Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1439 / 2017    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Σωματεμπορία, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Σωματεμπορία από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συρροή. Λόγοι αναίρεσης
απόλυτην ακυρότητα διότι απορρίφθηκε αίτημα του να μην αναγνωσθούν καταθέσεις
τω παθουσών, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη
εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αναίρεση
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.





Αριθμός 1439/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου E. S. του R., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 189/2015 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία", προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ’ της "Ε.Σ.Δ.Α." (Ν.Δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε’ του "Διεθνούς συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (Ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ.. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα, έστω και αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή του κατηγορουμένου αποτελεί περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν εμποδίζει την εξακρίβωση της αλήθειας. Τούτο ισχύει ιδίως όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει ή είναι αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής η ανεύρεσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεσή του, που λήφθηκε στην προδικασία, είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, τούτο, για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη την από 16-1-2008 ένορκη κατάθεση που είχε δώσει κατά την προανάκριση η μάρτυρας B. E. του V. και την από 16-1-2008 ένορκη κατάθεση που είχε δώσει κατά την προανάκριση η μάρτυρας S. T. I., παρά τη ρητή εναντίωση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Για την ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων το Εφετείο δέχθηκε με πλήρη αιτιολογία ότι η εμφάνιση των ως άνω μαρτύρων στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εξαιτίας του γεγονότος ότι είχαν μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση και δεν υπήρχε γνωστή διαμονή τους για να κληθούν και ότι η ανάγνωση των ενόρκων καταθέσεών τους κατά την προανάκριση, ως παθουσών, ήταν εντελώς αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από το γεγονός ότι το Μικτό Εφετείο Αθηνών ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του τις προαναφερόμενες ένορκες, κατά την προδικασία, καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων. Άλλωστε, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διατηρούσε το από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά του να προβεί σε παρατηρήσεις, εξηγήσεις και δηλώσεις επί των ως άνω ενόρκων καταθέσεων που αναγνώστηκαν και να τις αντικρούσει και ως εκ τούτου, από την ανάγνωσή των ενόρκων καταθέσεων των ως άνω μαρτύρων λόγω του ανεφίκτου της εμφανίσεώς τους ενώπιον του δικαστηρίου, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1 του Π.Κ. όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από τον άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στην γενετήσια εκμετάλλευση του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε επίσης με το άρθρο 8 του Ν. 3064/2002 "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη: α)...β)... γ) ... δ) τελείται κατ’ επάγγελμα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ’ του Π.Κ., που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, που συντρέχει και στην κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη της παραπάνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Έτσι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Εφετείου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 189/2015 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφία (5-2) τον αναιρεσείοντα, αναγνωρίζοντάς του τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ του Π.Κ., της πράξης της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα κατά συρροή και τον καταδίκασε σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης πέντε (5) ετών για κάθε σωματεμπορία και σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης επτά (7) ετών. Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος αναφέρει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσία κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Η E. B. του V., ρωσίδα υπήκοος χήρα και μητέρα τριώ παιδιών, ζούσε στην πόλη ... και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τον Ιανουάριο του 2006 μέσω της φίλης της L. S., ρωσίδας υπηκόου, η οποία τα τελευταία πέντε έτη εργαζόταν ως ιερόδουλη σε διάφορες χώρες της ευρώπης, γνώρισε (η E. B.) τον E. S. όταν ο τελευταίος πήγε στη Ρωσία και παρέμεινε επί δεκαήμερο φιλοξενούμενος της L. S.. Η τελευταία της εκμυστηρεύτηκε ότι ο E. S. την είχε εφοδιάσει στο παρελθόν με πλαστό ελληνικό διαβατήριο, με όνομα κατόχου Α., το οποίο χρησιμοποιούσε για να εργάζεται ως εκδιδόμενη στη Γερμανία, στο Βέλγιο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τον Φεβρουάριο του 2006 η L. S. ήρθε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως εκδιδόμενη, διατηρώντας παράλληλα ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο E. S., ο οποίος μέσω αυτής προέτρεπε τηλεφωνικώς την E. B., που μέχρι τότε διέμενε στην πατρίδα της, να μεταβεί στην Ελλάδα, όπου είχε τη δυνατότητα να της βρεί εργασία σε μπαρ με πολύ ικανοποιητικές αποδοχές. Την 9-6-2006 η E. B. πεισθείσα από τις διαβεβαιώσεις των πιο πάνω για μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ταξίδευσε αεροπορικώς από τη Μόσχα στην Αθήνα με δαπάναις του κατηγορουμένου E. S., όταν δε έφθασε στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος την ανέμενε ο E. S. και η φίλη της L. S., την παρέλαβαν και ο E. S. την οδήγησε στο επί της οδού ... διαμέρισμα που διέμεναν οι γονείς του, ο αδελφός του και η L. S.. Μετά την πάροδο λίγων ημερών ο κατηγορούμενος E. S. μεσολάβησε και η E. B. προσελήφθη στο μπαρ με το διακριτικό τίτλο ... που βρισκόταν στην οδό ..., για να εργασθεί ως σερβιτόρα. Εκεί η B. εργάστηκε καθημερινά για ένα μήνα κατά τις ώρες 23.00 έως 5.00 π.μ. προσφέροντας τη συντροφιά της στους πελάτες του καταστήματος έναντι αμοιβής 100 ευρώ επιπλέον ποσοστού για κάθε ποτό που κατανάλωνε με έξοδα του πελάτη. Παράλληλα την ίδια περίοδο, με προτροπή του κατηγορουμένου, η E. B. εργάστηκε ως ιερόδουλη προσφέροντας ερωτικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής 100 έως 150 ευρώ για κάθε ερωτική συνεύρεση με άγνωστο αριθμό ανδρών, τους οποίους συναντούσε κατόπιν συνεννόησης με τον κατηγορούμενο που κανόνιζε τα ραντεβού σε δωμάτια διαφόρων ξενοδοχείων στα οποία την μετέφερε και την παραλάμβανε ο ίδιος, πραγματοποιώντας έτσι καθημερινά περισσότερα ερωτικά ραντεβού. Μετά την πάροδο ενός μήνα από την άφιξή της στη χώρα η E. B. έπαυσε να εργάζεται στο μπαρ ... επειδή έληξε η θεώρηση εισόδου που είχε και συνέχισε να εκδίδεται έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, πραγματοποιώντας ερωτικές συναντήσεις που κανόνιζε ο κατηγορούμενος. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκε με την L. σε μισθωμένο διαμέρισμα επί της οδού .... Τα έσοδα που συγκέντρωνε η E. B. ως παρανόμως εκδιδομένη σε αόριστο αριθμό ανδρών, περίπου 1000 ευρώ την εβδομάδα, παρέδιδε εξ ολοκλήρου στον κατηγορούμενο, είτε απευθείας στα χέρια του, είτε μέσω της L. S.. Από τα χρήματα αυτά ο κατηγορούμενος της έδινε περί τα 100 ευρώ την εβδομάδα για τα προσωπικά της έξοδα και παρακρατούσε τα υπόλοιπα υποσχόμενος να αποστείλει μέρος αυτών στα τέκνα της E. B. στη … καθώς και για να εκδώσει νομιμοποιητικά έγγραφα γι’ αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 2006 η E. B. εκδήλωσε τη βούλησή της να φύγει από την Ελλάδα, όμως ο κατηγορούμενος την έπεισε να παραμείνει και να συνεχίσει να εργάζεται ως ιερόδουλη, υποσχόμενος ότι θα προέβαινε στις απαιτούμενες ενέργειες για να φέρει τα τέκνα της από τη Ρωσία. Πράγματι τον Ιούνιο του 2007, η T. S., κόρη της E. B. ηλικίας 18 ετών, ταξίδευσε στην Ελλάδα συνοδευόμενη από την G., αδελφή της E. B. και εγκαταστάθηκε στο μισθωμένο διαμέρισμα όπου διέμενε ο κατηγορούμενος με την οικογένειά του. Ο τελευταίος (E. S.) εφόδιασε την T. S. με την με αριθ. .../2007 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής που κατόρθωσε να υφαρπάξει, υποβάλλοντας την με αριθ. Πρωτ. ...-6-2007 αίτηση προς τη Δ/νση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης μέσω του Δήμου ... για την έκδοση άδειας διαμονής επ’ ονόματί της ως δήθεν αποφοίτου δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος και προσκομίζοντας ως δικαιολογητικό έγγραφο την από 8-6-2007 πλαστή βεβαίωση αποφοίτησης, φερομένη ως εκδοθείσα από το ... Γενικό Λύκειο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η T. S. φερόταν ότι ήταν μαθήτρια του πιο πάνω σχολείου κατά τα σχολικά έτη 2002-2003, 2003-2004 και 2004-2005 στις Α’ , Β’ και Γ’ τάξεις του σχολείου με Α.Μ.Μ. …. και ημερομηνία αποφοίτησης 31-6-2005. Στη συνέχεια ο E. S., ανακοίνωσε στην T. ότι για την έκδοση των νομιμοποιητικών της εγγράφων του όφειλε το ποσό των 5.000 ευρώ, για τη αποπληρωμή του οποίου, όφειλε να εργασθεί για λογαριασμό του, ως σερβιτόρα και χορεύτρια αισθησιακού θεάματος (στριπτήζ). Πράγματι με τη μεσολάβηση του S. η T. εργάστηκε έως τις αρχές Νοεμβρίου του 2007 στο μπαρ ... επί της οδού ... ως σερβιτόρα - χορεύτρια - στριπτηζ και πρόσφερε τη συντροφιά της στους πελάτες του καταστήματος έναντι αμοιβής 200 - 300 ευρώ ημερησίως. Από το ποσό αυτό το μισό εισέπραττε ο κατηγορούμενος, το δε υπόλοιπο, δηλαδή το μερίδιο της T. S., κρατούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του επίσης ο κατηγορούμενος ως εξόφληση του χρηματικού ποσού των 5.000 ευρώ που του χρωστούσε η T. και προς κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών της τελευταίας στο ΙΚΑ, καθώς επίσης για την κάλυψη των δαπανών για την ένδυσή της και τη μεταφορά της από και προς το κατάστημα όπου εργαζόταν, με αποτέλεσμα να καταλήγει τελικά στα χέρια της T. ένα ελάχιστο ποσό. Το Σεπτέμβριο του 2007 ο κατηγορούμενος εφοδίασε την E. B. με την αριθ. ...21-9-2007 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής που κατόρθωσε να υφαρπάξει και πάλι, υποβάλλοντας την με αριθ. πρωτ. 2714/21-9-2007 αίτηση προς τη Δ/νση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, μέσω του Δήμου ... για την έκδοση άδειας διαμονής επ’ ονόματί της, ως δήθεν αποφοίτου δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος και προσκομίζοντας ως δικαιολογητικό έγγραφο την με αριθμ. πρωτ. ...-7-2007 πλαστή βεβαίωση σπουδών, φερομένη ως εκδοθείσα από το ΤΕΕ Μαθητείας Πειραιά, σύμφωνα με την οποία η E. B. φερόταν ότι φοίτησε στην πιο πάνω σχολή κατά τα σχολικά έτη 2003 έως και 2006 στις Α’ , Β’ και Γ’ τάξεις με αριθμό μητρώου μαθητριών … στην ειδικότητα Μαγειρικής Τέχνης. Στη συνέχεια η E. B. με τη μεσολάβηση του κατηγορουμένου εργάστηκε στο μπαρ ... ενώ την πίεζε καθημερινά να εργασθεί ως εκδιδόμενη σε οίκο ανοχής, διότι τα χρήματα που αποκόμιζε από την εργασία της στο μπαρ δεν ήταν αρκετά και ο ίδιος προσδοκούσε σε μεγαλύτερα κέρδη από την εργασία της σε οίκο ανοχής. Ένα πρωϊνό του Νοεμβρίου 2007 ο κατηγορούμενος εισήλθε στο μισθωμένο διαμέρισμα όπου διέμεναν οι E. B. και T. S. και με την βία κτυπώντας την E. B. στο πρόσωπο, την εξανάγκασε να ντυθεί και να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό του, στη συνέχεια δε τη μετέφερε σε οίκο ανοχής όπου αυτή εργάστηκε για μια ημέρα. Την ίδια περίοδο ο κατηγορούμενος φρόντισε να προσληφθεί η T. S. στο κέντρο διασκέδασης ... επί της οδού … όπου εργάστηκε για τέσσερις ημέρες ως σερβιτόρα και χορεύτρια (στριπτήζ). Και τις δύο γυναίκες ο κατηγορούμενος επόπτευε συνεχώς, δεν τους επέτρεπε να έχουν σχέσεις ή φιλίες με πελάτες ή τρίτους, απατούσε να ενημερώνεται τηλεφωνικά για κάθε κίνησή τους, τις μετέφερε συχνά ο ίδιος από και προς τον τόπο της εργασίας τους, ενώ ήθελε να γνωρίζει για ποιο λόγο εξέρχονταν από το διαμέρισμα όπου διέμεναν, Ένα βράδυ του Νοεμβρίου 2007 ο κατηγορούμενος εισέβαλε στο διαμέρισμα όπου διέμεναν οι πιο πάνω γυναίκες και κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο την T. S. επειδή το πρωϊνό της ίδιας ημέρας εξήλθε από το διαμέρισμα χωρίς να ενημερώσει και προέβη στην αποστολή του χρηματικού ποσού των 300 ευρώ στην αδελφή της στη Ρωσία. Η E. B. βλέποντας τον κατηγορούμενο να γρονθοκοπεί τη θυγατέρα της, προσπάθησε να τον σταματήσει, πλην όμως εκείνος την απώθησε βίαια και συνέχισε να κτυπά την T. S.. Μετά το επεισόδιο αυτό οι δύο γυναίκες αποχώρησαν από το διαμέρισμα αυτό και κατέφυγαν σε φιλικό σπίτι. Ο κατηγορούμενος έμαθε τον τόπο διαμονής τους και μετέβη εκεί, όπου ποσπάθησε να τις πείσει να επιστρέψουν, όταν δε αυτές αρνήθηκαν θύμωσε και πήρε από τη τσάντα της T. S. το διαβατήριό της, την με αριθμό ...-6-2007 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής και το έγγραφο της Δ.Ο.Υ. με το Α.Φ.Μ. της. Στη συνέχεια προσπάθησε να πάρει και τα έγγραφα της E. B. που ητελευταία όμως είχε κρύψει. Την επόμενη ημέρα οι παθούσες απευθύνθηκαν στο Α.Τ. … και κατάφεραν με την μεσολάβηση του αξιωματικού υπηρεσίας που κάλεσε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο να ανακτήσουν το διαβατήριο και την με αριθ. ...-6-2007 βεβαίωση, τα οποία τους παρέδωσε η L. S.. Ακολούθως αυτές φιλοξενήθηκαν σε άλλο σπίτι ενώ άλλαξαν και τα κινητά τους τηλέφωνα, τους αριθμούς κλήσεως δηλαδή, ώστε ο κατηγορούμενος να χάσει τα ίχνη τους. Επειδή όμως αυτός τις έψαχνε, φοβούμενες κατέφυγαν την 16-1-2008 στην Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Τμήμα Εμπορίας Ανθρώπων) και κατήγγειλαν τις τελεσθείσες σε βάρος τους πράξεις, ζητώντας την προστασία της πολιτείας. Από την ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της E. B. προέκυψε ότι κατά το διάστημα που εργάστηκε στην Ελλάδα υπό το πιο πάνω καθεστώς παρέδωσε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 90.000 ευρώ, από το οποίο μόλις το ποσό των 4.000 ευρώ κατέληξε στα τέκνα της στη Ρωσία ενώ το υπόλοιπο ποσό ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος απολογούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες, ισχυρίστηκε ότι διέμενε με την L. και δεν είχε πάρει είδηση ότι ήταν ιερόδουλη, όσο ήταν μαζί του δούλευε ως καθαρίστρια, ότι μαζί της είχε ερωτικό δεσμό και δεν εξηγεί πως ενώ συνέχισε να μένει μαζί της συνήψε ερωτικό δεσμό με την T., την οποία ισχυρίζεται ότι τη χώρισε επειδή έπινε και ερχόταν το πρωί. Τελικά ισχυρίζεται ότι οι παθούσες όλες αυτές τις κατηγορίες εις βάρος του τις διατύπωσαν για να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στη χώρα. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν προκύπτουν ως βάσιμοι, διαψεύδονται πλήρως από όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία τα οποία λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των παθουσών που λεπτομερώς και χωρίς αντιφάσεις περιγράφουν το καθεστώς της εργασίας τους, τη συμφωνία που είχε συνάψει μαζί τους ο κατηγορούμενος, τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε, τα συχνά ταξίδια του στη Ρωσία, για τα οποία πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία εξήγηση έδωσε, όπως επίσης και για το γεγονός ότι περιστοιχιζόταν από Ρωσίδες υπηκόους που ήσαν ιερόδουλες ή εργάζοντο ως χορεύτριες αισθησιακών χορών (στριπτήζ) και τις οποίες, χωρίς να γνωρίζει ιδιαίτερα, φιλοξενούσε στο σπίτι του. Πρέπει συνεπώς και κατ’ ακολουθία των όσων πιο πάνω λεπτομερώς αναφέρθηκαν να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης εις αυτόν κατηγορίας της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή ....". Στη συνέχεια, το δικάσαν Μικτό Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε στο διατακτικό, κατά πλειοψηφία (5-2) ένοχο τον κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2006 έως το τέλος Νοεμβρίου 2007, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, με τη χρήση απατηλών μέσων απέσπασε την συναίνεση και παρέσυρε εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους, με υποσχέσεις περί παροχής υψηλών αμοιβών, τις υπηκόους Ρωσίας, E. B. και T. S. με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή τους κι’ εν συνεχεία με τη χρήση βίας και απειλών προσέλαβε, μετέφερε και κατακράτησε τις πιο πάνω παθούσες, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή τους, συνισταμένη στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης και στη χρησιμοποίηση από κερδοσκοπία του γυναικείου σώματος για την πραγματική ή προσποιητή επιχείρηση τέτοιας πράξης ή για την παροχή εργασίας ή υπηρεσιών που αποσκοπούσαν στην γενετήσια διέγερση, τελεί δε τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα. Πιο συγκεκριμένα στον άνω τόπο και κατά το άνω χρονικό διάστημα: Α) Με την χρήση απατηλών μέσων απέσπασε την συναίνεση και παρέσυρε εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη οικονομική και κοινωνική θέση της ρωσίδας υπηκόου, E. B., η οποία ήταν χήρα, μητέρα τριών τέκνων κι’ αντιμετώπιζε σοβαρά βιοποριστικά προβλήματα, με υποσχέσεις περί εξεύρεσης νόμιμης εργασίας, ως σερβιτόρας στην Ελλάδα, έναντι υψηλών αποδοχών, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, πείθοντας την να ταξιδεύσει, με δαπάνες του από την Μόσχα στην Αθήνα, από όπου την παρέλαβε και την εγκατέστησε στην οικία του, επί της οδού ... διαμέρισμα, όπου διέμεναν οι γονείς του, ο αδελφός του, ο ίδιος και’ η ερωτική του σύντροφος L. S., μετά δε την πάροδο λίγων ημερών, μεσολάβησε για την πρόσληψή της στο επί της οδού ..., μπαρ, με τον διακριτικό τίτλο "...", όπου εργάστηκε ως "συνοδός πελατών", καθημερινά για χρονικό διάστημα ενός μηνός, κατά τις ώρες 23:00 έως 05:00, προσφέροντας την συντροφιά της στους πελάτες του καταστήματος, έναντι 100 ευρώ ημερησίως και επιπλέον ποσοστού για κάθε ποτό που κατανάλωνε με έξοδα του πελάτη, παράλληλα δε την ίδια χρονική περίοδο, εργάστηκε ως ιερόδουλη, προσφέροντας ερωτικές υπηρεσίες έναντι χρηματικού ανταλλάγματος 50 έως 100 ευρώ για κάθε ερωτική συνεύρεση, σε άγνωστο αριθμό ανδρών, τους οποίους συναντούσε, κατόπιν δικής του μεσολάβησης, σε δωμάτια ξενοδοχείων, στα οποία την μετέφερε και την παραλάμβανε συνήθως ο ίδιος, πραγματοποιώντας καθημερινά περί τα 5 ερωτικά ραντεβού, μετά δε την πάροδο ενός μήνα, έπαυσε να εργάζεται στο μπαρ "...", συνέχισε όμως να εκδίδεται έναντι του προπεριγραφομένου χρηματικού ανταλλάγματος, πραγματοποιώντας ερωτικές συναντήσεις που κανόνιζε ο ίδιος, ενώ την ίδια περίοδο την εγκατέστησε σε μισθωμένο διαμέρισμα, επί της οδού ..., στερώντας της το δικαίωμα της ελευθερίας κίνησης, θέτοντάς την υπό την εποπτεία του και υποχρεώνοντάς την να του παραδίδει όλα τα έσοδα που συγκέντρωνε, ως ιερόδουλη, περί τα 1000 ευρώ κάθε εβδομάδα, από τα οποία της απέδιδε ένα πολύ μικρό μέρος, περί τα 100 ευρώ για τα προσωπικά της έξοδα, τα δε υπόλοιπα παρακρατούσε, με τις απατηλές υποσχέσεις ότι θα αποστείλει μέρος αυτών στα τέκνα της στην Ρωσία, ότι θα εξασφαλίσει τον ερχομό τους στην Ελλάδα και ότι θα διαθέσει μέρος αυτών για την έκδοση των νομιμοποιητικών της εγγράφων, ώστε να παραμείνει νόμιμα στη χώρα, συνολικά δε απέσπασε από την παθούσα το χρηματικό ποσό των 90.000 ευρώ που προερχόταν από την γενετήσια εκμετάλλευσή της, από το οποίο μόλις το ποσό των 4.000 ευρώ απέστειλε στα τέκνα της στην Ρωσία, ενώ ιδιοποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου. Στη συνέχεια, τον Σεπτέμβριο του 2007, εφόδιασε την E. B. με την αριθμ. ...21-9-2007 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής που κατόρθωσε να υφαρπάξει από την Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, μεσολάβησε για την επαναπρόσληψή της, ως σερβιτόρα στο μπαρ "...", ενώ της ασκούσε διαρκείς πιέσεις, προκειμένου να εξαναγκαστεί να εργαστεί ως εκδιδόμενη σε οίκο ανοχής προσδοκώντας σε μεγαλύτερα κέρδη από την εργασία της, ένα πρωινό δε του Νοεμβρίου του 2007, εισήλθε στο μισθωμένο διαμέρισμα, όπου διέμενε και με τη βία και χτυπώντας την στο πρόσωπο, την εξανάγκασε να ντυθεί και να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό του, στη συνέχεια δε την μετέφερε σε οίκο ανοχής, όπου εργάστηκε για μία ημέρα. Β) Με την χρήση απατηλών μέσων απέσπασε την συναίνεση και παρέσυρε, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη οικονομική και κοινωνική θέση της, την ρωσίδα υπήκοο T. S., η οποία ήταν θυγατέρα της E. B. κι’ αντιμετώπιζε σοβαρά βιοποριστικά προβλήματα, με υποσχέσεις περί επανένωσής της με την μητέρα της και περί εξεύρεσης νόμιμης εργασίας, ως σερβιτόρας και χορεύτριας στην Ελλάδα, έναντι υψηλών αποδοχών, με σκοπό την γενετήσια εκμετάλλευσή της, πείθοντας την να ταξιδεύσει, από την Μόσχα στην Αθήνα, από όπου την παρέλαβε και την εγκατέστησε στο επί της οδού ..., μισθωμένο διαμέρισμα, όπου διέμενε η μητέρα της, στερώντας της το δικαίωμα της ελεύθερης κίνησης, θέτοντάς την, υπό την εποπτεία του και αφού την εφοδίασε με την αριθ. ...-6-2007 βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής που κατόρθωσε να υφαρπάξει από την Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, με την χρήση απατηλών και εξαναγκαστικών μέσων, ότι δήθεν για την έκδοση των νομιμοποιητικών της εγγράφων του όφειλε το ποσό των 5.000 ευρώ, για την αποπληρωμή του οποίου έπρεπε να εργαστεί ως σερβιτόρα και χορεύτρια αισθησιακού θεάματος (στριπτήζ), υποχρεώθηκε να εργαστεί, με τη μεσολάβησή του, από τον Ιούνιο έως τις αρχές Νοεμβρίου του 2007, στο κέντρο διασκέδασης - μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "..." επί της οδού ... κι’ εντός του Νοεμβρίου του 2007, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών, στο κέντρο διασκέδασης - μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "..." επί της οδού …, ως σερβιτόρα και χορεύτρια, όπου πρόσφερε την συντροφιά της στους θαμώνες του καταστήματος και χόρευε αισθησιακά, αποβάλλοντας τα ενδύματά της και λικνίζοντας το σώμα της, προς τέρψη των θεατών έναντι αμοιβής ποσού 200-300 ευρώ ημερησίως από το οποίο, το ήμισυ ελάμβανε ο ίδιος, από το δε υπόλοιπο ήμισυ που αναλογούσε στο μερίδιό της, ελάμβανε ένα μεγάλο μέρος έναντι εξόφλησης του δήθεν χρέους της, ποσού των 5.000 ευρώ και προς δήθεν κάλυψη των ασφαλιστικών της εισφορών στο Ι.Κ.Α. και των δαπανών για ένδυση και μεταφορά της από και προς το κατάστημα, όπου εργαζόταν, με αποτέλεσμα ένα πολύ μικρό χρηματικό ποσό να καταλήγει εν τέλει εις χείρας της. Καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα προκειμένου να κάμψει τις αντιρρήσεις αμφοτέρων των θυμάτων του και να τις υποχρεώσει να υποκύπτουν στις εντολές του, τις κατακρατούσε παράνομα, στερώντας τους το δικαίωμα της ελευθερίας κίνησης, θέτοντάς τες υπό την διαρκή εποπτεία του, μεταφέροντάς τες συχνά από και προς τον τόπο εργασίας τους, μη επιτρέποντας σ’ αυτές να έχουν σχέσεις ή φιλίες με πελάτες ή με τρίτους, απαιτώντας να ενημερώνεται τηλεφωνικά πότε μετέβαιναν στον τόπο εργασίας τους, πότε αποχωρούσαν από αυτόν και πότε και για ποιο λόγο εξέρχονταν από το διαμέρισμα, ένα δε βράδυ του Νοεμβρίου του 2007, εισέβαλε στο διαμέρισμα όπου διέμεναν οι παθούσες και χτύπησε με γροθιές την T. S., στο πρόσωπο, γιατί παράκουσε τις εντολές του και εξήλθε ασυνόδευτη από το διαμέρισμα, προκειμένου να αποστείλει το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ στην αδελφή της στην Ρωσία, ασκώντας και σωματική βία για την επίτευξη των στόχων του, ενώ λίγες ημέρες αργότερα, απέσπασε με τη βία και παρακράτησε το διαβατήριο και τα νομιμοποιητικά έγγραφα της T. S., προκειμένου να την εξαναγκάσει, με την απειλή της απέλασής της από τη χώρα, να εξακολουθήσει να εργάζεται για λογαριασμό του, υπό τους πιο πάνω όρους. Τελεί δε πράξεις σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, καθώς ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου, εξασφαλίζοντας την έκδοση πλαστών δικαιολογητικών εγγράφων, τα οποία προσκόμισε για λογαριασμό των θυμάτων του στις αρμόδιες αρχές με σκοπό να υφαρπάξει την έκδοση νομιμοποιητικών εγγράφων επ’ ονόματί τους προς διευκόλυνση της εργασιακής τους απασχόλησης στην Ελλάδα και της οικονομικής και γενετήσιας εκμετάλλευσής τους, έχοντας τις κατάλληλες διασυνδέσεις σε οίκους ανοχής και νυκτερινά κέντρα-γυμνού θεάματος (στριπτήζ) και φροντίζοντας για την πρόσληψη και απασχόληση των θυμάτων του σ’ αυτά, για την συνοδεία, μετακίνησή τους και τον έλεγχο των εισπράξεων, έτσι ώστε να ασκεί διαρκή εποπτεία στα θύματά του, έστω και χωρίς να τελούν διαρκώς και πλήρως υπό τη φυσική του εξουσία, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27 παρ. 1, 94, 351 παρ. 1, 4 περ. δ’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία διότι δέχεται ότι πλαστογράφησε βεβαιώσεις σπουδών και ότι απέσπασε διά της βίας και παρακρατούσε ταξιδιωτικά έγγραφα ενώ από την αναγνωσθείσα 42334/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προέκυπτε ότι αυτός αθωώθηκε για τα πλημμελήματα αυτά, με συνέπεια να έχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του, αλλά και να στερείται νομίμου βάσεως λόγω της κατά τα ανωτέρω αντιφατικής αιτιολογίας της και να συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 351 παρ. 1 και 4 περ. δ’ του Π.Κ. λόγω του ανεφίκτου του αναιρετικού ελέγχου, ανεξάρτητα από την αβασιμότητά τους, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγνώστηκε απόσπασμα της αθωωτικής 42334/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το οποίο δεν προέκυπτε για ποίες πράξεις υπεξαγωγής εγγράφων, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση αθωώθηκε ο αναιρεσείων, τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και οι λόγοι για τους οποίους αθωώθηκε, σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι το Μικτό Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την καταδικαστική κατά πλειοψηφία κρίση του, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και το αναγνωσθέν απόσπασμα της ως άνω αθωωτικής αποφάσεως, από το οποίο δεν δεσμευόταν για να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση για την κατηγορία της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή, οι ως άνω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι πρωτίστως απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού με τις αιτιάσεις αυτές, ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας και της στερήσεως νομίμου βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην πραγματικότητα προσβάλλει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και την ανέλεγκτη από μέρους του εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ , Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέοι και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως του E. S. του R., που ασκήθηκε με τη σύνταξη της 82/2015 εκθέσεως αναιρέσεως ενώπιον του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της 189/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ