Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 202 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ε.Σ.Δ.Α., Απαράδεκτο αναιρέσεως, Βούλευμα.




Περίληψη:
Μετά την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ με τον ν. 3904/2010, δεν επιτρέπεται άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο κατά βουλεύματος. Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20§1 του Συντάγματος ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος συμβουλίου εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά βουλεύματος συμβουλίου πλημμελειοδικών, ως απαράδεκτης.




Αριθμός 202/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2015, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ω. του Φ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1921/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1136/2014. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 167/28.11.2014, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513§1 α ΚΠΔ, την με αριθμό 57/5-11-2014 αίτηση αναίρεσης, του Α. Ω. του Φ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1921/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του κατά του με αριθμό 4798/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά το άρθρο 476§1 ΚΠΔ,, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω με το Ν. 3904/2010 καταργήθηκε το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο παρείχε την δυνατότητα στον κατηγορούμενο της άσκησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων. II. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά του με αριθμό 1921/2014, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως ασκηθείσα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη, και με αριθμό 57/2014 αίτηση αναίρεσης του Α. Ω. του Φ. κατά του με αριθμό 1921/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Το δε άρθρο 482 του ΚΠοινΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218/Α/23-12-2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ.1, 285 ΚΠοινΔ). Έτσι, με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλιστεί στο στάδιο αυτό το δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει γι` αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 1921/2014 βούλευμά του, κήρυξε απαράδεκτη έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 4798/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το βούλευμα αυτό, μετά την, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠοινΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση, ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου αυτού μέσου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. εκθ. 57/5 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Α. Ω. του Φ., για αναίρεση του 1921/2014 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ