Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1611 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Απιστία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για απιστία από κοινού, κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απιστίας καθώς και με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού, καθόσον αυτός δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1611/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, σύμφωνα με την 66/5-5-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Β. του Γ., 2. Θ. Γ. του Κ. και 3. Μ.-Χ. Β. του Γ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 119/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172 /1993 και πριν την τροποποιηθεί με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης και η νομή. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση της από το δράστη. Επίσης βλάβη της περιουσίας είναι και το με βεβαιότητα αναμενόμενο, αλλά διαφυγόν κέρδος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κέρκυρας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 119/2010, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι Θ. Γ., Μ.-Χ. Β. και Δ. Β., από κοινού και με γνώση, ζημίωσαν με τις παρακάτω νομικές πράξεις διαχείρισης, την περιουσία του υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση τελούντος, Β. Π. του Γ. και της Π., κατοίκου ..., της οποίας (περιουσίας), είχαν την επιμέλεια και διαχείριση, με βάση δικαστική απόφαση περί δικαστικής συμπαράστασης αυτού, ο πρώτος ως δικαστικός συμπαραστάτης, που έδωσε εγγράφως τη συναίνεση του για την επιχείρηση αυτών των πράξεων (δικαιοπραξιών) και η οποία ήταν απαραίτητη για να καταρτισθούν αν και γνώριζε και αποδέχθηκε ότι δεν είναι προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου, αλλά προς βλάβη της περιουσίας του, οι δε λοιπές δύο κατηγορούμενες ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, που όφειλαν προ της επιχείρησης των εν λόγω νομικών πράξεων υπό του συμπαραστατούμενου, να ελέγξουν αυτές αν είναι προς το συμφέρον του και μετά να τις εγκρίνουν ή να μην τις εγκρίνουν, ήτοι ν' ασκήσουν εποπτεία προ της επιχείρησης αυτών, προς το συμφέρον του. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο Β. Π. του Γ., κάτοικος ..., τέθηκε σε πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση με αίτηση του, δυνάμει της υπ αριθ. 445/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Αυτός, σύμφωνα με την από 2-10-2001 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου -ψυχίατρου Ε. Π., αλλά και κατά τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ήταν εξαιρετικά ανασφαλής, συχνά παρείχε στους άλλους τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις για λογαριασμό του ενίοτε και για σημαντικά θέματα, είχε τάσεις εξάρτησης από άτομα του αμέσου περιβάλλοντος του αλλά και από άτομα που δεν ανήκαν σ' αυτό και τα οποία θεωρούσε ισχυρά και προστατευτικά προς αυτόν, με αποτέλεσμα να έχει την τάση να συμμορφώνεται με τις επιθυμίες τους και τις υποδείξεις τους, οι οποίες δεν ήταν πάντα και υποχρεωτικά ωφέλιμες γι' αυτόν, ενώ το κριτήριο του για κοινωνική επαφή ήταν η βεβαιότητά του να είναι αρεστός και αποδεκτός. Την κατάσταση του αυτή, που δεν του επέτρεπε να διαχειρίζεται μόνος του τον εαυτό του και την περιουσία του προς το συμφέρον του, εκμεταλλεύτηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι σύμφωνα με μαρτυρικές καταθέσεις, "τον γνώρισαν στο δρόμο" και προσπάθησαν να τον κάνουν να αισθανθεί ότι θα ενδιαφερθούν για αυτόν και θα τον προστατέψουν παρέχοντας του τροφή και στέγη, ενώ είχε σεβαστή περιουσία και εργαζόταν και δεν είχε ανάγκη τέτοιου είδους προστασίας, με απώτερο σκοπό να περιέλθει σ' αυτούς η περιουσία του. Οι ίδιοι, που τον είχαν στην άμεση επιρροή τους αφού τον είχαν σχεδόν απαγάγει και τον φιλοξενούσαν για κάποιο χρονικό διάστημα σε δικό τους σπίτι, του προκάλεσαν την απόφαση να καταθέσει αίτηση ώστε να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση και να διορισθούν οι ίδιοι δικαστικός συμπαραστάτης και εποπτικό συμβούλιο με απώτερο σκοπό να εκμεταλλευτούν με την ιδιότητά τους αυτή, την ακίνητη περιουσία του. Με την ως άνω απόφαση ορίσθηκε ότι προκειμένου ο συμπαραστατούμενος να επιχειρεί οποιαδήποτε δικαιοπραξία ή είσπραξη απαίτησης, παροχή εξοφλητικής απόδειξης, παράσταση ή παραίτηση από οποιαδήποτε δίκη, απαιτείτο η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη. Ως δικαστικός συμπαραστάτης ορίστηκε με την ίδια απόφαση προσωρινά, ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Γ. του Κ. και ως εποπτικό συμβούλιο, η Κ. Θ. του Α.-Ε., ως πρόεδρος, και οι λοιπές κατηγορούμενες Μ.-Χ. Β. του Γ. και Δ. Β. του Γ., ως μέλη του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Μ. Β. ήταν και συνεχίζει να είναι σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ. και η Δ. Β. αδελφή της Μ. Β. και κουνιάδα του πρώτου κατηγορουμένου. Μετά την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης περί δικαστικής συμπαράστασης του Β. Π., ο τελευταίος (συμπαραστατούμενος), προέβη ως πωλητής στις εξής δικαιοπραξίες που αφορούν πωλήσεις περιουσιακών του στοιχείων σε μέλη της οικογένειας του πρώτου κατηγορουμένου και της δεύτερης κατηγορουμένης με τίμημα πολύ κατώτερο από το πραγματικό, ο δε τελευταίος, ως δικαστικός συμπαραστάτης, έδωσε τη συναίνεση του γι αυτές τις δικαιοπραξίες, που ήταν απαραίτητη για να καταρτισθούν αφού ο δικαιοπρακτών τελούσε υπό δικαστική συμπαράσταση, εν γνώσει του ότι προκαλείται ζημία στην περιουσία του συμπαραστατούμενου. Α) Με βάση το υπ αριθ. .../11-11-2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Όρους Κέρκυρας Σπυρίδωνος Σπίγγου, πώλησε και μεταβίβασε στον Α. Γ. του Ν. (πρώην συγκατηγορούμενο των νυν εκκαλούντων-κατηγορουμένων και αθωωθέντα πρωτοδίκως για εκβίαση από κοινού σε βάρος του Β. Π. που αφορά τη δικαιοπραξία που καταρτίσθηκε με το εν λόγω συμβόλαιο), το 1/8 εξ αδιαιρέτου, στην πραγματικότητα δε συγκεκριμένο τμήμα ενός οικοπέδου, συνολικής έκτασης 5.412 τ.μ., του οποίου ο πωλητής ήταν κύριος των 4/8 εξ αδιαιρέτου και βρίσκεται στην περιοχή "..." των προαστίων ... και ... της ..., εκτός ρυμοτομικού σχεδίου, επί της οδού ... αριθ. 3. Μαζί με το οικόπεδο πώλησε και την επ' αυτού παλιά οικία εμβαδού 80 τ.μ. με συγκόλλητο ισόγειο βοηθητικό κτίριο (αποθήκη), εμβαδού 8,80 τ.μ. αντί τιμήματος 22.000 ευρώ συνολικά, εκ του οποίου φέρεται με βάση το συμβόλαιο, ότι καταβλήθηκαν στον πωλητή 11.000 Ευρώ ενώπιον του συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο, δέχθηκε ο πωλητής να καταβληθεί στις 30-3-2003 άτοκο, η δε καταβολή θα αποδεικνυόταν μόνο με συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης είτε με γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του οφειλομένου τιμήματος στο ΤΠ&Δ, στο όνομα του πωλητή και με ελεύθερη ανάληψη υπ' αυτού, που έπρεπε να κατατεθεί σε συμβολαιογράφο. Το πωληθέν εκτιμήθηκε προσωρινά από την αρμόδια ΔΟΥ Κέρκυρας στο ποσό των 39.243,65 ευρώ, ενώ, ως γνωστόν η αγοραία αξία του ήταν πολύ μεγαλύτερη της αντικειμενικής. Για την αγοραπωλησία αυτή, έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως δικαστικός συμπαραστάτης, τη συναίνεσή του, όπως αναφέρεται και στο συμβόλαιο, υπάρχουσας σ' αυτό και της υπογραφής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αγοραστής Α. Γ. είναι αδελφός της Ν. Χας Γ. Β. (πρώην συγκατηγορουμένης του για την πράξη της εκβίασης από κοινού και αθωωθείσας πρωτοδίκως) και μητέρας των κατηγορουμένων Μ.-Χ. και Δ. Β. (συζύγου και κουνιάδας αντίστοιχα του πρώτου κατηγορουμένου Θ. Γ., όπως αναφέρθηκε παραπάνω) και θείος των κατηγορουμένων και μελών του εποπτικού συμβουλίου του συμπαραστατούμενου πωλητή, Μ.-Χ. και Δ. Β.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου ότι ο πωλητής-παθών, εισέπραξε το υπόλοιπο του τιμήματος του ως άνω ακινήτου, δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκαν τα ορισθέντα για την εξόφληση του, αποδεικτικά στοιχεία που ορίστηκαν με το πωλητήριο συμβόλαιο β) με το υπ αριθ. .../11-2-2003 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ο συμπαραστατούμενος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στη δεύτερη κατηγορουμένη Μ.-Χ. Β. αν και ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου, και σύζυγος του δικαστικού συμπαραστάτη πρώτου κατηγορουμένου, 3/8 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου με τα επ' αυτού υπάρχοντα κτίσματα και σε αντάλλαγμα εκείνη, του μεταβίβασε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/3 ενός οικοπέδου έκτασης συνολικής 84,52 τ.μ. εντός του οποίου υπήρχε διώροφη οικοδομή με υπόγειο, ημιτελής, εμβαδού (του υπογείου) 27 τ.μ., του ισογείου ορόφου 48,16 τ.μ. και του πρώτου ορόφου υπέρ του ισογείου, 48.16 τ.μ. κειμένου στο χωριό ..., της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ..., αρτίου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση. Από το ακίνητο αυτό ήταν αποπερατωμένο μόνο ένα διαμέρισμα εμβαδού 21,16 τ.μ. παλιάς κατασκευής. Επίσης του μεταβίβασε η δεύτερη κατηγορουμένη, με το ίδιο συμβόλαιο, το 1/8 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου εμβαδού 693 τ.μ. μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής συνολικού εμβαδού 440.τ.μ., του κάθε ορόφου 220 τ.μ. αποτελούμενης από οκτώ διαμερίσματα του ενός κυρίου δωματίου και βοηθητικών χώρων, που κατασκευάστηκε το έτος 1978 με βάση την υπ' αριθ. .../5978/4-ΙΟΙ 978 οικοδομική άδεια. Τούτο βρίσκεται στη θέση "..." και "..." ή "...", του Δήμου ... εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης ..., εκτιμηθέντος με το συμβόλαιο, του δοθέντος προς ανταλλαγή μεριδίου του πρώτου ακινήτου, σε 47.250 ευρώ και του δευτέρου σε 18.750 Ευρώ, και συνολικά 66.000 ευρώ, ως ίσης αξίας με εκείνο που έλαβε η δεύτερη κατηγορουμένη με την ανταλλαγή, ενώ καθορίστηκαν υπό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας οι προσωρινές αντικειμενικές αξίες, για μεν το μερίδιο που μεταβίβασε ο συμπαραστατούμενος σε 117.955 ευρώ, για δε τα μερίδια που δόθηκαν σ' αυτόν σε ανταλλαγή με αυτό, σε 18.750 ευρώ για το πρώτο και σε 47.250 ευρώ για το δεύτερο και συνολικά σε 66.000 ευρώ.
Συνεπώς είναι σαφές ότι υπολειπόταν η αξία αυτών που έλαβε ο παθών με την ανταλλαγή, κατά 51.955 ευρώ, σε σχέση με αυτό που μεταβίβασε στη δεύτερη κατηγορουμένη, ζημιωθέντος έτσι κατά το ποσό τούτο. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε επίσης τη συναίνεση του γι αυτή τη δικαιοπραξία ως δικαστικός συμπαραστάτης του συμβληθέντος Β. Π. γ) με το υπ αριθ. .../17-11-2003 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, οι συγκύριοι κατά 1/3 έκαστος του παραπάνω ακινήτου, του υπ' αριθ. .../11-2-2003 συμβολαίου, συμπεριλαμβανομένου και του συμπαραστατούμενου, προέβησαν σε σύσταση αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών σε αυτό, ήτοι μίας αποθήκης του υπογείου, ενός διαμερίσματος του ισογείου, εμβαδού 46,16 τ.μ. και ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 48,16 τ.μ. και στη συνέχεια με το υπ αριθ. .../17-11-2003 συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου ο συμπαραστατούμενος με τη συναίνεση πάντα του δικαστικού συμπαραστάτη, πρώτου κατηγορουμένου, πώλησε και μεταβίβασε το μερίδιο του εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των διαμερισμάτων του ισογείου και του πρώτου ορόφου στους Ν. Μ. του Α. και Τ. Ν. του Τ., όπως μεταβίβασαν επίσης σ' αυτούς τα ιδανικά τους μερίδια και οι λοιποί δύο συγκύριοι, το δε τίμημα ουδέποτε εισέπραξε ο συμπαραστατούμενος. Εκ των ανωτέρω περιστατικών, συνάγεται σαφώς ότι οι επιχειρηθείσες υπό του συμπαραστατούμενου, ως άνω δικαιοπραξίες, με τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη, ο οποίος ασφαλώς ενεργούσε από κοινού και συναποφάσισε με τα λοιπά μέλη του εποπτικού συμβουλίου που ήταν μέλη της οικογένειας του, με σκοπό βλάβης του, έγιναν προς όφελος τους και επί ζημία του συμπαραστατούμενου, εφόσον όλα τα συμφωνηθέντα τιμήματα και τα δοθέντα σ αυτόν προς ανταλλαγή, ακίνητα, ήταν πολύ κατώτερης αντικειμενικής και εμπορικής αξίας με εκείνα που εκποιήθηκαν, αλλά δεν προέκυψε και ιδιαίτερη ανάγκη για τον συμπαραστατούμενο να εκποιηθούν, οι δε κατηγορούμενοι, που είχαν ως εκ της νομικής θέσης τους, ως επιμελητών της περιουσίας του, υποχρέωση να υποστηρίξουν τα συμφέροντα του, έπραξαν τα αντίθετα, ο μεν πρώτος δίνοντας τη συναίνεση του για τις παραπάνω δικαιοπραξίες εν γνώσει του ότι δεν είναι συμφέρουσες για αυτόν, οι δε λοιπές δύο μη ασκώντας εποπτεία όπως είχαν υποχρέωση ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, ήτοι ενήργησαν κατ επανάληψη, προς βλάβη του και για δικό τους οικονομικό όφελος, με αποτέλεσμα να υποστεί ο συμπαραστατούμενος περιουσιακή ζημία ύψους 121.000 ευρώ τουλάχιστον, εξαχθείσα με βάση τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, χωρίς να υπολογιστούν οι διαφορές με βάση την εμπορική αξία τους, που ήταν πολύ ανώτερες. Εξ άλλου, το μόνο χρηματικό ποσό από τις παραπάνω πωλήσεις που κατατέθηκε στο ΤΠ&Δ στο όνομα του Β. Π. είναι εκείνο των 4.555,00 ευρώ με βάση το υπ αριθ. 40116/4-4-2007 γραμμάτιο, αλλά είναι αμφίβολο αν ποτέ εισέπραξε ο ίδιος αυτό ή αν επιχειρήθηκε η ανάλογη ενέργεια προς άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, υπό του δικαστικού συμπαραστάτη, τελικά δε, εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, με την υπ αριθ. 83/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (εκούσιας δικαιοδοσίας), η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 135/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αυτεπαγγέλτως με βάση την υπ αριθ. 245/2005 Πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κέρκυρας, παύθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ως δικαστικός συμπαραστάτης, καθώς και οι λοιπές δύο κατηγορούμενες από μέλη του εποπτικού συμβουλίου (η τρίτη, Κ. Θ. είχε ήδη αντικατασταθεί, λόγω απουσίας της στο εξωτερικό, με τη Σ. Γ. με προγενέστερη απόφαση), καθόσον η υπόθεση αυτή προκάλεσε το κοινό αίσθημα και έγινε θέμα στις τοπικές εφημερίδες και στους τηλεοπτικούς σταθμούς της Κέρκυρας, ορίσθηκε δε νέος επικουρικός δικαστικός συμπαραστάτης με την ίδια απόφαση (83/2006) το Τμήμα Πρόνοιας της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας και μέλη του εποπτικού συμβουλίου, η Κ. Κ. ως πρόεδρος, Μ. Κ. και ο εκάστοτε Αντιδήμαρχος του Δήμου Κερκυραίων. Τα αντίθετα που υποστηρίχθηκαν από την πλευρά των κατηγορουμένων σχετικά με την αξία του εκποιηθέντος οικοπέδου, ότι δηλαδή ήταν μικρής αξίας λόγω του ότι ευρίσκεται σε αρχαιολογική ζώνη και δεν οικοδομείται, είναι αβάσιμα δεδομένου ότι αναιρούνται από τις εκθέσεις αντικειμενικών αξιών της ΔΟΥ Κέρκυρας. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται.
ΕΠΕΙΔΗ η δεύτερη κατηγορούμενη, Μ.-Χ. Β. του Γ. μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως πρέπει να αναγνωρισθεί σ' αυτήν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2α ΠΚ.
Αντιθέτως οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι, Θ. Γ. του Κ. και Δ. Β. του Γ., όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αντίγραφα ποινικών μητρώων τους, έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή, και συνεπώς δεν πρέπει να τους χορηγηθεί το ως άνω ελαφρυντικό.
Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του προαναφερόμενου εγκλήματος της απιστίας, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα , τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 390 του ΠΚ. Ειδικότερα, από το σκεπτικό συνάγεται ότι για την καταδικαστική του κρίση το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, αλλά και όλα τα έγγραφα. Το γεγονός δε ότι αναφέρεται ενδεικτικά και εξαίρεται η από 2/10/2001 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου-ψυχιάτρου Ε. Π., καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που ανάγονται στην νοητική- ψυχική κατάσταση του παθόντος Β. Π., δεν σημαίνει ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν και τα υπόλοιπα αναγνωσθέντα έγγραφα ή οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Περαιτέρω, στο σκεπτικό με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό, σε όλες τις περιπτώσεις μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως των περιουσιακών στοιχείων, αναφέρονται όλα εκείνα τα στοιχεία, βάσει των οποίων εν γνώσει τους οι κατηγορούμενοι προξένησαν ζημία στην περιουσία του παθόντος, συνολικού ποσού 121.000 ευρώ. Ειδικότερα, από την υπό στοιχείο Α στο σκεπτικό δικαιοπραξία (υπ' αριθμ. .../2002 πωλητήριο συμβόλαιο) αναφέρεται ότι από μόνο το γεγονός ότι η αντικειμενική αξία του πωληθέντος ακινήτου, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπολείπεται κατά πολύ της αγοραίας, ήταν της τάξεως των 39.243,65 ευρώ (όπως καθορίσθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ Κέρκυρας), ενώ το συμφωνηθέν για την αγοραπωλησία τίμημα ανήρχετο στο ύψος των 22.000 ευρώ, η συνειδητή υλική ζημία την οποία οι αναιρεσείοντες προξένησαν στον υπ' αυτούς τελούντα υπό πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ανήρχετο στην διαφορά των εν λόγω ποσών, στην οποία προστίθεται και το ποσόν των 11.00 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν (παθόντα). Προσθέτως με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες οι αναιρεσείοντες προέβησαν, προκειμένου να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας. Πλήρως δε αιτιολογείται ο άμεσος δόλος των κατηγορουμένων ως προς την επαγωγή της ζημίας, δηλαδή η γνώση της επέλευσης της ζημίας στην περιουσία του παθόντος με την παράθεση πραγματικών περιστατικών. Εξ άλλου, το δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του υποβληθέντος από τους κατηγορουμένους Θ. Γ. και Δ. Β., αυτοτελή ισχυρισμού του προτέρου εντίμου βίου, αφού αυτός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αναφορά δηλαδή πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς όλες τις εκφάνσεις (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση , πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/3/2010 αίτηση των 1) Θ. Γ. του Κ., 2) Μ.- Χ. Β. του Γ., και 3) Δ. Β. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι ευρώ, τον καθένα από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Λόζιου Πελαγία, κατόπιν της υπ' αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή