα και άλλων αρμοδίων υπαλλήλων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής, ως επίσης και με την κατάθεσή του ενώπιον της ως άνω Πταισματοδίκου, το περιεχόμενο της οποίας έγινε γνωστό στους αρμόδιους υπαλλήλους. Το δικαστήριο στην καταδικαστική κατά πλειοψηφία για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος-εγκαλούντος Ψ1 των μαρτύρων Ψ2 (εγκαλούσας), ....., ....., ...., ...... και ...., στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά, μεταξύ των οποίων και δύο ένορκες καταθέσεις του δικαστικού επιμελητή Ε1 ο οποίος συνέταξε την αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως καθώς και ένορκη κατάθεση του παραστάντος, κατά την επίδοση της αριθμ. 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μάρτυρα Μ1 και στην απολογία του τότε κατηγορουμένου-αιτούντος. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως του επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών 1) το υπ'αριθμ. 210/14-8-2001 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως - Τεύχος τρίτο, στο οποίο δημοσιεύθηκε η αριθμ. 116259/30-7-2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης με την οποία απελύθη από την υπηρεσία του ο δικαστικός επιμελητής Ε1 μετά την έκδοση της αριθμ. 5/1-6-2001 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την αριθμ. 1/2001 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας (3) τριών μηνών για την αναφερόμενη, στην αριθμ. 7/2000 πειθαρχική αγωγή, πράξη, μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βάρος του παθόντος Π1 3) την αριθμ. 2/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας (5) πέντε μηνών για την αναφερόμενη στην αριθμ. 19/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθήνας δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του Δικαστικού Επιμελητή και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο των αναφερομένων στον Ν.2318/95 για τους δικαστικούς επιμελητές, 4) την αριθμ. 3/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής Ε1 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου των 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην αριθμ. 23/1999 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε προς έλεγχο τα τηρούμενα από αυτόν βιβλία καθώς και το αρχείο του για το έτος 1997 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, 5) την αριθμ. 4/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίού Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην αριθμ. 21/99 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθήνας δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του Δικαστικού Επιμελητή και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο των αναφερομένων στον Ν.2318/95 για τους δικαστικούς επιμελητές, 6) την υπ'αριθμ. 11949/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, ύστερα από μήνυση της εταιρίας με την επωνυμία "..... ΕΕ", 7) την υπ'αριθμ. 11924/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών για τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και υπεξαγωγής εγγράφων, ύστερα από μήνυση της ....., 8) την υπ' αριθμ. 8519/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για ψευδορκία μάρτυρα και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από μήνυση του Π1, 9) την υπ'αριθμ. 2219-2236/2003, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ο ως άνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για απάτη κατά συναυτουργία και μή κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, ύστερα από μηνύσεις των ....,...., ...., ..... και ..... 10) την υπ'αριθμ. 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής, καταδικάσθηκε, ύστερα από έφεσή του κατά της 2236/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, 11) την υπ'αριθμ. 109/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν προσκομίσθηκε, με την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, απερρίφθη η ασκηθείσα αναίρεση από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή, κατά της αριθμ. 1518/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 12) την υπ'αριθ.22038/20-12-2005 αίτησή του, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητούσε πληροφορίες περί της τύχης του αρχείου του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, 13) το υπ'αριθμ. 115828/16-11-2005 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, 14) το υπ'αριθμ. 58336/20-12-2005 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, με το οποίο τον γνωρίζει ότι σύμφωνα με την από 8-12-2005 δήλωση του δικαστικού επιμελητή Ε2 ο δικαστικός επιμελητής Ε1 αρνείται να παραδώσει το αρχείο του στον ορισθέντα προς τούτο από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δικαστικό Επιμελητή Ε2. Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθμ. 6553/2001 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα πράγματι με την αριθμ. 116259/30-7-2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ο δικαστικός επιμελητής Ε1 απελύθη από την υπηρεσία του και με τις αριθμ 1/2001, 2/2001, 3/2001 και 4/2001 αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών τιμωρήθηκε με τις αναφερόμενες σ'αυτές πειθαρχικές ποινές, πλην όμως αυτές αναφέρονται σε περιστατικά τα οποία δεν έχουν σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και σε κάθε περίπτωση αφορούν τον δικαστικό επιμελητή Ε1 και όχι τους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 τους οποίους ο αιτών είχε καταμηνύσει ως δήθεν ηθικούς αυτουργούς της φερόμενης και καταγγελλόμενης με τη μήνυσή του πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με αυτουργό τον ως άνω δικαστικό επιμελητή. Περαιτέρω με τις αριθμ. 11949/1999, 11924/1996, 8519/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και με τις αριθμ. 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών (πρωτόδικη) και την αριθμ. 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (σε δεύτερο βαθμό) καταδικάστηκε ο δικαστικός επιμελητής Ε1 στις αναφερόμενες σ'αυτές ποινές, πλην όμως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των υποθέσεων, επί των οποίων εξεδόθησαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις δεν έχουν καμμία σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης, υπ'αριθμ. 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η ακύρωση και πάντως αφορούν αποκλειστικά τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή. Τέλος και τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα στοιχεία και συγκεκριμένα η υπ'αριθμ. 22038/20-12-2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα αριθμ. 115828/16-11-2005 και 58336/20-12-2005 έγγραφα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς αυτόν, αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία δεν έχουν σχέση με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και πάντως δεν μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο που εξέδωσε την αριθμ. 6553/2001 απόφαση σε διαφορετική κρίση.Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεως του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και 'Ψ2 για τις οποίες και καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών.Με τα δεδομένα αυτά ο επικαλούμενος ως άνω μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 21-3-2008 αίτηση του Χ1 κατοίκου ....., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα Χ1.
Αθήνα 8 Μαΐου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη".

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 6553/2001 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 1500 δραχμές ημερησίως, για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ1 καταδικάστηκε με την 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού με την 218/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε εναντίον της ο αιτών, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για τα αναφερόμενα παραπάνω πλημμελήματα. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι ο αιτών στις 7 Φεβρουαρίου 1994 με την υπό την ίδια ημερομηνία καταθέσεως μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών καταμήνυσε τον Ψ1 και τη σύζυγο του τελευταίου, Ψ2 με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για ηθική αυτουργία σε πράξη ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρεται ότι είχε διαπράξει ο δικαστικός επιμελητής Ε1 με το να βεβαιώσει ο τελευταίος στην ..... έκθεση επιδόσεως προς τον αιτούντα, ότι μεταβάς στην επί της οδού .... οικίαν του (αιτούντος) προς επίδοση της 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βρήκε τον αιτούντα, ο οποίος αρνήθηκε να την παραλάβει και προέβη σε θυροκόλληση, ενώ, κατά τον αιτούντα, αυτός δεν ευρίσκετο τότε στην οικία του. Ο αιτών, που γνώριζε ότι το καταγγελλόμενο αυτό γεγονός, δηλαδή της απουσίας του, κατά τον χρόνο της ως άνω επιδόσεως, από την οικία του και ως εκ τούτου της μη αρνήσεως του να παραλάβει την επιδιδόμενη απόφαση ήταν ψευδές, πέτυχε, όπως επεδίωκε, με τη μήνυση του αυτή να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των ως άνω εγκαλούντων, Ψ1 και Ψ2 οι οποίοι τελικά απαλλάχθηκαν της σχετικής κατηγορίας με το 119/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο ύστερα από την άσκηση εφέσεως και στη συνέχεια αναιρέσεως από τον ήδη αιτούντα, ως πολιτικώς ενάγοντα τότε, που απορρίφθηκαν με τα 3096/1995 και 888/1996 βουλεύματα των Συμβουλίων Αθηνών και Αρείου Πάγου αντιστοίχως, κατέστη αμετάκλητο. Το ψευδές ως άνω περιστατικό ο αιτών, γνωρίζοντας ότι δεν είναι αληθές, κατέθεσε ενόρκως, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως του κατά την κατάθεση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στις 7 Φεβρουαρίου 1994. Το ίδιο δε έπραξε ο αιτών στις 18.2.1994 κατά την ένορκη εξέταση του, ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου του 30ού Τμήματος Αθηνών, που ενεργούσε προανάκριση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας επί της ως άνω μηνύσεως του, επιβεβαιώνοντας και πάλι εν γνώσει της αναληθείας το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του. Τέλος, ο αιτών, κατά τις 7 και 18 Φεβρουαρίου 1994, με πρόθεση, ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναλήθειάς του το ως άνω ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και δε με την κατάθεση της ανωτέρω μηνύσεως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, του Γραμματέως και άλλων αρμοδίων υπαλλήλων, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής, ως επίσης και με την κατάθεση του ενώπιον του ως άνω Πταισματοδίκου, το περιεχόμενο της οποίας έγινε γνωστό στους αρμόδιους υπαλλήλους. Το Δικαστήριο, στην καταδικαστική (κατά πλειοψηφία) για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος - εγκαλούντος Ψ1 των μαρτύρων Ψ2 (εγκαλούσας) ...., ...., ...., ..... και ..... στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στα οικεία πρακτικά, μεταξύ των οποίων και δύο ένορκες καταθέσεις του δικαστικού επιμελητή Ε1 ο οποίος συνέταξε την αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως καθώς και ένορκη κατάθεση του παραστάντος, κατά την επίδοση της αριθμ. 1162/1992 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μάρτυρα Μ1 και στην απολογία του τότε κατηγορουμένου. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει 1) το 210/14.8.2001 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Γ'), στο οποίο δημοσιεύτηκε η 116259/30.7.2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία απολύθηκε από την υπηρεσία του ο δικαστικός επιμελητής Ε1 μετά την έκδοση της 5/1.6.2001 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, 2) την 1/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως διάρκειας τριών μηνών για την αναφερόμενη στην 7/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, μετά την άσκηση σε βάρος του πειθαρχικής διώξεως για ψευδορκία μάρτυρος και πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του παθόντος Π1 3) τη 2/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσεως, διάρκειας πέντε μηνών για την αναφερόμενη στην 19/2000 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή και διατηρούσε για τον σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο απ' αυτά που αναφέρονται στον Ν. 2318/1995 για τους δικαστικούς επιμελητές, 4) την 3/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής Ε1 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου των 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην 23/1999 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε προς έλεγχοι τα τηρούμενα από αυτόν βιβλία, καθώς και το αρχείο του για το έτος 1997 στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, 5) την 4/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή του προστίμου 400.000 δρχ. για την αναφερόμενη στην 21/99 πειθαρχική αγωγή πράξη, καθόσον δεν υπέβαλε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών Αθηνών δήλωση ότι ασκούσε πράγματι τα καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή και διατηρούσε για τον σκοπό αυτό γραφείο στην Αθήνα και βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιο κώλυμα ή ασυμβίβαστο από αυτά, που αναφέρονται στον Νόμο 2318/1995 για τους δικαστικούς επιμελητές, 6) την 11949/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής, Ε1 καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, ύστερα από μήνυση της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΕΕ", 7) την 11924/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων μηνών για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και υπεξαγωγής εγγράφων, ύστερα από μήνυση της ....., 8) την 8519/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών για ψευδορκία μάρτυρα και πλαστογραφία με χρήση, ύστερα από μήνυση του Π1, 9) την 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία ο ως άνω δικαστικός επιμελητής Ε1 καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως έξι ετών για απάτη κατά συναυτουργία και μη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά συναυτουργία, ύστερα από μηνύσεις των ...., ...., ...., ..... και ..... 10) την 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής καταδικάστηκε, ύστερα από έφεση του κατά της 2236/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, 11) την 109/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν προσκομίστηκε, με την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, απορρίφθηκε η αναίρεση την οποία άσκησε ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής κατά της 1518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 12) την 22038/20.12.2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για την τύχη του αρχείου του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, 13) το 115828/16.11.2005 έγγραφο του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, 14) το 58336/20.12.2005 έγγραφο του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα, με το οποίο του γνωρίζει ότι σύμφωνα με την από 8.12.2005 δήλωση του δικαστικού επιμελητή Ε2 ο δικαστικός επιμελητής Ε1 αρνείται να παραδώσει το αρχείο του σ' αυτόν (Ε2) που ορίσθηκε προς τούτο από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Όμως, τα παραπάνω που επικαλείται ο αιτών ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω 6553/2001 απόφαση, της οποίας ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η ακύρωση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, που να μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, πράγματι με την 116259/2001 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ο δικαστικός επιμελητής Ε1 απολύθηκε από την υπηρεσία του και με τις αναφερόμενες παραπάνω αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Αθηνών ο ως άνω δικαστικός επιμελητής τιμωρήθηκε με τις αναφερόμενες στις ως άνω αποφάσεις πειθαρχικές ποινές, πλην όμως, αυτές αναφέρονται σε περιστατικά, τα οποία δεν σχετίζονται με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως και σε κάθε περίπτωση αφορούν στον δικαστικό επιμελητή Ε1 και όχι στους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 τους οποίους ο αιτών είχε καταμηνύσει ως δήθεν ηθικούς αυτουργούς της φερόμενης και καταγγελλόμενης με τη μήνυση του πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως με αυτουργό τον ως άνω δικαστικό επιμελητή. Περαιτέρω, με τις 11949/1999, 11924/1996, 8519/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και με τις 2219-2236/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πρωτόδικη) και 1518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (σε δεύτερο βαθμό), καταδικάστηκε ο δικαστικός επιμελητής Ε1 στις αναφερόμενες ποινές, πλην όμως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των υποθέσεων, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές είναι άσχετα με εκείνα που αποτέλεσαν αντικείμενο της ένδικης 6553/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η ακύρωση και πάντως, αφορούν αποκλειστικά στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή. Αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών και συγκεκριμένα η 22038/2005 αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα 115828/2005 και 58336/2005 έγγραφα του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς τον αιτούντα αναφέρονται σε γεγονότα που δεν έχουν σχέση με εκείνα, που αποτέλεσαν αντικείμενο της κρινόμενης υποθέσεως και πάντως δεν μπορούν να οδηγήσουν του Δικαστήριο που εξέδωσε την 6553/2001 απόφαση σε διαφορετική κρίση. Ενόψει όλων αυτών, συνάγεται ότι τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για την ευδοκίμηση της υπό κρίση αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό δέχθηκε ότι ο αιτών τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ'εξακολούθηση σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 για τις οποίες και καταδικάστηκε, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι εκείνος είναι αθώος των πράξεων αυτών.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.3.2008 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 6553/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή