Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2169 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2169/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 15822/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Συλλούρη, και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργακόπουλο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18/3.4.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον άλλου για κάποιο τρίτο πρόσωπο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει του ψεύδους του και να έπραξε τούτο με δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει την γνώση αυτού ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και την θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου και κάθε πράξη ή κατάσταση ή σχέση ή συμπεριφορά που αναφέρεται στο παρόν ή το παρελθόν και υποπίπτει στις αισθήσεις. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της αθωωτικής αποφάσεως των ποινικών δικαστηρίων για έλλειψη της απαιτουμένης υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσας τον υπό της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Τοιαύτη δε έλλειψη υπάρχει επί αθωωτικής αποφάσεως, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντίφαση τα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων εστηρίχθη η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί της μη συνδρομής των ουσιαστικών ή υποκειμενικών όρων του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, εκ των οποίων αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις και συλλογισμοί υπαγωγής των στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και κατέληξε στην αθωωτική κρίση. Ειδικώς δε επί κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση, αν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα αυτό, πρέπει να ερευνήσει περαιτέρω αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως ή της εξυβρίσεως, υποπίπτον, άλλως, σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Γι' αυτό πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που απεδείχθησαν, εκ των οποίων συνήγαγε την κρίση ότι τα διαδοθέντα ή ισχυρισθέντα γεγονότα ήσαν αληθή ή ήσαν μεν αναληθή, αλλ' ο υπαίτιος δεν ετέλει εν γνώσει της αναληθείας, και περαιτέρω αν στοιχειοθετείται ή όχι το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως ή, εφ' όσον δεν στοιχειοθετείται και αυτό, αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της εξυβρίσεως. Τέλος, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ, συνάγεται ότι αίρεται, κατ' αρχήν, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως, εκτός άλλων, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπολήψεως του άλλου εκδήλωση γίνεται προς εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, ή προς άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ενώ δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων αυτών και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστου όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως ή από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως και, ειδικότερα, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί προσηκόντως το περιεχόμενο της σκέψεως του δράστου για την προάσπιση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, και μολονότι το εγνώριζε, πραγματοποίησε την εκδήλωση, προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, όπως αυτά κατ' είδος μνημονεύονται σ' αυτή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας της ... με τον τίτλο "...", δημοσίευσε στο με αριθμό φύλλου ... - Οκτώβριος 2006 άρθρο, που αναφερόταν στον εγκαλούντα, Ψ, με τον τίτλο "Ευθείες απειλές Ψ κατά Χ". Αποδεικνύεται δε, ότι τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα πραγματικά περιστατικά είναι αληθή. Ειδικότερα, η μάρτυρας ΑΑ, η οποία ήταν παρούσα στο αναφερόμενο στο επίδικο δημοσίευμα επεισόδιο, που έλαβε χώρα στις 15 Οκτωβρίου και περί ώρα 12.30 περίπου έξω από το 1° Λύκειο ..., κατηγορηματικά αναφέρει ότι πράγματι τη χρονική στιγμή που ο κατηγορούμενος πρότεινε προς τον εγκαλούντα, υποψήφιο τότε Δήμαρχο ..., να συμμετάσχει στο EXIT POLL που διενεργούσε ο ίδιος (κατηγορούμενος), με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας της ... με τον τίτλο "...", αυτός (εγκαλών) αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι είναι αναξιόπιστος και επίσης λέγοντάς του τη φράση "θα σου δείξω μετά τις εκλογές αλήτη". Στο ίδιο επεισόδιο παρευρισκόταν και η θυγατέρα του κατηγορουμένου, η οποία κρατούσε την κάλπη του EXIT POLL, η ίδια δε ανέφερε στη μητέρα της και μάρτυρα, ΒΒ, ότι ο εγκαλών στην ανωτέρω πρόσκληση του κατηγορούμενου τον έσπρωξε λέγοντάς του ότι είναι αναξιόπιστος και "θα σε τακτοποιήσω μετά τις εκλογές αλήτη" (βλ. σχετική κατάθεση ΒΒ). Εξάλλου, ο εγκαλών δεν αμφισβητεί ότι έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, πλην όμως υποστηρίζει ότι ο τελευταίος στην πρόσκληση του κατηγορούμενου απλώς απάντησε αρνητικά, λέγονάας του ότι αυτό το γκάλοπ είναι αναξιόπιστο. Και ναι μεν ο μάρτυρας κατηγορίας (ΓΓ), ο οποίος και αυτός ήταν παρών το ανωτέρω επεισόδιο, αναφέρει ότι ο εγκαλών είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν θεωρεί αξιόπιστο αυτό που κάνει, δηλαδή το EXIT POLL, και ότι δεν άκουσε να ειπωθεί κάτι άλλο, πλην όμως η κατάθεσή του αποδυναμώνεται από τις σαφείς, κατηγορηματικές και πειστικές προαναφερόμενες καταθέσεις της ΑΑ και της ΒΒ. Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδεικνύεται ότι πράγματι τον Μάιο του έτους 2005 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του εγκαλούντα και φωτογράφου της εφημερίδας του κατηγορούμενου και ότι, συγκεκριμένα, ο εγκαλών προσπάθησε να αρπάξει τη φωτογραφική μηχανή του ανωτέρω φωτογράφου, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να τον φωτογραφίσει σε δημόσιο χώρο (εστιατόριο), όπου βρισκόταν και συνέτρωγε με την παρέα του. Το εν λόγω γεγονός, άλλωστε, έχει δημοσιευτεί και σε άλλη εφημερίδα και συγκεκριμένα στο φύλλο με αριθμό ... της 6-1-2006, καθώς και στο φύλλο με αριθμό ... της 3 Ιουνίου 2005 της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας του Δήμου ... "...". Εξάλλου, ο κατηγορούμενος δημοσίευσε στην εφημερίδα του "...", στο φύλλο ... και στη σελίδα 8 αυτής, την από 18/10/200 .., ήτοι στο επίμαχο άρθρο, καταγγελία του στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "... επειδή η οικογένειά μου έχει κατατρομοκρατηθεί από χειροβομβίδα που ρίχτηκε προ 10μήνου έξω από το μαγαζί της συζύγου μου, γεγονός που πολλοί εν ..., το απέδωσαν στην αυστηρή κριτική που ασκώ προς τον Δήμαρχο". Το ανωτέρω χωρίο, αποδίδει φήμες κατοίκων του ..., όσον αφορά περιστατικό που είχε λάβει χώρα στις 29-12-2005 σε βάρος του καταστήματος οπτικών της συζύγου του κατηγορουμένου, στο οποίο άγνωστοι είχαν ρίξει χειροβομβίδα, με αποτέλεσμα να υποστεί το κατάστημα και ο περιβάλλον χώρος σημαντικές υλικές ζημίες. Το χωρίο αυτό είναι ενταγμένο σε κείμενο -καταγγελία του κατηγορουμένου με τίτλο "Καταγγελία κατά Δημάρχου κ. Ψ για απειλές που εξεστόμισε προς τον Δημοσιογράφο Εκδότη Χ". Η καταγγελία αυτή καταχωρήθηκε και στις 3-11-2006 στην τοπική εφημερίδα "30 ημέρες". Το εν λόγω τρομοκρατικό γεγονός είχε δημοσιευτεί, άλλωστε, και στο φύλλο με αριθμό ... της 6-1-2006 της ίδιας ως άνω εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας "30 ημέρες", όπου συγκεκριμένα αναφερόταν σε αυτό ότι η αστυνομία ερευνώντας για τους υπαίτιους της άνω τρομοκρατικής επίθεσης, ζήτησε και τα τελευταία τεύχη της εφημερίδας του κατηγορουμένου, "...", μήπως ανακαλύψει κάποιους που θα είχαν κίνητρο να τρομοκρατήσουν τον εκδότη, η ίδια δε ως άνω εφημερίδα σχολιάζει την αυστηρή κριτική του κατηγορουμένου προς τον Δήμαρχο (εγκαλούντα). Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στο φύλλο με αριθμό ... του μηνός Ιανουαρίου 2006 της εφημερίδας του κατηγορουμένου "..." δημοσιεύτηκε χωρίο, στο οποίο αναφερόταν ότι "... όποιοι προσπάθησαν να συνδέσουν την ρίψη της χειροβομβίδας με την δριμεία κριτική που ασκεί η εφημερίδα μας κατά του Δημάρχου ... έσφαλαν οικτρά. Ο Δήμαρχος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να εκδηλώσουν την συμπαράστασή τους στον εκδότη του "...", για το ψυχολογικό σοκ που υπέστη αυτός και η οικογένειά του. Βέβαια, το γεγονός ότι από πλευράς του Δημάρχου έχει καλλιεργηθεί ένα κλίμα εξύβρισης και συκοφάντησης του Τύπου οδήγησε σε σύγχυση και παρερμηνεία του γεγονότος από πολλούς δημότες. Οι έρευνες της Αστυνομίας ήδη έχουν στραφεί αλλού σε ότι αφορά τον στόχο της εγκληματικής ενέργειας ...". Είναι σαφής, λοιπόν, η θέση της εφημερίδας του κατηγορουμένου ότι σε καμία περίπτωση δεν συνέδεσε την ανωτέρω τρομοκρατική ενέργεια με την αυστηρή κριτική που ασκούσε προς τον Δήμαρχο και με το ανωτέρω δημοσίευμα τόνισε τούτο και διαχώρισε τη θέση της από τις απόψεις άλλων εφημερίδων και διαφόρων δημοτών του ... . Με το επίμαχο δημοσίευμα, η εφημερίδα του κατηγορουμένου και πάλι ανέφερε τις απόψεις τρίτων και απλώς επανέλαβε τούτο, ήτοι ότι άλλοι είχαν συνδέσει το γεγονός αυτό με την αυστηρή κριτική που ασκούσε προς τον Δήμαρχο ..., χωρίς καν να το σχολιάζει και χωρίς να εκφέρει δική του άποψη γι' αυτό, σε καμία δε περίπτωση από το περιεχόμενο και το ύφος του όλου κειμένου δεν διακρίνεται ότι η εφημερίδα του κατηγορουμένου υιοθετεί αυτή την άποψη, κάτι το οποίο, άλλωστε, είχε διευκρινίσει, όπως ήδη αναφέρθηκε, και με το δημοσίευμα του μηνός Ιανουαρίου 2006. Από όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι όλα τα αναφερόμενα στα επίδικα δημοσιεύματα περιστατικά είναι αληθινά και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Εξάλλου, τα πιο πάνω γεγονότα είναι μεν αντικειμενικά ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ώστε να στοιχειοθετείται κατ' αρχήν το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, πλην όμως η πράξη αυτή δεν είναι άδικη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, διότι αφενός μεν ο κατηγορούμενος περιέλαβε στα επίμαχα δημοσιεύματα τα παραπάνω γεγονότα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας της ... με τον τίτλο "...", ήτοι ως πρόσωπο που συνδεόταν άμεσα με την λειτουργία του άνω μέσου ενημέρωσης (τύπου και ειδικότερα εφημερίδας) για τη δημοσίευση ειδήσεων και την καταχώρηση γεγονότων και σχολίων, σχετικών με την συμπεριφορά προσώπου για το οποίο ενδιαφερόταν το κοινωνικό σύνολο. Εξάλλου, και τα λοιπά αναφερόμενα στην αρχή του επίμαχου δημοσιεύματος και συγκεκριμένα ότι "Φαίνεται πως η επιδίωξη του κ. Ψ να παραμείνει στον Δημαρχιακό θώκο ήταν τόσο λυσσαλέα, που τον οδήγησε σε εκρήξεις και αντιδράσεις, οι οποίες απάδουν προς τον πρώτο πολίτη του τόπου...", ανάγονται στο πλαίσιο της επιτρεπόμενης κριτικής του τύπου προς τον Δήμαρχο του Δήμου ... (εγκαλούντα), αφού ο σκοπός και το όλο ύφος του κειμένου είναι να τονίσει την έντονη αντίδραση του εγκαλούντα στην εκάστοτε κριτική που ασκείται από τον τύπο στο πρόσωπό του, κάτι το οποίο γίνεται σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του άνω μέσου ενημέρωσης για τη δημοσίευση ειδήσεων και την καταχώρηση γεγονότων και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Αφετέρου, δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης, καθόσον το δημοσίευμα δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο μέτρο έκφρασης και δεν χρησιμοποιήθηκε λεξιλόγιο σκληρό ή προσβλητικό, ενώ δεν ήταν δυνατή η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού με άλλες ηπιότερες φράσεις". Υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, υπό την προδιαληφθείσα έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διότι μνημονεύονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν την συνδρομή των αντικειμενικών όρων του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, εκείνα τα οποία αίρουν τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων της απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως, οι αποδείξεις εκ των οποίων επείσθη δια τα ως άνω περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί δια των οποίων υπήγαγε τα άνω περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εδέχθη, με αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, το περιεχόμενο των οποίων αναλύει και αξιολογεί: 1) Ότι τα όσα διαλαμβάνονται στο δημοσίευμα της εφημερίδος "..." πραγματικά περιστατικά, αφορώντα στο πρόσωπο του εγκαλούντος, αναφορικώς με το επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 15.10.2006, κατά το οποίο ο εγκαλών απηύθυνε προς τον κατηγορούμενο τις φράσεις "θα σου δείξω μετά τις εκλογές αλήτη", ήσαν αληθή και ότι επομένως δεν στοιχειοθετείται, ως προς το πρώτο σκέλος της κατηγορίας, που αφορά στον ψευδή χαρακτήρα του άνω γεγονότος που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος δια του άνω δημοσιεύματος ως εκδότης της προαναφερθείσης εφημερίδος, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Καμία δε ασάφεια, αντιφατικότητα ή ενδοιαστικού χαρακτήρος παραδοχή δεν ενεφιλοχώρησε στην προδιαληφθείσα καταφατική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι περί της αληθείας του άνω γεγονότος, αποκλειούσης την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος. 2) Οι δε στον υπό στοιχ. α' διαλαμβανόμενες αιτιάσεις περί ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως, διότι η περί του άνω πραγματικού ζητήματος παραδοχή δεν συμπλέει προς ορισμένες μαρτυρικές καταθέσεις ως πλήττουσες, υπό το πρόσχημα της ελλειπτικής αιτιολογίας την περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Ότι ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε, ούτε διέδωσε, αμέσως ή και υπαινικτικώς, δια το πρόσωπο του εγκαλούντος, με το στο σκεπτικό διαλαμβανόμενο δημοσίευμα, ότι αυτός (ο εγκαλών) ενεπλάκη με οποιαδήποτε τρόπο στην υπόθεση της βομβιστικής ενέργειας που έλαβε χώρα στο εμπορικό κατάστημα της συζύγου του (του κατηγορουμένου). Το δικαστήριο επί του σκέλους αυτού της κατηγορίας, αξιολογώντας το αληθές περιεχόμενο του δημοσιεύματος, σε συσχετισμό με άλλα δημοσιεύματα του κατηγορουμένου στην ίδια ως άνω εφημερίδα και τις λοιπές αποδείξεις, κατέληξε στην ανωτέρω περιεχομένου αποφατική ουσιαστική κρίση, διατυπωθείσα κατά τρόπο σαφή και χωρίς οποιοδήποτε λογικό κενό. 3) Ότι ναι μεν, με το στο άνω δημοσίευμα αναφερόμενο δια τον εγκαλούντα περιστατικό και ειδικότερα ότι αυτός την 25.10.2006 απηύθυνε προς τον εγκαλούντα τις ανωτέρω φράσεις, θεμελιώνεται το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως, καθώς και ότι με την στο ίδιο δημοσίευμα διαλαμβανομένη φράση "ότι φαίνεται πως η επιδίωξη του κ. Ψ να παραμείνει στον Δημαρχιακό θώκο, ήταν τόσο λυσσαλέα, που τον οδήγησαν σε εκρήξεις και αντιδράσεις, οι οποίες απάδουν προς τον πρώτο πολίτη του τόπου ...", πλην όμως με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, παραθέτοντας τα σχετικά περιστατικά, πληρούντα το πραγματικό της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 1γ, εδέχθη ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην άνω δημοσίευση σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής της άνω τοπικής μηνιαίας εφημερίδος, ήτοι ως πρόσωπο που συνδέεται άμεσα με την λειτουργία του ανωτέρω μέσου ενημερώσεως (του τύπου και ειδικότερα εφημερίδος) για την δημοσίευση ειδήσεων και την καταχώρηση γεγονότων και σχολίων, σχετικών με την συμπεριφορά προσώπου για το οποίο ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Επίσης, δια την άρση του αδίκου χαρακτήρος της αξιοποίνου πράξεως της εξυβρίσεως το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ότι η επίμαχη ως άνω φράση "φαίνεται πως η επιδίωξη ..." ανάγεται στο πλαίσιο της επιτρεπομένης κριτικής του τύπου προς πρόσωπα ασκούντα δημόσιο λειτούργημα, όπως ο εγκαλών (Δήμαρχος ...), καθώς και ότι το δια την άσκηση της εν λόγω κριτικής χρησιμοποιηθέν άνω λεξιλόγιο δεν ήταν σκληρό ή προσβλητικό, ούτε και ήταν εφικτή η επίτευξη του επιδιωχθέντος ως άνω σκοπού δι' άλλων, ηπιωτέρων, εκφράσεων, καθώς και ότι, ενόψει της υφής του χρησιμοποιηθέντος λεξιλογίου, δεν υπήρξε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου σκοπός εξυβρίσεως του εγκαλούντος. Η επί του προκειμένου διαλαμβανομένη στον σχετικό αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται τα περιστατικά της εξωτερικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος δικαιολογούντα την άσκηση της άνω κριτικής, δεν είναι βάσιμος, αφού μνημονεύονται σ' αυτήν στοιχεία διαδηλούντα την υπό του εγκαλούντος επίδειξη συμπεριφοράς, μη συναδούσης προς την ηθική και την ευπρέπεια, όπως το στην απόφαση διαλαμβανόμενο συμβάν της δημοσίας εξυβρίσεως και της απειλής του κατηγορουμένου υπ' αυτού (εγκαλούντος), το οποίον εκρίθη ως αληθές. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στους υπό στοιχ. α', γ', δ' και ε' λόγους αναιρέσεως περί ελλείψεως στην προσβαλλομένη απόφαση της απαιτουμένης αιτιολογίας, ιδρυούσης τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες.
II. Επειδή, υπό της διατάξεως του αριθ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας απεφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Οι περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας ορίζονται ενδεικτικώς στην προδιαληφθείσα διαταγή. Τοιαύτη δε περίπτωση ανακύπτει και όταν το δικαστήριο απήγγειλε καταδίκη για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (αρθρ. 41 και 46 ΚΠΔ) και μάλιστα από το δικαιούμενο πρόσωπο, ή για το οποίο δεν δόθηκε άδεια διώξεως (αρθ. 54 ΚΠΔ) ή για το οποίο δεν είχε ρητώς επιτραπεί η έκδοση (αρθρ. 438 ΚΠΔ). Υπέρβαση όμως εξουσίας συνιστά όχι μόνον η καταδίκη, αλλά και η αθώωση του κατηγορουμένου παρά την έλλειψη της προς δίωξη απαιτουμένης εγκλήσεως αιτήσεως, αδείας κ.λπ. Μολονότι, όμως η απαρίθμηση των περιπτώσεων υπερβάσεως εξουσίας στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, είναι, όπως ελέχθη, ενδεικτική, ειδικώς σε σχέση με την απαγγελία αποφάσεως από το ποινικό δικαστήριο ελλείψει της απαιτούμενης εγκλήσεως, αιτήσεως κ.λπ., ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας περιορίζεται, αποκλειστικώς στην περίπτωση που η απαγγελθείσα απόφαση είναι καταδικαστική και όχι αθωωτική, μη χωρούσης ερμηνευτικής διευρύνσεως του εννοιολογικού περιεχομένου της ανωτέρω διατάξεως (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ'), προκειμένου να υπαχθεί σε αυτό και η περίπτωση της αθωωτικής αποφάσεως, η οποία, ηθελημένως υπό του νομοθέτου, δεν συμπεριελήφθη στον αμέσως ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Ακολούθως προς τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε υπέπεσε σε πλημμέλεια με το να αθωώσει τον κατηγορούμενο και δια πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως, της οποίας τα στοιχεία μνημονεύονται στον λόγο αυτόν, δια την οποία όμως δεν υπεβλήθη σχετική έγκληση, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, με τον υπό στοιχ. ΣΤ' (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναγνωσθέν έγγραφο και ειδικότερα την υπ' αριθμ. ΕΤ 54-04/102/ΟΔ/2004 Διάταξη του Εισαγγελέα. Από το σύνολο όμως των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι και το ανωτέρω έγγραφο ελήφθη υπόψη. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 18/3.4.2009 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 15822/ 2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή