Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 361 / 2013    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία, οπλοχρησία. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, για ενοχή και για απόρριψη αιτήματος αναβολής και ισχυρισμό βρασμού ψυχικής ορμής. 2. Η επίκληση της βεβαιότητας παραγραφής του πλημμελήματος, για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, δεν ήταν αποκλειστική, αφού το δικαστήριο ανάφερε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος, είχε ζητήσει αναβολή και του είχε δοθεί αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, άλλες δύο φορές, ήτοι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχεν εξαντλήσει το κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος αναβολής επί δύο φορές, αφού κατά το άνω άρθρο 349 παρ.4 εδ. β ΚΠΔ, κάθε άλλη, μετά τη δεύτερη αναβολή, απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές, πράγμα που δε ζητήθηκε από τον αποσταλμένο άγγελο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Άλλωστε, το υπερασπιστικό δικαίωμα του απολιπόμενου κατηγορουμένου, να ζητεί τρίτη αναβολή, μετά χορήγηση ήδη σε αυτόν δύο αναβολών, δεν πρέπει να εξικνείται, με την απειλούμενη παραγραφή σε ματαίωση της αξιώσεως της πολιτείας προς εκδίκαση και τιμωρία του ποινικού αδικήματος που διαπράχθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 361/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Γ. Κ. του Σ. και 2. Ν. Κ.-Χ. του Α., κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 965/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 349 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, όμως, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, κατά το άρθρο 139 εδ. γ του ΚΠΔ, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να διαλάβει στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Αν ακολούθως το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει ορθά και αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, στην αρχή της διαδικασίας, πριν συγκροτηθεί το μικτό ορκωτό δικαστήριο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δ. Α., ως άγγελος, ο οποίος και υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμό του απόντος πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Ν. Μ. - νυν αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα δήλωσε ότι "Ο απών κατηγορούμενος δεν μπορεί να εμφανισθεί σήμερα στο δικαστήριο και να υπερασπισθεί τον εαυτό του, διότι βρίσκεται στη Γερμανία φυλακισμένος, προσκόμισε δε και το από 25-1-2011 πιστοποιητικό κράτησης της δικαστικής φυλακής Ηύνφελντ, το οποίο αναγνώσθηκε, αλλά και επειδή ο συνήγορος δικηγόρος του Αλέξιος Κούγιας, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη σημερινή δικάσιμο επειδή έχει άλλο δικαστήριο και μπορεί να βρεθεί και στο Βέλο Κορινθίας, γιατί η μητέρα του είναι άρρωστη", στη συνέχεια δε ο ίδιος δικηγόρος Δ. Α., σε σχετική ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, απάντησε ότι δεν υπάρχει έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη από αυτόν απασχόληση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου, ούτε η ιδιότητα αυτού ως πληρεξουσίου, ούτε για την επικληθείσα ασθένεια της μητέρας αυτού. Ακολούθως, μετά από πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής, το δικαστήριο της ουσίας (το εκ τακτικών δικαστών) απέρριψε το παραπάνω υποβληθέν παραδεκτά αίτημα αναβολής και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, με ωσεί παρόντα τον καταδικασθέντα από το μικτό ορκωτό Εφετείο πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο, με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω σημαντικών αιτιών που συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και ανάγονται στο γεγονός της αδυναμίας εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω της κράτησής του σε φυλακή στη Γερμανία, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο έγγραφο που αναγνώσθηκε θεωρείται πιθανός χρόνος απόλυσης αυτού η 1-11-2013, οπότε και θα έχει παραγραφεί η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που τελέσθηκε την 20-8-2003. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθόσον η απλή αναγγελία του κωλύματος αυτού, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων σε άλλο δικαστήριο, καθώς και η ασθένεια της μητέρας του, που πιθανόν να απαιτεί την παρουσία του κοντά της, δεν αρκεί για την αποδοχή κατ' ουσίαν του σχετικού αιτήματος αφού δεν ενισχύεται από κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει πράγματι την παρουσία του συνηγόρου σε άλλο δικαστήριο και την ανάγκη της παρουσίας του σε εκείνο το Δικαστήριο, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ούτε εξάλλου από ιατρικό πιστοποιητικό προκύπτει η νόσος της μητέρας του, η σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της και η ανάγκη εξαιτίας της κατάστασης αυτής για την παραμονή του κοντά της. Εξάλλου επειδή η εκδίκαση της έφεσης του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 19-23/2007 απόφασης του ΜΟΔ Αμαλιάδας, είχε ορισθεί για τη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου την 11-2-2009, οπότε ο κατηγορούμενος, που είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε, αλλά εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, που αφορούσαν το ίδιο. Το αίτημα αυτό έγινε κατ' ουσίαν δεκτό και αναβλήθηκε αορίστως η δίκη. Ακολούθως ορίσθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών νέα δικάσιμος προς εκδίκαση της υπόθεσης η 25-11-2010, κατά την οποία ο κατηγορούμενος, που είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε, αλλά για λογαριασμό του εμφανίσθηκε η μητέρα του η οποία ζήτησε την αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους που αφορούσαν το ίδιο. Το αίτημα αυτό έγινε κατ' ουσίαν δεκτό και αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη σημερινή δικάσιμο.
Συνεπώς και αφού δεν εμφανίσθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής που υπέβαλε, πρέπει να θεωρηθεί παρών και να δικασθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση (Ολ.ΑΠ 8/2006)".
Η παραπάνω αιτιολογία, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, για λόγο που αφορούσε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αλλά και του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έπρεπε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης λόγω απουσίας του κατηγορουμένου στη Γερμανία και οι λόγοι για τους οποίους δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης στο δικαστήριο του ορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, ενώ η επίκληση στο αιτιολογικό της βεβαιότητας παραγραφής του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, την 20-8-2011, αφού ο κατηγορούμενος θα κρατείτο στις φυλακές της Γερμανίας μέχρι 1-11-2013, δεν ήταν αποκλειστική, αφού το δικαστήριο αναφέρει στο άνω αιτιολογικό του, ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει προηγουμένως και του είχε δοθεί αναβολή, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, άλλες δύο φορές, στις 11-2-2009 και στις 25-11-2010, ήτοι προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε εξαντλήσει το κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος αναβολής επί δύο φορές, αφού κατά το άνω άρθρο 349 παρ.4 εδ. β ΚΠΔ, κάθε άλλη, μετά τη δεύτερη αναβολή, απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές, πράγμα που δε ζητήθηκε από τον αποσταλμένο άγγελο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Άλλωστε, το υπερασπιστικό δικαίωμα του απολειπόμενου κατηγορουμένου, να ζητεί στις 9-2-2011 τρίτη αναβολή, μετά χορήγηση ήδη σε αυτόν δύο αναβολών, με δεδομένο χρόνο τελέσεως των τεσσάρων πλημμελημάτων που κατηγορείτο την 20-8-2003, δεν πρέπει να εξικνείται, με την απειλούμενη ως παραπάνω παραγραφή σε ματαίωση της αξιώσεως της πολιτείας προς εκδίκαση και τιμωρία του ποινικού αδικήματος που διαπράχθηκε.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3δ του ΔΣ/ΑΠΔ, λόγω του ότι το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της εφέσεώς του, με διορισμό αυτεπάγγελτα από τον οικείο κατάλογο δικηγόρων συνηγόρου υπερασπίσεώς του, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του ιδίου ή τουλάχιστον δικηγόρου της επιλογής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 26, 27, 49, 57/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ν. Μ., ένοχος των αξιοποίνων πράξεων, απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και δεκαπέντε μηνών. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όσον αφορά τον νυν αναιρεσείοντα κατηγορούμενος Ν. Μ., διαλαμβάνονται κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον ... οι παθόντες - σύζυγοι διατηρούν και εκμεταλλεύονται ξενοδοχείο, στο ισόγειο του οποίου λειτουργεί εστιατόριο, καθώς και κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών. Το 2001, μεταξύ του παθόντος και του εκπροσώπου της Ολλανδικής εταιρείας με την επωνυμία "Hotel Plan International Travel Organigation LMD", είχε καταρτισθεί σύμβαση μίσθωσης εγγυημένης κράτησης (commitment) με βάση την οποία ο παθών εκμίσθωσε στην τελευταία το παραπάνω ξενοδοχείο για τις τουριστικές περιόδους 2002, 2003 και 2004, με κατ' αποκοπή μίσθωμα για το συνολικό χρόνο της ίδιας σύμβασης το ποσόν των 358.034 ευρώ. Η σύμβαση αυτή ήταν εξαιρετικά επωφελής για τους παθόντες, αφού είχαν εξασφαλίσει για τρία χρόνια μίσθωμα για το ξενοδοχείο τους, για το σύνολο των δωματίων του, ανεξάρτητα από τα άτομα που θα διέμεναν σ' αυτό. Την ίδια χρονική περίοδο τέτοια μισθωτική σύμβαση δεν είχε καταρτισθεί με άλλους επιχειρηματίες ξενοδόχους, των οποίων οι σχετικές συμβάσεις είχαν ετήσια διάρκεια. Την 20-8-2003 και περί ώρα 23.15 οι παθόντες βρίσκονταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου τους και ειδικότερα η παθούσα στο χώρο αυτού, όπου λειτουργεί, όπως προαναφέρθηκε, το κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών και πλησίον αυτής στο χώρο του εστιατορίου ο παθών σύζυγός της. Στους ίδιους χώρους περιφέρονταν και αλλοδαποί τουρίστες, ένοικοι του ξενοδοχείου, καθώς και οι εργαζόμενοι σ' αυτό. Την ίδια χρονική στιγμή εισήλθε στον προαναφερόμενο χώρο ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος φορούσε καπέλο και σκούρα γυαλιά ηλίου, κρατούσε δε στα χέρια του ένα ξύλινο ρόπαλο, μήκους 0,50 cm και πλησίασε την παθούσα, την οποία έπληξε με το ρόπαλο στο κεφάλι και στο δεξί χέρι της, προκαλώντας σ' αυτήν βαθύ θλαστικό τραύμα ΔΕ μετωπιαίας βρεγματικής χώρας (ΚΕΚ), κάκωση δεξιού αντιβραχίου. Αντιλαμβανόμενος ο σύζυγος της το γεγονός έσπευσε στο σημείο που συνέβη τούτο, από το οποίο απείχε ελάχιστα μέτρα, έπιασε τον πρώτο κατηγορούμενο από το πίσω μέρος του σώματός του, εκείνος γύρισε αμέσως το σώμα του και οι δύο άνδρες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος έπληξε με το ίδιο ρόπαλο τον παθόντα στο κεφάλι, ο οποίος έπιασε με τα χέρια του το ρόπαλο, προσπαθώντας να το αποσπάσει από τα χέρια του πρώτου κατηγορούμενου και αυτός να το διατηρήσει στην κατοχή του. Έτσι, συμπλέκονταν οι δύο άνδρες, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος ο παθών ανάσκελα και πάνω του ο πρώτος κατηγορούμενος, κρατώντας και οι δύο το ξύλινο ρόπαλο, ο οποίος (πρώτος κατηγορούμενος) απευθυνόμενος προς τον παθόντα είπε τη φράση "άσε το ρόπαλο γιατί θα σε σκοτώσω". Την ίδια στιγμή και ενώ οι δυο άντρες πάλευαν ο Σ. Μ., γυιός της παθούσας, που βρίσκονταν στο εστιατόριο και αντιλήφθηκε το περιστατικό, πήρε ένα μπουκάλι και έσπευσε στο χώρο, όπου τούτο εξελισσόταν, προκειμένου να χτυπήσει τον πρώτο κατηγορούμενο και να προστατεύσει τον πατρυιό του παραπάνω παθόντα. Η κίνησή του αυτή έγινε αντιληπτή από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος έβγαλε από τη ζώνη του ένα πιστόλι, διαμετρήματος 9mm και στρέφοντας τούτο προς τον προαναφερόμενο, Σ. Μ., απηύθυνε σ' αυτόν τη φράση "κάνε πίσω γιατί θα σας σκοτώσω όλους" και πράγματι ο τελευταίος επειδή φοβήθηκε απομακρύνθηκε από το χώρο όπου το περιστατικό εξελισσόταν. Τότε ο κατηγορούμενος έστρεψε το όπλο προς τον παθόντα, που εξακολουθούσε να βρίσκεται ανάσκελα στο έδαφος και να κρατάει μαζί με τον ίδιο (κατηγορούμενο) το ξύλινο ρόπαλο και από απόσταση 0,40cm πυροβόλησε σημαδεύοντας το κεφάλι του τελευταίου, με σκοπό να τον σκοτώσει, πλήττοντας αυτόν στο άνω χείλος προκαλώντας του διαμπερές τραύμα (άνω χείλους). Ακολούθως και ενώ ο παθών τραυματισμένος πλέον δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει, άφησε τα ρόπαλο, το οποίο πήρε ο κατηγορούμενος και έφυγε τρέχοντας, επιβιβάσθηκε δε σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, πού βρισκόταν σε μικρή απόσταση έξω από το ξενοδοχείο, με τον κινητήρα αυτής σε λειτουργία και οδηγό άγνωστο άτομο και απομακρύνθηκαν. Το θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν επήλθε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του δράστη, επειδή αστόχησε στη βολή του λόγω του ότι ο παθών που βρισκόταν στο δάπεδο κινούσε το κεφάλι του και δεν κατάφερε να τον πλήξει σε πλέον καίριο σημείο τούτου. Οι παθόντες καθώς και παραπάνω Σ. Μ. κατέθεσαν για το περιστατικό προανακριτικά, περιγράφοντας τον κατηγορούμενο ως ένα άγνωστο άτομο ψηλό, γεροδεμένο, μελαχρινό, ηλικίας 35 ετών και Έλληνα, περιγραφή που ταιριάζει με τα εξωτερικά στοιχεία αυτού. Το Σεπτέμβριο του 2003 στο Αστυνομικό Τμήμα Λαγανά Ζακύνθου περιήλθε η πληροφορία από τηλεφώνημα ανώνυμου άνδρα ότι δράστης των παραπάνω πράξεων είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Έτσι κλήθηκε ο Σ. Μ., επειδή οι παθόντες απουσίαζαν στο εξωτερικό, στο Α.Τ. Λαγανά προκειμένου να αναγνωρίσει το δράστη ο οποίος βρισκόταν έξω από το γραφείο του διοικητή με άλλα άτομα και αστυνομικούς με πολιτική περιβολή. Ο τελευταίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το δράστη των παραπάνω πράξεων, χωρίς να εκφράσει απόλυτη βεβαιότητα, εκατό τοις εκατό προς τούτο, τον οποίο όπως κατέθεσε είχε συναντήσει σε κάποιο γυμναστήριο όπου γυμναζόταν αυτός και ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεσή του όμως στον ανακριτή Ζακύνθου εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητα περί του ότι δράστης είναι ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως και στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικαστηρίου τούτου. Οι παθόντες, όταν επέστρεψαν στη Ζάκυνθο, κλήθηκαν την 25-10-2003 στο Α.Τ. Λαγανά, όπου βρισκόταν ο πρώτος κατηγορούμενος στον ίδιο παραπάνω χώρο, με τρίτα άτομα και ανεπιφύλακτα αναγνώρισαν στο πρόσωπό του το δράστη των πράξεων που προαναφέρθηκαν σε βάρος τους, όπως κατέθεσαν άλλωστε ενώπιον και του ανακριτή Ζακύνθου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικαστηρίου τούτου. Καμία σχέση δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των παθόντων, του Σ. Μ. και του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος από το 2000 εργαζόταν τους θερινούς μήνες ως υπάλληλος στην επιχείρηση εκμίσθωσης μηχανοκίνητων μέσων, που διατηρούν στην περιοχή Πλάνο-Τσιλιβί Ζακύνθου οι Κ. Μ. και Α. Τ. και έχουν συστήσει προς τούτο ομόρρυθμη εταιρεία, όπου και διέμενε σε μισθωμένη οικία και τον υπόλοιπο χρόνο κατοικεί στο Π. Φάληρο Αττικής. Το 2003 ο κατηγορούμενος έγινε μέλος της παραπάνω εταιρείας με ποσοστό 15 ο/ο. Οι μάρτυρες Κ. Μ. και Α. Τ. εργοδότες του στο παρελθόν και συνεταίροι το 2003, οπότε και τελέσθηκαν οι παραπάνω πράξεις, κατέθεσαν ενώπιον του ανακριτή Ζακύνθου ότι αποκλείεται να είναι δράστης τούτων ο κατηγορούμενος, επειδή τον Αύγουστο, που τελέσθηκαν οι πράξεις η επιχείρησή τους έχει μεγάλη κίνηση πελατών και ήταν αδύνατον να λείψει βραδινή ώρα ο κατηγορούμενος, όπως δεν έλειπαν και αυτοί, χωρίς να είναι σε θέση να καταθέσουν που βρισκόταν την προαναφερόμενη ημερομηνία και ώρα, συγκεκριμένα. Ενώπιον όμως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για πρώτη φορά, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το ένδικο περιστατικό, καταθέτουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν στην επιχείρηση το βράδυ εκείνο και μάλιστα ήταν απασχολημένος στον υπολογιστή του. Οι καταθέσεις αυτές δεν είναι πειστικές ως προς την αλήθειά τους σε σχέση με την παρουσία του κατηγορουμένου στον επαγγελματικό τους χώρο, καθόσον σύμφωνα με την κοινή λογική, δεν είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος μετά παρέλευση περίπου τεσσάρων ετών ένα τέτοιο περιστατικό, που δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα, ώστε να παραμένει στη μνήμη του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενώπιον του ανακριτή Ζακύνθου αρνήθηκε τις πράξεις που του αποδίδονται και κατέθεσε ότι "είναι απόρροια του ανταγωνισμού που υπάρχει στη δουλειά μας επειδή έχω μεγάλο κύκλο πελατών στη Ζάκυνθο και είμαι γνωστός, όποιος το έκανε, το έκανε για να με βλάψει επαγγελματικά". Επίσης αρνήθηκε τις πράξεις του απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν είναι πειστικοί, καθ' όσον αυτός, υπάλληλος της επιχείρησης των προαναφερομένων υπήρξε από το 2000 που αναζήτησε εργασία στη Ζάκυνθο και για δύο χρόνια απασχολήθηκε ως υπάλληλος και μόλις το 2003 όταν συνέβη το περιστατικό έγινε μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας, γεγονός το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έγινε γνωστό στους λοιπούς επαγγελματίες της Ζακύνθου, που ασκούσαν παρόμοια δραστηριότητα και ότι επειδή είχε πολλούς πελάτες, κάποιος θέλησε να τον βλάψει. Αν υπήρχαν λόγοι ανταγωνισμού θα έπρεπε να στρέφονται κατά των Κ. Μ. και Α. Τ., που ασκούν την ίδια εμπορική δραστηριότητα από το 1990 και ήταν γνωστοί στο νησί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά το συμβάν δεν είναι μέλος της παραπάνω εταιρείας. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παθούσα Γ. Κ. με σκοπό να της προκαλέσει σωματική βλάβη επειδή τρίτο πρόσωπο, προφανώς ανταγωνιστής αυτής, για επαγγελματικούς λόγους του ζήτησε να προβεί σ' αυτήν την πράξη έναντι αμοιβής. Ο τρόπος δε με τον οποίο τελέστηκε η πράξη αυτή, πλήγμα με ξύλινο ρόπαλο και το ευπαθές σημείο του σώματος της παθούσας που επλήγη δηλαδή το κεφάλι, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής της.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, σε βάρος της Γ. Κ.. Ο ίδιος κατηγορούμενος όταν αποφάσισε και διέπραξε την απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ν. Κ.-Χ., βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στην τέλεση της και εκείνων που τον απέτρεπαν από αυτήν. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του προκύπτει από τα μέσα που χρησιμοποίησε, ξύλινο ρόπαλο και πιστόλι, τον τραυματισμό που προκάλεσε στον παθόντα, τον οποίο στόχευσε από απόσταση 0,40 cm στο κεφάλι, αφού τον είχε πλήξει με το ρόπαλο επίσης στο κεφάλι, αν δεν αστοχούσε δε επειδή κούνησε το κεφάλι του ο παθών θα επήρχετο ο θάνατος αυτού. Έτσι ο σχετικός επικουρικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη που του αποδίδεται είναι επικίνδυνη σωματική βλάβη πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ο επικουρικώς προβληθείς ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής όταν αποφάσισε και εκτέλεσε την παραπάνω πράξη, επειδή διαπληκτιζόταν με τον παθόντα και κινήθηκε σε βάρος του απειλητικά ο Σ. Μ., γεγονότα που του δημιούργησαν αιφνίδια υπερένταση συναισθημάτων φόβου και πανικού, καθόσον ο ψύχραιμος και αποφασιστικός τρόπος με τον οποίο ενήργησε την ώρα λειτουργίας του εστιατορίου στο ξενοδοχείο των παθόντων, παρουσία τρίτων προσώπων και η μετέπειτα άμεση διαφυγή του για να αποφύγει τη σύλληψη, παίρνοντας μαζί του το ρόπαλο και το πιστόλι ώστε να μην αφήσει οποιοδήποτε στοιχείο της εκεί παρουσίας του, αποδεικνύουν ότι είχε πλήρη αντίληψη του άδικου χαρακτήρα της πράξης του και έλεγχε απόλυτα τον εαυτό του, σταθμίζοντας τα αίτια που τον ωθούσαν στην πράξη του ή τον συγκρατούσαν από αυτήν.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, 1) για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του Ν. Κ.-Χ., 2) της παράνομης οπλοφορίας των όπλων που προαναφέρθηκαν χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και 3) της οπλοχρησίας καθόσον έκανε χρήση τούτων για τη διάπραξη των προαναφερομένων πράξεων σε βάρος των παθόντων, να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 26, 27, 49, 57/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94, 299 παρ.1 και 309, 308 του ΠΚ, και 1 παρ.1α, δ, και 2α, β, γ, 8α, 7 παρ.1, 2, 8α, 13α, 14 του ν. 2168/1993 περί όπλων, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν. Μ., στο προεκτεθέν αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου: α) αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με άμεσο δόλο του καταδικασθέντος και τελούντος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση των πράξεων και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιέγερσης συναισθημάτων από φόβο, ταραχή και πανικό, συνεπεία επίθεσης του υιού των παθόντων, β) αναφέρονται επαρκώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και των λοιπών πλημμελημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατά συρροή, γ) αναφέρεται με σαφήνεια και αναλυτικά ο τρόπος τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα, ο συναγόμενος άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη η ανθρωποκτόνος πρόθεση αυτού και από ποία στοιχεία συνάγεται ο δόλος αυτός, αιτιολογείται ειδικά και η απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών βρασμού ψυχικής ορμής και μεταβολής της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας του Ν. Κ. σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, δ) αιτιολογείται επαρκώς χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις, η ταυτότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που εμφανίστηκε στους παθόντες χωρίς μάσκα, φορώντας απλώς καπέλο και σκούρα γυαλιά, ως δράστη των ανωτέρω εγκλημάτων, αναγνωρισθέντος σαφώς από τα δύο θύματα αυτού, ε) αιτιολογούνται επαρκώς χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις και τα αίτια της επίθεσης του κατηγορουμένου κατά του ζεύγους των παθόντων, με ξύλινο ρόπαλο και με πιστόλι που έφερε πάνω του και χρησιμοποίησε, με την παραδοχή ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο( μη αποκαλυφθέν), προφανώς ανταγωνιστής των παθόντων, για επαγγελματικούς λόγους, ζήτησε από τον κατηγορούμενο, να προβεί στην πράξη έναντι αμοιβής, ανεξάρτητα του ότι το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία ( με ψήφους 4 έναντι 3), αθώωσε τον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Κ., που κατηγορείτο για ηθική αυτουργία στην επικίνδυνη σωματικά βλάβη που τέλεσε με το ρόπαλο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος σε βάρος της Γ. Κ., ελλείψει επαρκών αποδείξεων.
Επομένως, όλοι οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτώς προβληθέντος λόγου αναιρέσεως για έρευνα και ελλείψει συνδρομής οιουδήποτε άλλου βασίμου λόγου, από εκείνους που αυτεπαγγέλτως εξετάζονται από το δικαστήριο τούτο, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ (και τους οποίους υποστήριξε, στο πρώτο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και με το κατατεθέν Υπόμνημά του, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ότι συντρέχουν), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2011 αίτηση - δήλωση του Ν. Μ. του Θ., περί αναιρέσεως της 26, 27, 49, 57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ