Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1027 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για αγορά, πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1027/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Βιολέττα Κριτσίλη, περί αναιρέσεως της 425/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 211/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.1729/1987 "Καταπολέμηση της διάθεσης ναρκωτικών..", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.2161/1993, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά, η πώληση και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την, κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και τη, για το σκοπό αυτή, παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα, για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, πώλησης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τους, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς ούτε έλλειψη αιτιολογίας, β) της ταυτότητας των πωλητών ή των αγοραστών, του συμφωνηθέντος τιμήματος, του τρόπου καταβολής αυτού και του τρόπου παραδόσεως των ναρκωτικών ουσιών και γ) επί κατ'εξακολούθηση τελέσεως των επί μέρους πράξεων. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 425/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-2004 έως 10-11-2004 μη όντας τοξικομανής με πρόθεση τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία αποτελούν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Ειδικότερα: α) στον ... κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε ,με πρόθεση αγόρασε από πρόσωπο η ταυτότητα του οποίου δεν εξακριβώθηκε, αντί τιμήματος το ακριβές ποσό του οποίου ωσαύτως δεν κατέστη δυνατή η διακρίβωση, ποσότητες ηρωίνης και κοκαΐνης, από τις οποίες βρέθηκε στην κατοικία του ποσότητα ηρωίνης βάρους 688,3 γραμμαρίων και ποσότητα κοκαΐνης βάρους 4,4 γραμμαρίων, οι οποίες είναι ναρκωτικές ουσίες κατά νόμο και οι οποίες κατασχέθηκαν. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, πώλησε σε διάφορα πρόσωπα, η ταυτότητα των οποίων δεν διακριβώθηκε, ποσότητες ηρωίνης και κοκαΐνης, αντί τιμήματος 15-22 ευρώ και 70-80 ευρώ το κάθε γραμμάριο αντίστοιχα και τέλος στον ..., στην οικία του, που διατηρούσε στην οδό ..., είχε στην κατοχή του με την έννοια της φυσικής εξουσίας τους, με σκοπό να ελέγχει κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει, ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα στην ανωτέρω οικία του κατά την ώρα που πραγματοποίησαν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, βρέθηκε να κατέχει έξι (6) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν συνολική ποσότητα ηρωίνης βάρους 600 γραμμαρίων (6χ100 γρ), ένα (1) νάϋλον σακκουλάκι, το οποίο περιείχε ηρωίνη βάρους 80 γραμμαρίων, ένα αυτοσχέδιο δε, που είχε περιτυλιχθεί με κολλητική ταινία και το οποίο περιείχε ποσότητα ηρωίνης βάρους 5,5 γραμμαρίων επτά (7) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν ποσότητα ηρωίνης βάρους 2,8 γραμμαρίων (7χ0,4 γρ.) και ένδεκα (11) νάϋλον σακκουλάκια, τα οποία περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης βάρους 4,4 γραμμαρίων (11χ0,4 γρ). Η ανωτέρω ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, βρέθηκε, όπως αναφέρθηκε, στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτή παραδόθηκε σ'αυτόν από φιλικό του πρόσωπο, χωρίς όμως να το κατονομάζει, για φύλαξη και όχι για διάθεση σε τρίτους. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, τον οποίο είχε προβάλει και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς, της πώλησης κατ'εξακολούθηση και της κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες πρέπει να επιβληθεί σ'αυτόν μία ποινή (άρθρο 5 παρ.2 του ν.1729/1987, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί), όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. Ειδικότερα το γεγονός ότι κατά το τετραετές και πλέον χρονικό διάστημα (4 έτη και δύο μήνες περίπου), που κρατείται στις φυλακές, συμπεριλαμβανομένου και του χρονικού διαστήματος της προσωρινής του κράτησης, επέδειξε καλή διαγωγή, η οποία άλλωστε επιβαλλόταν από τους κανονισμούς του σωφρονιστικού ιδρύματος και πειθαρχημένη συμπεριφορά, ότι δεν δημιούργησε πρόβλημα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ή τους συγκατηγορουμένους του και δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, δεν θεμελιώνει ελαφρυντική περίσταση, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του αυτή αναφέρεται σε χρόνο που κρατείται και είναι εκκρεμείς οι εναντίον του κατηγορίες και αποτελεί συμπεριφορά που έχει ως στόχο να επιτύχει επιεική μεταχείριση από το Δικαστήριο και δεν αναφέρεται σε ελεύθερη διαβίωση. Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν, ούτε ο ίδιος επικαλέστηκε άλλα θετικά στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. Άλλωστε ο ίδιος με την υπ' αριθμ.1548/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών και χρηματική ποινή 5000000 δραχμών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Σύμφωνα δε με όλα τα πιο πάνω ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 3 πιν. Α6, 5 παρ.1 εδάφ. β' ζ' ν.1729/1987, όπως ισχύει, και 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ και συνεπτυγμένως διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.2/29-1-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 425/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή