Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2134 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Αποβολή πολιτικής αγωγής λόγω ασκήσεως της αυτής αξιώσεως ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, που εξέδωσε οριστική απόφαση. Αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς ενάγοντος. Παραδεκτή, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη αθωωτική απόφαση επί κακουργήματος δεν υπόκειται σε έφεση και η πολιτική αγωγή απορρίφθηκε ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Βάσιμη, διότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του πολιτικώς ενάγοντος περί περιορισμού του αιτήματος ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και κατόπιν αυτού υπερέβη θετικά την εξουσία του με το να τον αποβάλει από την ποινική διαδικασία. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2134/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Νικολακόπουλο. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, κάτοικο ..., 2. Χ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 3. Χ3, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 4. Χ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη και 5. Χ5, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 4739/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργ. Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργ. Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον Ψ2 και να γίνει δεκτή ως προς τον Ψ3 και Ψ1 για υπέρβαση εξουσίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 504 παρ.1 εδ. α' ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος ειδικά δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 468 παρ.1 περ.β' και 486 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, κατά της αθωωτικής αποφάσεως του τριμελούς εφετείου για κακουργήματα, έφεση μπορεί να ασκήσει [μόνο] ο εισαγγελέας εφετών, εφ' όσον η απόφαση δεν είναι ομόφωνη και το μέλος που μειοψήφησε είχε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στην περίπτωση αυτή, έφεση δεν μπορεί να ασκήσει [και] ο πολιτικώς ενάγων, ακόμη και αν η πολιτική αγωγή έχει απορριφθεί επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο. Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 468 παρ.1 περ.β', 505 παρ.1 περ.γ' και 506 περ.γ' ΚΠοινΔ, ο πολιτικώς ενάγων, σε περίπτωση που δεν μπορεί να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως, επιτρέπεται να προσβάλει την απόφαση με αίτηση αναίρεσης, εφ' όσον είτε ως μηνυτής ή εγκαλών έχει καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα είτε ως πολιτικώς ενάγων έχει υποστεί απόρριψη της πολιτικής αγωγής με την αιτιολογία ότι δεν στηριζόταν στο νόμο, αλλά πάντοτε ως προς μόνα τα κεφάλαια αυτά (ΑΠ 820/2006). Θεωρείται ότι η πολιτική αγωγή απορρίπτεται ως μη στηριζόμενη στο νόμο όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων επίκληση γίνεται στη δήλωση εισαγωγής αυτής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την περιγραφή της πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο και φέρεται ως αξιόποινη και ζημιογόνος, δεν δικαιολογούν την άσκηση της αξιώσεως προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος σε βάρος του κατηγορουμένου ή του τυχόν υπάρχοντος αστικώς υπευθύνου, αλλά και όταν το ποινικό δικαστήριο απορρίπτει την πολιτική αγωγή δεχόμενο είτε ότι δεν συντρέχουν οι δικονομικές προϋποθέσεις εκδικάσεως αυτής κατά την ποινική διαδικασία (ΚΠοινΔ 63 ως 69, 89, 167 κλπ) είτε ότι επακολούθησαν λόγοι καταλυτικοί της ασκηθείσας αξίωσης. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4739/2008 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για θετική υπέρβαση εξουσίας (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 περ. Η'), ως εκ του ότι παρά το νόμο αποβλήθηκαν από την ποινική διαδικασία οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που είχε επιφέρει σ' αυτούς, κατά τους ισχυρισμούς τους, η αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα ζημία άνω των 5.000.000 δραχμών, η οποία αποδίδεται στους κατηγορουμένους, με την αιτιολογία ότι για την ίδια αξίωση είχε εκδοθεί οριστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Παράλληλα, με αφορμή τα ιστορικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο που ενεργοποιούν τον αυτεπάγγελτο αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 511 εδ.α' ΚΠοινΔ, η αναιρεσιβαλλόμενη προσβάλλεται και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 περ. Δ') ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι αυτοί, κατά την εκδίκαση της αξίωσής τους στο πολιτικό δικαστήριο, είχαν περιορίσει με τις προτάσεις το αίτημα της αγωγής κατά το ποσό των 44 ευρώ έκαστος, με ταυτόχρονη δήλωση ότι επιφυλάσσονται να εισαγάγουν την ίδια αξίωση κατά το εν λόγω ποσό ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κακουργημάτων, που δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση και ασκείται από πολιτικώς ενάγοντες, των οποίων η πολιτική αγωγή απορρίφθηκε ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Επομένως, είναι παραδεκτή.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο έχει υποχρέωση στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του. Εξ άλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου [μεταξύ άλλων και] ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι δικαιολογούν την ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου υποβολή των αστικών αξιώσεων αυτού εναντίον του κατηγορουμένου. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός, σύμφωνα με τον οποίο ο πολιτικώς ενάγων, αν και έχει εισαγάγει την αστική του αξίωση ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, όπου εκδόθηκε οριστική απόφαση (ΚΠοινΔ 66 παρ.1), δεν παρέλειψε να περιορίσει το χρηματικό μέγεθος της απαιτήσεώς του προκειμένου να δυνηθεί να ασκήσει την ίδια αξίωση, ως προς το ποσό του περιορισμού, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, όπου με τον τρόπο αυτό υποστηρίζει την ενοχή του κατηγορουμένου ως προϋπόθεση της δικής του αξίωσης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση (πρβλ. ΟλΑΠ 1/1997). Τέλος, κατά το άρθρο 223 εδ. β' ΚΠολΔ, ο περιορισμός αυτός είναι επιτρεπτό να γίνει και με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και δεν τελεί υπό τις προϋποθέσεις της παραιτήσεως από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής, που ως διάφορη διαδικαστική πράξη ρυθμίζεται στα άρθρα 294 επ. ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών διαδικασία, οι αναιρεσείοντες, απαντώντας στην ένσταση των αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων περί αποβολής αυτών ως πολιτικώς εναγόντων προς χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, για το λόγο ότι επί της αξιώσεως αυτής είχε εκδοθεί ήδη οριστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, είχαν ισχυρισθεί εγγράφως τα εξής : "Η παράσταση πολιτικής αγωγής έχει δηλωθεί με την υποβληθείσα μήνυση την 15-11-1999, ενώ η αγωγή κατετέθη μετά από τη μήνυση, ήτοι την 3-2-2000. Με την αγωγή, είχε ζητήσει ο καθένας από εμάς ως αποζημίωση για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000.000 δραχμών από έκαστο των κατηγορουμένων. Αυτονόητο τυγχάνει ότι το ποσό αυτό ήταν επί πλέον εκείνου, το οποίο είχε δηλωθεί στη μήνυση ότι θα ζητηθεί από το Δικαστήριό σας, στο οποίο θα παρασταθούμε ως πολιτικώς ενάγοντες. Παρά ταύτα και προς άρση πάσης αμφιβολίας όλοι οι μηνυτές, με τις προτάσεις μας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ζητήσαμε να μειωθεί το ως άνω ποσό κατά 44 ευρώ, τα οποία θα ζητήσουμε να επιδικασθούν από το ποινικό δικαστήριο, στο οποίο θα παρασταθούμε ως πολιτικώς ενάγοντες". Το δικάσαν Δικαστήριο, με την προβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή την ένσταση των κατηγορουμένων και απέβαλε τους αναιρεσείοντες ως πολιτικώς ενάγοντες, αφού δέχθηκε τα εξής : "... όπως αποδεικνύεται από τις με αριθμό 4848, 4849 και 4850/2008 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν αντίστοιχα επί των αγωγών από 1-2-2000 του Ψ3, από 28-1-1999 του Ψ2 και από 1-2-2000 του Ψ1, που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο χωρίς αντίρρηση από κανένα, οι ενάγοντες είχαν εισάγει προς κρίση με τις εν λόγω αγωγές ολόκληρο το ποσό της αξίωσής τους για αναγνώριση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής τους βλάβης, την οποία υπέστησαν από την επικαλούμενη σε βάρος τους εν λόγω αδικοπραξία, καθώς και ολόκληρη την αξίωσή τους για αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν στην περιουσία τους. Η δε αξίωσή τους της χρηματικής ικανοποίησης ήδη κρίθηκε με οριστικές αποφάσεις ως βάσιμη κατά ένα μέρος (2.000 ευρώ) και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά ως αβάσιμη, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έγινε νόμιμη παραίτηση από μέρους της αξίωσής τους χρηματικής ικανοποίησης, για την εισαγάγουν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, ως αβασίμως ισχυρίζονται". Με τον τρόπο αυτό, το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Αθηνών στέρησε την απόφασή του από την επιβεβλημένη αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της απόρριψης του ισχυρισμού των πολιτικώς εναγόντων ότι είχαν περιορίσει την απαίτησή τους κατά την εκδίκαση αυτής υπό του πολιτικού δικαστηρίου, προκειμένου να την εισαγάγουν ενώπιον αυτού. Ειδικότερα, δεν εξέθεσε αφ' ενός εάν έλαβε ή όχι υπ' όψη του τις εν λόγω προτάσεις των πολιτικώς εναγόντων, στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς αυτών, είχε διατυπωθεί ο περιορισμός του αιτήματος των αγωγών, που κρίθηκαν από το πολυμελές πρωτοδικείο και αφ' ετέρου το λόγο για τον οποίο ο υπό των πολιτικώς εναγόντων επικαλούμενος ως δια των προτάσεων αυτών δηλωθείς περιορισμός του αιτήματος ήταν μη νόμιμος ή παρέμεινε αναπόδεικτος. Και μετά ταύτα, με το να αποβάλει τους πολιτικώς ενάγοντες από την ποινική διαδικασία χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 66 παρ.1 ΚΠοινΔ, υπερέβη θετικά την εξουσία του. Επομένως, οι ερευνώμενοι λόγοι αναιρέσεως, από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' και 511 ΚΠοινΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
3. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4739/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή