Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 639 / 2015    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποζημίωση, Υπερωριακή απασχόληση.




Περίληψη:
Απαγορεύεται ο συμψηφισμός των αποζημιώσεων και προσαυξήσεων που δικαιούται ο εργαζόμενος για νόμιμες ή παράνομες υπερωρίες με τις καταβαλλόμενες, τυχόν υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Επίσης δε χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας, εντός της αυτής ή της άλλης εβδομάδος. Αντιθέτως, θεωρείται έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στον εργαζόμενο ορισμένο χρηματικό ποσό, επιπλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για συγκεκριμένη , νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία αυτού, η οποία πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον, και στο μέτρο που οι εξ αυτής αξιώσεις καλύπτονται από το επιπλέον ποσό. Γίνεται δεκτό ότι δεν πρόκειται για συμψηφισμό περισσότερων και ολιγότερων ωρών εργασίας διαφορετικών ημερών, όταν ο εργοδότης, σε αντάλλαγμα των όσων οφείλει στον εργαζόμενο για αποζημιώσεις ή προασαυξήσεις υπερωριακής εργασίας, καταβάλλει σ’ αυτόν τη συμφωνημένη αμοιβή για ημέρες, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν εργάζεται, εφόσον τα καταβαλλόμενα υπερκαλύπτουν τις οφειλόμενες αμοιβές για υπερωρίες. Ορθή κρίση του Δικαστηρίου ότι πρόκειται περί εξόφλησης(Απορρίπτει ανα




Αριθμός 639/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Π. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Αντωνοπούλου-Αϊδίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3391/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2012 αίτησή του και τους από 18-7-2014 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 11-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος της από 7-6-2012 αίτησης του Π. Α. κατά του ΝΠΙΔ "Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ 3391/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθώς και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής κατά το πρώτο σκέλος του και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος για αμοιβή και αποζημίωση από υπερωρίες.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί οι οποίοι πριν από την 1.4.2001, που τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, απασχολήθηκαν νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που έχουν παράσχει μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Με το άρθρο 6 της από 24.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20.3.1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. (ΑΠ 441/2014, 1467/2012, 457/2012). Περαιτέρω κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ΝΔ 4020/1959 η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το Ν. 435/1976 και έχει σκοπό να προστατεύσει τον εργαζόμενο από ένα αδιαφανές σύστημα υπολογισμού των αποδοχών, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στο αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να μη λαμβάνει τις αποδοχές που προβλέπει ο νόμος για τις νόμιμες και παράνομες υπερωρίες, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Σαφώς από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί καταλογισμού πάσης λόγω μισθού παροχής στις οφειλές του εργοδότη από υπερωρίες. Από την ίδια παραπάνω διάταξη προκύπτει ακόμη, ότι όχι μόνο απαγορεύεται ο συμψηφισμός των αποζημιώσεων και προσαυξήσεων που δικαιούται ο εργαζόμενος για νόμιμες ή παράνομες υπερωρίες με τις καταβαλλόμενες, τυχόν υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, αλλά και, όπως παγίως γίνεται δεκτό (ενδεικτικά: ΑΠ 534/2014, 457/2012), δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας, εντός της αυτής ή και άλλης εβδομάδος, με την επιφύλαξη όσων έχουν ήδη προβλεφθεί για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας (όπου και πάλι, όμως, τίθεται ανώτατο όριο ημερήσιας εργασίας, ακόμη και για τη χρονική περίοδο της λεγόμενης "αυξημένης απασχόλησης", βλ. άρθρο 41 του ν. 1892/ 1990, όπως αντικαταστάθηκε, για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με το άρθρο 3 του ν. 2639/1998). Αντιθέτως, θεωρείται έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στον εργαζόμενο ορισμένο χρηματικό ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία αυτού, η οποία πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον (ΑΠ 1112/2011, ΑΠ 645/2010) και στο μέτρο που οι εξ αυτής αξιώσεις καλύπτονται από το επί πλέον ποσό. Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν πρόκειται για συμψηφισμό περισσότερων και ολιγότερων ωρών εργασίας διαφορετικών ημερών, όταν ο εργοδότης, σε αντάλλαγμα των όσων οφείλει στον εργαζόμενο για αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις υπερωριακής εργασίας, καταβάλλει σ’ αυτόν τη συμφωνημένη αμοιβή για ημέρες, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν εργάζεται, διότι με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των δύο οι εν λόγω ημέρες διατίθενται ως ημέρες προσθέτου αναπαύσεως, επί πλέον των νομίμως οφειλομένων ημερών εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Στην περίπτωση αυτή, αληθώς, πρόκειται για επιτρεπτή καταβολή πρόσθετου χρηματικού ποσού (ήτοι, των αποδοχών που λαμβάνει ο εργαζόμενος για ημέρες κατά τις οποίες δεν εργάζεται), με την οποία επέρχεται απόσβεση (ΑΚ 416) των αξιώσεων για συγκεκριμένες ώρες υπερωριακής απασχόλησης, κατά το μέρος που με αυτήν καλύπτονται οι εν λόγω αξιώσεις (ΑΠ 180/2015). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (oλ. ΑΠ 36/1988, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 129/2014). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, 38/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: "Με την από 22.2.1993 έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Οργανισμό ως προϊστάμενος των χώρων κοινού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για ένα έτος. Στη συνέχεια η σύμβαση αυτή παρατάθηκε προφορικά και μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ο ενάγων δε απασχολήθηκε με την ιδιότητά του αυτή στον εναγόμενο, μέχρι που ο τελευταίος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του στις 15.3.2001, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση εκ 3.235.554 δρχ. Αυτός (ενάγων) είχε ως καθήκον να επιβλέπει τους χώρους κοινού του κτιρίου (αίθουσες παράστασης, κυλικεία, εστιατόρια, κλπ), συνεργαζόμενος προς τούτο και με τους άλλους επικεφαλής, προς επίτευξη άνετου, ευχάριστου και ασφαλούς για το κοινό περιβάλλοντος για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του Μεγάρου. Το ωράριο εργασίας του συμφωνήθηκε σε οκτώ ώρες ημερησίως, επί πενθήμερο ανά εβδομάδα, με κυλιόμενο ωράριο, με περαιτέρω προφορική συμφωνία να εργάζεται και κατά τις Κυριακές και αργίες και πέραν του συμφωνημένου ωραρίου, όταν αυτό επιβαλλόταν από τις ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου. O μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε σε 300.000 δρχ., αναπροσαρμοζόμενος κατά διαστήματα, ποσό στο οποίο συμφωνήθηκε να συμπεριλαμβάνονται οι πάσης φύσεως και είδους κάθε φορά νόμιμες αποδοχές, επιδόματα ή προσαυξήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων αμοιβών του (αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις) για την εργασία του τις Κυριακές - αργίες, τις νύχτες και για την υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η συμφωνία καταλογισμού (συμψηφισμού) στις καταβαλλόμενες αποδοχές του, των αξιώσεών του για προσαύξηση αμοιβής λόγω υπερεργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές και κατά τη διάρκεια της νύχτας, είναι νόμιμη, εφόσον οι καταβαλλόμενες αυτές αποδοχές είναι υπέρτερες των νομίμων ώστε να καλύπτουν και τις προσαυξήσεις αυτές. Αντίθετα, δεν συμψηφίζονται στις μεγαλύτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές οι αξιώσεις του για αμοιβή ή αποζημίωση από την παροχή νόμιμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας και η συμφωνία για το συμψηφισμό των αξιώσεων αυτών είναι άκυρη. Στη συνέχεια, από της μονιμοποίησης του ενάγοντος, μετά πρόταση αυτού, συμφωνήθηκε επίσης προφορικά, ότι για τις υπερωρίες που έκανε οσάκις απαιτείτο, αντί αμοιβής ή αποζημίωσης για το ωρομίσθιο και τις προσαυξήσεις που δικαιούτο νομίμως, θα λάμβανε, ανάλογα με τις ώρες που απασχολήθηκε (υπερωριακά) και το ύψος της αξίωσης του, πρόσθετες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό), κατά κανόνα συνεχόμενες, χωρίς περικοπή του μισθού του. Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, αφού κατά τα προεκτεθέντα, η χορήγηση των πρόσθετων ισότιμων ρεπό αντί της πληρωμής των πραγματοποιηθεισών υπερωριών, αποτελεί καταβολή. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.3.1997 έως 30.9.2000, ο μηνιαίος μισθός τον οποίο, κατά τα άνω συμφωνημένα, λάμβανε ο ενάγων, ανερχόταν, από τον Μάρτιο 1997 σε 393.636 δρχ., από τον Σεπτέμβριο 1997 σε 433.944 δρχ., από τον Δεκέμβριο 1997 σε 465.168 δρχ., από τον Μάιο 1998 σε 445.682 δρχ., από τον Ιούλιο 1998 σε 454.595 δρχ., από τον Ιούνιο 1999 σε 476.243 δρχ., από τον Σεπτέμβριο 1999 σε 493.054 δρχ. και το Σεπτέμβριο 2000 σε 513.962 δρχ. Ενώ ο νόμιμος μισθός του κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ανά εξάμηνο, ανερχόταν σε 191.487 δρχ., 197.682 δρχ., 205.067 δρχ., 215.110 δρχ., 218.560 δρχ., 222.300 δρχ. και 228.980 δρχ. αντίστοιχα. Ήτοι λάμβανε μηνιαίως μισθό υπερδιπλάσιο του νομίμου. Επιπροσθέτως αυτός είχε και παροχές σε είδος από την εργασία του, όπως παροχή δωρεάν ροφημάτων, εισιτηρίων, επιδοτούμενο σε χαμηλές τιμές φαγητό, ενώ συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού του Μεγάρου Μουσικής που είχε το εναγόμενο για το προσωπικό του, από το οποίο έλαβε ποσό 2.624.610 δρχ., μετά την αποχώρησή του από την εργασία του στις 15.3.2001. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ο ενάγων απασχολείτο με την άνω ιδιότητά του, επί 5 ημέρες την εβδομάδα και 8 ώρες ημερησίως, σε κυλιόμενο ωράριο με βάρδιες, η πρωινή τις ώρες 09.00’ - 17.00’ , η απογευματινή τις ώρες 12.00’ - 20.00’ και η νυχτερινή τις ώρες 15.00’ - 23.00’ . Επιπλέον όταν υπήρχαν εκδηλώσεις (συναυλίες, δεξιώσεις), απασχολείτο και τις Κυριακές - αργίες, 2 κατά μέσο όρο μηνιαίως και πραγματοποιούσε μέχρι 3 ώρες ημερησίως πρόσθετη εργασία, γεγονός που συνέβαινε κατά μέσο όρο επί 10 ημέρες το μήνα (οι 2 Κυριακές - αργίες), εκ των οποίων οι 5 συνέπιπταν στη βραδινή του βάρδια. Έτσι ο ενάγων πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο μηνιαίως, τις εργάσιμες ημέρες, 8 ώρες υπερεργασία εκ των οποίων οι 5 νυχτερινές, 8 ώρες νόμιμης υπερωρίας εκ των οποίων οι 3 νυχτερινές και 8 ώρες παράνομης υπερωρίας εκ των οποίων οι 7 νυχτερινές, τις Κυριακές -αργίες 20 ώρες εργασία εκ των οποίων 4 παράνομης υπερωρίας εκ των οποίων οι 2 νυχτερινές, καθώς και 5 ώρες κανονική νυχτερινή εργασία. Ενόψει του ότι νομίμως, η υπερεργασία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρ. 3 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ), η εργασία την Κυριακή αμείβεται, αν δεν αποτελεί εργάσιμη ημέρα, ως αποζημίωση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία είναι για κάθε 8ωρο Κυριακής το 1/25 του νόμιμου μισθού προσαυξημένο για κάθε Κυριακή κατά 75%, ενώ η εργασία κατά τη διάρκεια της νύχτας (που είναι από ώρα 22.00’ έως 06.00’ ) αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ΥΑ 18310/1946), σύμφωνα με τον άνω μισθό που λάμβανε ο ενάγων και το (άνω) νόμιμο μισθό που δικαιούταν, οι αξιώσεις του για την πρόσθετη αυτή απασχόλησή του (υπερεργασία, Κυριακές-αργίες, νυχτερινά), υπερκαλύπτονται συνολικά από το υπέρτερο του νομίμου μισθό του. Επομένως δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, γενομένης δεκτής και ως ουσία βάσιμης της περί συμψηφισμού ένστασης που προβάλλει παραδεκτά κατά την παρούσα δίκη, ενόψει της ερημοδικίας του πρωτοβαθμίως, ο εναγόμενος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε εφαρμογή της άνω συμφωνίας του με τον εναγόμενο αντί της καταβολής του χρηματικού ποσού των πραγματοποιηθεισών απ’ αυτόν υπερωριών θα λαμβάνει, χωρίς ανάλογη περικοπή του μισθού του, πρόσθετες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό), οι οποίες καλύπτουν σε αξία την αξίωση υπερωριακής αμοιβής του (αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις), λάμβανε με δικές του αιτήσεις, προφορικές ή έγγραφες, προς το ιεραρχικώς ανώτερο όργανο του εναγομένου ήτοι προς τον Διευθυντή χώρων κοινού Μ. Λ. και βάσει των μηνιαίων προγραμμάτων εργασίας που κατήρτιζε ο ίδιος (ο ενάγων), περί τις 13 έως 17 ημέρες ανάπαυσης μηνιαίως, αντί των 8 ημερών που δικαιούτο νομίμως (και συμβατικά), χωρίς αντίστοιχη περικοπή του μισθού του, ως αποτίμηση σε αντίστοιχα ημερομίσθια της πραγματοποιηθείσας μέχρι τότε υπερωριακής του εργασίας. Πράγματι δε τα αντίστοιχα ημερομίσθια του από τα πρόσθετα αυτά ρεπό (1/25 του μισθού το καθένα), καλύπτουν σε αξία την αξίωση αμοιβής του για την άνω νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία που πραγματοποιούσε μηνιαίως (αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις), η οποία σημειωτέον αμείβεται, η μεν νόμιμη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% για τις πρώτες 60 ώρες του έτους, 50% μέχρι τις 120 ώρες και 75% για τις υπόλοιπες και η παράνομη, ως αποζημίωση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρ.1 ν. 435/1976) .... Κατ’ ακολουθίαν ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβής υπερωριών και πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η περί εξοφλήσεως αυτών ένσταση που προβάλλει παραδεκτά κατά την παρούσα δίκη, ενόψει της ερημοδικίας του πρωτοβαθμίως ο εναγόμενος". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στο σύνολό της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, όσον αφορά τις υπερωρίες, κεφάλαιο κατά το οποίο και μόνο προσβάλλεται η απόφασή του με την αίτηση αναίρεσης, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959, με τη μη εφαρμογή της στην ένδικη περίπτωση, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, κατά τις οποίες, η οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αμοιβή για τις υπερωρίες που πραγματοποίησε, θεωρήθηκε, κατά τη μεταξύ των διαδίκων σχετική συμφωνία, εξοφληθείσα με τα καταβληθέντα ημερομίσθια των ημερών που δεν εργάσθηκε, τα οποία υπερκαλύπτουν την δικαιούμενη για τις υπερωρίες, νόμιμες και παράνομες, αμοιβή, συνυπολογιζομένων και των προσαυξήσεων λόγω πραγματοποιήσεως των υπερωριών κατά τη νύκτα ή κατά ημέρα Κυριακή. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι, κατά το σκέλος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλομένη απόφαση η παραβίαση του ως άνω νόμου ως προς το προσβαλλόμενο κεφάλαιο των υπερωριών, σκέλος στο οποίο περιλαμβάνεται και η αιτίαση, περί μη απορρίψεως ως μη νόμιμης της ένστασης συμψηφισμού των οφειλομένων, προς χορηγηθείσες πρόσθετες ημέρες αναπαύσεως, είναι απορριπτέοι ως βάσιμοι. Ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την αιτίαση, ότι αντίθετα με τα υπ’ αυτής δεκτά γενόμενα "δεν είχε λάβει χώρα συμφωνία και μάλιστα προφορική κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, αλλά ούτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, και του επίδικου χρονικού διαστήματος περί συμψηφισμού των ένδικων αξιώσεών του για την καταβολή αποζημίωσης παρεχόμενης υπερωριακής του εργασίας, με την χορήγηση αντίστοιχων ημερών ρεπό, οι αξιώσεις του δε αυτές ουδέποτε του καταβλήθηκαν είτε σε χρήμα είτε μέσω της χορήγησης σε αυτόν ημερών ρεπό, εκτός από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 1997 που αυτές του χορηγήθηκαν σε χρήμα και εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις", υπό την επίφαση της επικαλουμένης παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει ανεπιτρέπτως κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών και επομένως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Επίσης o τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι παρά το ότι στην αγωγή του αλλά και στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητος, ισχυρίσθηκε για το σύνολο των υπερωριών που πραγματοποίησε καθ’ όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, πως ο αντίδικος δεν είχε λάβει έγκριση από την επιθεώρηση εργασίας και δεν είχε εν γένει τηρήσει τους κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και συνεπώς οι πραγματοποιηθείσες από αυτόν υπερωρίες ήταν για το λόγο αυτό παράνομες, έκρινε ότι πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο μηνιαίως 8 ώρες νόμιμες υπερωρίες και 8 ώρες παράνομες υπερωρίες, συγκεκριμένα δε δέχθηκε ότι "...Έτσι ο ενάγων πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο μηνιαίως, τις εργάσιμες ημέρες, 8 ώρες υπερεργασία εκ των οποίων οι 5 νυχτερινές, 8 ώρες νόμιμες υπερωρίες εκ των οποίων οι 3 νυχτερινές, 8 ώρες παράνομες υπερωρίες εκ των οποίων οι 7 νυχτερινές....και η ως άνω νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία που πραγματοποιούσε μηνιαίως, αμείβεται, η μεν νόμιμη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% για τις πρώτες 60 ώρες του έτους, 50% μέχρι τις 120 ώρες και 75% για τις υπόλοιπες και η παράνομη, ως αποζημίωση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%..", ενώ εάν δεχόταν ότι όλες οι υπερωρίες ήταν παράνομες, οι αμοιβές που θα δικαιούτο θα ήταν σε ύψος πολύ μεγαλύτερες από αυτές που δέχθηκε, ανεξαρτήτως της επικαλουμένης υπ’ αυτού παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθ., 8 ΚΠολΔ, της μη λήψης δηλαδή υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του νομίμως προταθέντος αγωγικού ισχυρισμού του περί του ότι όλες οι υπερωρίες που πραγματοποίησε ήταν παράνομες, στην πραγματικότητα πλήττει ανεπιτρέπτως κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών και επομένως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση τη διατάξεως του άρθρου 421 ΑΚ και της αναλογικά, κατά τον ίδιο λόγο, εφαρμοζόμενης στην περίπτωση αυτή διατάξεως του άρθρου 437 του ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία έχει τη μορφή της υποσχέσεως αντί ή χάριν καταβολής, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αυτό δέχθηκε ότι με τη σύμβαση αυτή μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος λόγω υπερωριών να εξοφλούνται και εξοφλήθηκαν πράγματι με τα καταβληθέντα σ’ αυτόν ημερομίσθια των ημερών που δεν εργάσθηκε, τα οποία υπερκάλυπταν τις απαιτήσεις του αυτές. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος από υπερωρίες κατά τον ανωτέρω τρόπο, "παρά την προσκόμιση από μέρους του πληθώρας εγγράφων, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, που ουδόλως λήφθηκαν υπόψη", αποδίδει δηλαδή πλημμέλεια εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προπαντός απαράδεκτος ως αόριστος, αφού αφενός μεν δεν γίνεται προσδιορισμός των εγγράφων που προσκομίσθηκαν, αφετέρου δε δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση των εγγράφων αυτών ενώπιον του Εφετείου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε ακυρότητα, δικαίωμα ή απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η παράβαση του ως άνω άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι δεν απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού (καταλογισμού) των οφειλομένων για τις πραγματοποιηθείσες υπερωρίες αμοιβών και αποζημιώσεων του αναιρεσείοντος, προς τις χορηγηθείσες επί πλέον, σ’ αυτόν ημέρες αναπαύσεως και των καταβληθέντων για τις ημέρες αυτές ημερομισθίων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ, αλλά και η, υπό το χαρακτηρισμό του συμψηφισμού πράγματι φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959 είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Υπό την εκδοχή ότι υπονοείται απαράδεκτο του εν λόγω ισχυρισμού, προβληθέντος για πρώτη φορά στο εφετείο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού πρόκειται περί εφέσεως που άσκησε διάδικος (αναιρεσίβλητος), ο οποίος δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, προκύπτει δε και από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ επιτρέπεται στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία προβάλλεται άρνηση της αγωγής, η προβολή κάθε ισχυρισμού, που μπορούσε να προβληθεί πρωτοδίκως, υπό του εκκαλούντος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα σε πληρότητα και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά καθώς και τα συγκεκριμένα "ουσιώδη" ζητήματα, ως προς τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουν ελλείψεις (ΑΠ 1776/2013, 1581/2012, 1363/2011, 1680/2008). Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές των οποίων η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 1680/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με την επίκληση τεσσάρων μόνον αποσπασματικών και επιλεκτικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: α) Με την παράθεση αποσπασματικά και επιλεκτικά της παραδοχής του Εφετείου κατά την οποία "...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε εφαρμογή της άνω συμφωνίας του με τον εναγόμενο αντί της καταβολής του χρηματικού ποσού των πραγματοποιηθεισών απ’ αυτόν υπερωριών θα λαμβάνει, χωρίς ανάλογη περικοπή του μισθού του, πρόσθετες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό), οι οποίες καλύπτουν σε αξία την αξίωση υπερωριακής αμοιβής του (αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις), λάμβανε με δικές του αιτήσεις, προφορικές ή έγγραφες, προς το ιεραρχικώς ανώτερο όργανο του εναγομένου ήτοι προς τον Διευθυντή χώρων κοινού Μ. Λ. και βάσει των μηνιαίων προγραμμάτων εργασίας που κατήρτιζε ο ίδιος (ο ενάγων), περί τις 13 έως 17 ημέρες ανάπαυσης μηνιαίως, αντί των 8 ημερών που δικαιούτο νομίμως (και συμβατικά), χωρίς αντίστοιχη περικοπή του μισθού του, ως αποτίμηση σε αντίστοιχα ημερομίσθια της πραγματοποιηθείσας μέχρι τότε υπερωριακής του εργασίας. Πράγματι δε τα αντίστοιχα ημερομίσθιά του από τα πρόσθετα αυτά ρεπό (1/25 του μισθού το καθένα), καλύπτουν σε αξία την αξίωση αμοιβής του για την άνω νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία που πραγματοποιούσε μηνιαίως (αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις), η οποία σημειωτέον αμείβεται, η μεν νόμιμη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25 % για τις πρώτες 60 ώρες του έτους, 50% μέχρι τις 120 ώρες και 75% για τις υπόλοιπες και η παράνομη, ως αποζημίωση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρ. 1 Ν 435/1976). Για τα παραπάνω καταθέτει σαφώς και μετά λόγου γνώσεως ο μάρτυρας της εναγομένης άνω Διευθυντής του ενάγοντος Μ. Λ., προκύπτουν δε και από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη μηνιαία προγράμματα εργασίας, από τα οποία εμφαίνονται τα ρεπό που λάμβανε μηνιαίως ο ενάγων. Εξάλλου και οι μάρτυρες του ενάγοντος καταθέτουν για το υπαρκτό της άνω συμφωνίας των διαδίκων, περί πληρωμής των υπερωριών με πρόσθετα ρεπό και επομένως η άρνηση του ενάγοντος δεν είναι βάσιμη. Κατ’ ακολουθίαν ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβής υπερωριών και πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η περί εξοφλήσεως αυτών ένσταση που προβάλλει παραδεκτά κατά την παρούσα δίκη, ενόψει της ερημοδικίας του πρωτοδίκως ο εναγόμενος. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη...", αποδίδονται στην προσβαλλομένη ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εξόφλησης της ένδικης αξίωσής του αναιρεσείοντος για την καταβολή αποζημίωσης (προσαυξημένης κατά 100%) λόγω πραγματοποίησης κατά το ένδικο χρονικό διάστημα παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στην υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου. Συγκεκριμένα αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι με τις προαναφερόμενες παραδοχές της διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της ότι δήθεν το σύνολο των αγωγικών του αναιρεσείοντος αξιώσεων για την επιδίκαση αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα έχουν εξοφληθεί πλήρως υπό του αναιρεσιβλήτου δια της αντίστοιχης χορήγησης 13 έως 17 κατά μέσο όρο ημερών ανάπαυσης (ρεπό) μηνιαίως (ενώ δικαιούτο κατά το ίδιο διάστημα 8 ημέρες ρεπό μηνιαίως), κατά το αυτό διάστημα από 1.3.1997 έως 30.9.2000, διότι ουδόλως αναφέρεται ειδικά και συγκεκριμένα στο αιτιολογικό της ο ακριβής αριθμός των ημερών αναπαύσεως (και μάλιστα αναλυτικά κατά μήνα απασχόλησης) που έλαβε ο αναιρεσείων κατά το διάστημα από 1.3.1997 έως 30.9.2000, δεν αναφέρεται ο χρόνος που κατά περίπτωση του χορηγήθηκαν συνεχόμενα ανά μήνα από τον εργοδότη του ημέρες ανάπαυσης ώστε να κριθεί ποιες αντίστοιχες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές αξιώσεις του ιδίου χρονικού διαστήματος εξοφλήθηκαν με τις χορηγήσεις αντίστοιχων ημερών ανάπαυσης αποτιμητών, με το ποσό του ημερομισθίου που δικαιούτο και είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει για κάθε μία, ουδόλως αναφέρεται το ακριβές σύνολο των ένδικων αξιώσεών του για την καταβολή αμοιβής της πραγματοποιηθείσας κατά μήνα παράνομης υπερωριακής εργασίας, που δέχεται η προσβαλλομένη ως καταρχήν νόμω και ουσία βάσιμες, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν έχουν εξοφληθεί κατά ένα μέρος ή στο σύνολο τους τα διεκδικούμενα με την ένδικη αγωγή ποσά αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία, περαιτέρω αναφέρεται μεν ότι έλαβε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από (13) έως (17) ρεπό μηνιαίως, δίχως να εξειδικεύεται πόσα ακριβώς ρεπό έλαβε τον κάθε μήνα του διαστήματος αυτού προς συμψηφισμό αντίστοιχου αριθμού ωρών παράνομης υπερωριακής εργασίας, το ποσό αποτίμησης αυτών σε χρήμα και ο αριθμός των αντίστοιχων κατά μήνα ωρών παράνομης υπερωρίας που εξοφλούνται κάθε φορά με τον ανωτέρω τρόπο και έτσι δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο το ύψος των καταβολών που έγιναν, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν καλύφθηκε τελικώς το σύνολo ή μόνο μέρος των ένδικων αξιώσεων για τις υπερωρίες. β) Με την παράθεση επίσης αποσπασματικά και επιλεκτικά των παραδοχών του Εφετείου κατά τις οποίες τούτο δέχεται στη μείζονα σκέψη ότι "...Αντίθετα δεν συμψηφίζονται στις μεγαλύτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές οι αξιώσεις του για αμοιβή ή αποζημίωση από την παροχή νόμιμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας και η συμφωνία για τον συμψηφισμό των αξιώσεων αυτών είναι άκυρη....", στην δε ελάσσονα ακολούθως πρόταση ότι: "...Στη συνέχεια, από της μονιμοποίησης του ενάγοντος, μετά πρόταση αυτού, συμφωνήθηκε επίσης προφορικά, ότι για τις υπερωρίες που θα έκανε οσάκις απαιτείτο..., θα λάμβανε, ανάλογα με τις ώρες που απασχολήθηκε... πρόσθετες ημέρες ανάπαυσης... Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, αφού κατά τα προεκτεθέντα η χορήγηση των πρόσθετων ισότιμων ρεπό αντί της πληρωμής των πραγματοποιηθεισών υπερωριών, αποτελεί καταβολή" και στη συνέχεια "...Επομένως δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, γενομένης δεκτής και ως ουσία βάσιμης της περί συμψηφισμού ένστασης που προβάλλει παραδεκτά κατά την παρούσα δίκη, ενόψει της ερημοδικίας του πρωτοβαθμίως ο εναγόμενος.." αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι με τις κρίσεις της αυτές διέλαβε στο αιτιολογικό αυτής αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα (ουσιώδη ισχυρισμό εξόφλησης- συμψηφισμού που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος οργανισμός στο Εφετείο κατόπιν της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό) του αν καταρτίσθηκε μεταξύ αναιρεσείοντος και του αντιδίκου του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα προφορική συμφωνία καταλογισμού των οφειλόμενων από υπερωρίες αμοιβών στα υπέρτερα των νομίμων χορηγούμενα ρεπό και αν ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση συμψηφισμού ή εάν τελικώς η εν λόγω ένσταση του αντιδίκου δεν συνιστά κατ’ ορθό χαρακτηρισμό ένσταση συμψηφισμού αλλά ένσταση εξόφλησης λόγω αντίστοιχων πραγματοποιηθεισών καταβολών με την μορφή χορήγησης στον αναιρεσείοντα πρόσθετων (εκτός των δικαιούμενων) ημερών ανάπαυσης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως προς μεν την υπό στοιχείο α’ αιτίαση λόγω της αοριστίας του, διότι αναφέρεται αποσπασματική και επιλεκτική μόνο περικοπή των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας και όχι οι πλήρεις σχετικές αιτιολογίες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο με βάση τα οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος περί αμοιβής του για παράνομες υπερωρίες, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού με τις ανωτέρω σε προηγούμενη σκέψη παρατιθέμενες παραδοχές της η προσβαλλομένη απόφαση, με την αναφορά των υπερωριών, νόμιμων και παράνομων, που πραγματοποιήθηκαν κατά μήνα συνολικά, αλλά και το μέρος αυτών που πραγματοποιήθηκε κατά τις Κυριακές και κατά τη διάρκεια της νύκτας, καθώς και του νομίμου αλλά και του καταβαλλόμενου ανά μήνα μισθού, περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δεδομένου ότι με απλούς και μόνο μαθηματικούς υπολογισμούς καταδεικνύεται ότι τα καταβαλλόμενα ημερομίσθια, για τον ελάχιστο αριθμό των πέντε ημερών αναπαύσεως που λάμβανε πέραν των οκτώ νομίμων που εδικαιούτο, υπερκάλυπταν τις αμοιβές που εδικαιούτο για τις υπερωρίες κάθε μήνα, ως προς δε την υπό στοιχείο β’ αιτίαση, διότι η ασάφεια αναφέρεται στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο για να καταλήξει στο σαφώς διατυπούμενο όμως αποδεικτικό του πόρισμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.6.2012 αίτηση του Α. Π. του Π. κατά του ΝΠΙΔ "Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών", περί αναίρεσης της υπ’ αριθ. 3391/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή