Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1404 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αρχαία.




Περίληψη:
Καταστροφή αρχαίων ιδιαιτέρως βαριάς περίπτωσης (άρθρο 49 § 1 εδ. β΄ του Κωδ. Ν. 5351/1932 - αρχαία σκάφη, ταφικό κτίσμα, ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας). Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και έτσι δεν στερεί τη απόφαση από νόμιμη βάση. Επαρκώς προσδιορίζεται η χρονική περίοδος στην οποία κατατάσσονται τα καταστραφέντα αρχαία, ήτοι προ του 1453 μ.Χ., ενώ δεν είναι στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως η Υ.Α. με την οποία κηρύχθηκε αρχαιολογικός ο άνω χώρος. Απορρίπτονται λόγοι 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ Κ.Π.Δ. Απορρίπτει.





Αριθμός 1404/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκανιά, για αναίρεση της με αριθμό 1212/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Σπανό. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1 και 2 του, δια του διατάγματος της 9/24.8.1932, κωδικοποιηθέντος Ν.5351/1932 "περί αρχαιοτήτων", πάντα τα εν Ελλάδι και σε οποιαδήποτε εθνικά κτήματα, ποτάμια, λίμνες κ.λ.π. ή σε δημοτικά, μοναστηριακά και ιδιωτικά κτήματα ευρισκόμενα αρχαία κινητά και ακίνητα από των αρχαιοτάτων χρόνων και εφεξής είναι ιδιοκτησία του Κράτους. Ως αρχαία λογίζονται όλα ανεξαιρέτως τα έργα της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε καθόλα τέχνης, όπως εξειδικεύονται λεπτομερώς στο νόμο. Και τα αντικείμενα τα προερχόμενα από της αρχαιοτάτης εποχής του Χριστιανισμού και του μεσαιωνικού Ελληνισμού δεν εξαιρούνται των ορισμών του παρόντος νόμου. Έτσι, με τις πιο πάνω διατάξεις καθορίζεται η έννοια του "αρχαίου" που ανήκει στο Κράτος, αφενός μεν από το είδος αυτού και αφετέρου από τον τύπο της προελεύσεως και την εποχή, στην οποία ανάγεται η κατασκευή του, που είναι η από του απωτάτου (απείρου) παρελθόντος και συνεχίζεται μέχρι τα χρόνια της περιόδου του μεσαιωνικού Ελληνισμού και έχει σαν κατάληξη, κατά την κοινώς γνωστή ιστορική οριοθέτηση, την κατά το έτος 1453 επελθούσα άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του πιο πάνω Κ.Ν. 5351/1932 "Ο εκ προθέσεως καταστρέφων ή βλάπτων αρχαία τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή 500 έως 10.000 δραχμών. Εις ιδιαιτέρας δε βαρείας περιστάσεις δια φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών και χρηματικής ποινής 2.000 μέχρι 20.000 δραχμών". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου υπ' αυτής εγκλήματος απαιτείται όπως το αντικείμενο που καταστράφηκε ή βλάφτηκε να είναι αρχαίο, κατά την παραπάνω έννοια του νόμου. Δηλαδή, πρέπει να πρόκειται για αντικείμενο που έχει κατασκευασθεί ή φιλοτεχνηθεί μέχρι το έτος 1453. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα,, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1212/2006 αποφάσεώς του, το οποίο ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος (και ήδη αναιρεσείων) χ1 τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, ήτοι της καταστροφής αρχαίων, ιδιαίτερα βαριάς περίπτωσης. Συγκεκριμένα στην περιοχή ...... Ξάνθης την 8.8.2000 εν γνώσει του κατέστρεψε αυτός αρχαία, εκτελώντας εργασίες εκσκαφής με το εκσκαπτικό του μηχάνημα, που με εντολή του οδηγούσε ο συγκατηγηρούμενός του χ2, στον αρχαιολογικό χώρο "...." του αγροκτήματος ....., χωρίς να ειδοποιήσει και να ενημερώσει την Αρχαιολογική Υπηρεσία και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε, αν ήταν επιτρεπτό, να εξασφάλιζε σχετική άδεια της πιο πάνω Υπηρεσίας. Αποτέλεσμα σε της ενέργειά του αυτής ήταν με την εκσκαφή να καταστραφεί μια αρχαία σκάφη και ένα ταφικό κτίσμα σημαντικό, ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας. Όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν ιδίως από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ......, από τις οποίες προκύπτουν τα κρίσιμα στοιχεία που αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της καταστροφής αρχαίων ιδιαίτερα βαριάς περίπτωσης, σε συνδυασμό με τις επιδειχθείσες στο ακροατήριο φωτογραφίες του τόπο της εκσκαφής στον αρχαιολογικό χώρο. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούνται από την κατάθεση του τρίτου μάρτυρα ......., την απολογία του κατηγορουμένου ή από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή στοιχείο κατά την ακροαματική διαδικασία. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο ανωτέρω κατηγορούμενος για την πράξη του αυτή, όπως κατηγορείται. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (χ1) του ότι: "Στα ..... Ξάνθης, στις 8.8.200 από κοινού και από πρόθεση κατέστρεψε αρχαία των οποίων η περίπτωση είναι ιδιαίτερα βαριά. Συγκεκριμένα ως επικεφαλής εργασιών μπαζώματος στο αγρόκτημα .....και στη θέση "..." ή ".....", παρόλο που ειδοποιήθηκε προφορικά και εγγράφως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΙΘ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων να μην επιχειρεί οικοδομικές ή άλλες εργασίες στην εν λόγω περιοχή, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιείται η πιο πάνω υπηρεσία για να εποπτεύει τις εργασίες, όταν αυτές γίνονται στις θέσεις "....." και "...." όπου υπάρχουν, εν τούτοις έδωσε εντολή στον χ2 να εκτελέσει τέτοιες εργασίες με το εκσκαπτικό του μηχάνημα, χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις (ειδοποίηση και εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας), με αποτέλεσμα να καταστραφούν μια αρχαία σκάφη και ένα σημαντικότατο ταφικό κτίσμα ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας" και επέβαλε σ' αυτόν για την εν λόγω αξιόποινη πράξη ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45 ΠΚ και των άρθρων 1, 2, 49 παρ. 1 εδ. β' του κώδ. ν. 5351/1932, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, Περαιτέρω, εκτίθεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκτελών τις εργασίες εκσκαφής με εκσκαπτικό μηχάνημα, που με εντολή του οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του χ2, στον αρχαιολογικό χώρο της περιοχής "...." του αγροκτήματος .... στα ..... Ξάνθης, χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις (ειδοποίηση και εποπτεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας), για τις οποίες είχε ενημερωθεί αυτός προφορικά και εγγράφως από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΙΘ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, κατέστρεψε εν γνώσει του τα αναφερόμενα αρχαία αντικείμενα, ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας, εντεύθεν δε η καταστροφή αυτή συνιστά ιδιαίτερα βαριά περίπτωση, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 49 παρ. 1 εδ. β' του κωδ.ν. 5351/1932 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 2 αυτού). Προς τούτοις, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα καταστραφέντα αντικείμενα, που βρίσκονταν στον ειρημένο αρχαιολογικό χώρο, ήταν αρχαία προσδιορίζει, ενόψει και των λοιπών πιο πάνω παραδοχών της, επαρκώς τη χρονική περίοδο, στην οποίαν αυτά κατατάσσονται, τουτέστιν προ του έτους 1453. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής ενόψει του ότι δεν μνημονεύεται η Υπουργική απόφαση, με βάση την οποία κηρύχθηκε αρχαιολογικός ο πιο πάνω χώρος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως η μνεία της ειρημένης Υπουργικής αποφάσεως, γιατί δεν αποτελεί αυτή στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της παραβάσεως του άρθρου 49 παρ. 1 εδ. β' του κωδ.ν. 5351/1932. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1212/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ