Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 419 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Απαράδεκτη η αναίρεση γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.




Αριθμός 419/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της με αριθμό 4.800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.703/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 552/27.11.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 25/26-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 4800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 507 § 1, 473 και 474 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, διά δηλώσεως επιδιδομένης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, παρόντος του δικαιούχου, χωρίς όμως να αρχίζη η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 340 § 2 Κ.Π.Δ., στην περίπτωση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 § 2 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά του εκκαλούντος, ο οποίος εξεπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αυτής αρχίζει από της ως άνω καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών (βλ. ΑΠ 1711/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/1084). Τέλος, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων εις τα έξοδα. Όμως, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήση την βασιμότητα του προτεινομένου λόγου. Αλλά για να έχη τέτοια υποχρέωση, πρέπει, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, να αναφέρωνται στην δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (βλ. Ολ. ΑΠ 5/1995, εις ΠΧ/ΜΣΤ/824). Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδημοσιεύθη την 20-6-2008, με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους του και θεωρούμενο, κατά τα προεκτεθέμενα, παρόντα. Κατεχωρήθη δε αυτή καθαρογεγραμμένη στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο την 10-7-2008 (βλ. την σχετική βεβαίωση επί της τελευταίας σελίδος της). Όμως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη, δια δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 26-9-2008. Δηλαδή ησκήθη μετά την παρέλευση της ως άνω εικοσαημέρου προθεσμίας. Ο αναιρεσείων επικαλείται, ως περιστατικό ανωτέρας βίας, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, την εσφαλμένη αναγραφή, στο ως άνω ειδικό βιβλίο, της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως 20-7-2008, αντί της ορθής 20-6-2008, με συνέπεια να μη λάβη εγκαίρως γνώση της καταχωρήσεως αυτής καθαρογεγραμμένης στο ανωτέρω βιβλίο Αλλ' εκ της επικαλουμένης, ως αποδεικτικού μέσου, βεβαιώσεως της γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη, περί του ως άνω σφάλματος, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση της ημερομηνίας καταχωρήσεως της εν λόγω αποφάσεως καθαρογεγραμμένης, εις χρόνο επιτρέποντα την εμπρόθεσμη άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Εξάλλου, αυτός ουδέν άλλο επικαλείται, συγκεκριμένο μέσο, αποδεικτικό του ισχυρισμού του ότι το ανωτέρω σφάλμα κατέστησε αδύνατη την έγκαιρη γνώση του περί της εν λόγω καταχωρήσεως. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως και προς το άρθρο 513 § 1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω Να απορριφθή η από 25/26-9-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 4800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 22 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή, αν συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, δια συνηγόρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε πταίσματα και σε πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσόμενη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προθεσμία, που ορίζεται σε είκοσι ημέρες, αρχίζει από τότε που η ως άνω τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοση της, αφού αυτός δικάζεται σαν να είναι παρών. Τέλος, κατά άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Όμως όταν ο τελευταίος προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει τη βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου. Αλλά για να έχει τέτοια υποχρέωση, πρέπει, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ να αναφέρονται στη δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη απόφαση επιτράπηκε η εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Εμμανουήλ Μηνά Σταύρου και Γεωργία Λιμνίου, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 17.319/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Άρα ο κατηγορούμενος - εκκαλών δικάσθηκε σαν να είναι παρών. Όπως δε προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρο-γραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 10-7-2008, ενώ, η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα με δήλωση του, όπως προκύπτει από την επί του σώματος αυτής σημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-9-2008, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω τασσόμενης 20ήμερης προθεσμίας. 0 αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της, επικαλείται ως λόγο ανωτέρας βίας την εσφαλμένη αναγραφή στο παραπάνω βιβλίο της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης απόφασης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στο βιβλίο αυτό εμφανίζεται ως ημερομηνία δημοσιεύσεως της η 20-7-2008 αντί της πραγματικής 20-6-2008, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα να μη λάβει εγκαίρως γνώση της καταχωρήσεως της καθαρογραμμένης στο ανωτέρω βιβλίο και να παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με χρονολογία 22-9-2008 βεβαίωση της γραμματέα του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο παραπάνω ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό 3550 και ημερομηνία 10-7-2008, αναγράφηκε δε σ' αυτό, εκ παραδρομής, ως ημερομηνία δημοσίευσης η 20-7-2008 αντί της ορθής 20-6-2008.Τούτο όμως δεν δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι α) η σχετική προθεσμία άρχισε από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης και όχι από τη δημοσίευση της β) ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την ημερομηνία καταχώρησης και γ) στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσωπήθηκε από τους παραπάνω πληρεξουσίους δικηγόρους του, που ήταν παρόντες και κατά την έκδοση της απόφασης και συνεπώς γνώριζε για την πραγματική ημερομηνία δημοσίευσης, για το λόγο δε αυτό, από την παραδρομή που επικαλείται, δεν επηρεάστηκε η γνώση του για την πραγματική ημερομηνία δημοσίευσης, αλλά και της καταχώρησής της στο ειδικό βιβλίο. Επομένως δεν προέκυψε ότι προκλήθηκε αδυναμία εμπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης και κατά συνέπειας ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (σε Συμβούλιο) τούτου, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.800/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ