Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 861 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.




Περίληψη:
Αναίρεση Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού, κατά αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου, με την οποία έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου κατ’ εξακολούθηση, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία δηλώσεως του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεως του Στρατοδικείου που έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τον πιο πάνω λόγο. Η παραπομπή του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης. Το αδίκημα του άρθρου 62 του ΣΠΚ διώκεται αυτεπαγγέλτως και δεν απαιτείται έγκληση. Αναιρεί.




Αριθμός 861/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της 267/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον ....., κάτοικο ....., που παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο.

Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/10.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Άνχη (ΔΓ) Χρήστου Σιτσανακλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/2008.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Ενδεικτικά δε αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη οι με στοιχεία α, β, γ και δ περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 205, 207-214 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Σ.Π.Κ., που κυρώθηκε με το νόμο 2287/1995), 505 παρ. 1δ και 510 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι από τις αναφερόμενες στο τελευταίο αυτό άρθρο περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας (510 παρ. 1 στοιχ. Η μετά την κατάργηση της περιπτώσεως Η με το άρ. 50 παρ. 4 του ν. 3160/03), η επίλυση προκαταρκτικού ζητήματος που υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (περ. β), η παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά τα άρθρα 65 παρ. 1, 66 παρ. 1 του ΚΠΔ (περ. γ), καθώς και η καταδίκη για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (περ. δ), συνιστούν λόγους αναθεωρήσεως των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων, ενώ η οποιαδήποτε άλλη περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας αποτελεί λόγο αναιρέσεως των ανωτέρω αποφάσεων, όπως επίσης λόγο αναιρέσεως συνιστά και η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ). Επίσης από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις και ειδικότερα από την διάταξη του άρθρου 212 του ΣΠΚ, προκύπτει ότι για κάθε δικαιούμενο πρόσωπο συνεπώς και για τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων της αιτήσεως αναθεωρήσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως κατά των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων είναι είκοσι ημέρες για καθένα από τα ένδικα αυτά μέσα και αρχίζει, η μεν προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως των αποφάσεων αυτών [στρατοδικείων], από την καταχώρηση των στοιχείων τους καθαρογραμμένων σε ειδικό βιβλίο καθαρογράφησης αποφάσεων που τηρείται στην γραμματεία του δικαστηρίου, η δε προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναθεώρησης, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας της τελευταίας αυτής αιτήσεως. Την αίτηση του δε για αναίρεση των αποφάσεων των στρατοδικείων μπορεί ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, να δηλώσει και στον γραμματέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (509 1β ΚΠΔ, 213 παρ. 1 ΣΠΚ), ο οποίος (εισαγγελέας) μπορεί να εκκαλεί και κάθε αθωωτική απόφαση του στρατοδικείου (205, 207 ΣΠΚ, 486 ΚΠΔ), δεν είναι, όμως αθωωτικές και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις που παύουν οριστικά την ποινική δίωξη, υπόκεινται όμως σε αναίρεση, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση κατ' αυτών αιτήσεως αναθεωρήσεως. Περαιτέρω, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995), ο οποίος εφαρμόζεται επί των στρατιωτικών εγκλημάτων, "στρατιωτικό έγκλημα είναι κάθε πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα". Κατά το άρθρο 3 του Κώδικα τούτου, "οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 ΣΠΚ (Ν. 2287/95), στρατιωτικός που δυσφημεί ανώτερο ή κατώτερο του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Αν η δυσφήμηση είναι συκοφαντική, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως (αλλά κι απ' αυτή του άρθρου 60 ΣΠΚ), ο νομοθέτης του ΣΠΚ δεν θέλησε να ορίσει κάτι διαφορετικό ως προς τη συνδρομή των όρων της δυσφημήσεως (και της εξυβρίσεως του άρθρου 60 ΣΠΚ). Έτσι, για τον ορισμό της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής) ο δικαστής θ' ανατρέξει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ΣΠΚ, στις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΚ (άρθρα 361, 362 και 363). Η παραπομπή, όμως, του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης, αφού η κατ' έγκληση δίωξη είναι γενικά εξαίρεση και έτσι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταφοράς από τη μία διάταξη στην άλλη. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της παραδοχής της ως άνω απόψεως αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 6 ΣΠΚ, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την κλοπή ή υπεξαίρεση πραγμάτων τα οποία ανήκουν στο κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή έχουν αποχωρισθεί προς αποστολή στο στρατό. Έτσι, από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων, των άρθρων 3, 147 παρ. 1, 2 και 16 του ΣΠΚ, (Ν. 2287/1995) και 377 παρ. 1 και 2 ΠΚ, και ειδικότερα εκείνης του άρ. 147 παρ. 6 ΣΠΚ, κατά την οποία "η διάταξη του άρ. 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων, η δε διάταξη του άρ. 377 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται επίσης, εφόσον η κλοπή ή η υπεξαίρεση αφορά σε πράγματα, μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας", προκύπτει, ότι η από τη διάταξη αυτή γενομένη παραπομπή σ` εκείνη της παρ. 1 του άρ. 377 ΠΚ, με μοναδικό σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη κλοπής πραγμάτων μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας, δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι διαλαμβάνει και παραπομπή στην επομένη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, [κατά την οποία "στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου (377) η ποινική δίωξη γίνεται μόνο ύστερα από έγκληση"], γιατί η ανωτέρω παραπέμπουσα διάταξη, έχουσα αυστηρώς συσταλτική διατύπωση, ως ενσωματώνουσα αυτή και μόνο την παραπεμπομένη διάταξη, αποκλείει, όπως προκύπτει και από μόνη τη διατύπωση της, την καθ` οιονδήποτε τρόπο επέκτασή της και στην εφαρμογή της παρ. 2 του άρ. 377 ΠΚ, αφού η δυνατότητα αυτή δεν διευκολύνεται ούτε από την διατύπωση του άρ. 3 του ΣΠΚ. Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, προκειμένου περί των αδικημάτων των άρθρων 361 - 369 του ΠΚ, (μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης), χαρακτηριζόμενα ως "εγκλήματα κατά της τιμής", προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η τιμή, δηλαδή η ηθική και κοινωνική αξία του παθόντος, γεγονός που δικαιολογεί το ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 368 ΠΚ, η ποινική δίωξη για τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή εγκλήματα, ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του ίδιου του παθόντος. Αντίθετα, προκειμένου περί των αδικημάτων των άρθρων 46-63 του ΣΠΚ, μεταξύ των οποίων και αυτό της συκοφαντικής δυσφήμισης ανωτέρου, που εντάσσονται στο τρίτο κεφάλαιο αυτού υπό τον τίτλο "εγκλήματα κατά της στρατιωτικής πειθαρχίας", προστατευόμενο έννομο αγαθό, δεν είναι μόνο η τιμή του παθόντος, αλλά και πέραν αυτής και η εκφρασμένη στο πρόσωπο αυτού στρατιωτική ιδιότητα, ως όρου που έχει διαμορφωθεί στην υπηρεσιακή σχέση, παραλλήλως δε και, προεχόντως, η διατήρηση της στρατιωτικής πειθαρχίας που πρέπει να διέπει το στράτευμα. Η προστασία δε του εννόμου αυτού αγαθού δεν δύναται να αφεθεί μόνο στην θέληση του παθόντος, γεγονός που δικαιολογεί και την επιλογή του νομοθέτη του ΣΠΚ τα εγκλήματα αυτά να τιμωρούνται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση. Άλλωστε από το σύνολο των διατάξεων του ΣΠΚ δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε την κατ' έγκληση δίωξη κάποιου από τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα απ' αυτόν εγκλήματα. Επομένως, το έγκλημα της δυσφημήσεως ανωτέρου διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτά επισκοπούνται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για την θεμελίωση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής:
Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 267/2008 απόφασή του δέχθηκε, ερμηνεύοντας τις πιο πάνω διατάξεις και ιδιαίτερα εκείνες των άρθρων 3, 62, 147 παρ. 6, του ΣΠΚ, ότι το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τη διάταξη του άρθρου 62 του ΣΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανωτέρου διώκεται κατ' έγκληση κι όχι αυτεπαγγέλτως. Ακολούθως δε, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ....., πρώην Δεκανέα (ΕΠ.ΟΠ) για την πράξη αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι τελέστηκε στα ....., την 7 και 15-12-2006, σε βάρος του τότε ταγματάρχη ....., τότε διοικητή του, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία ρητής δηλώσεως του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο όμως αυτό το Δικαστήριο, με το να παύσει, δηλαδή, για τις πιο πάνω πράξεις οριστικά την ποινική δίωξη και να αρνηθεί να ερευνήσει στην ουσία της την υπόθεση, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, κατά το βάσιμο περί αυτού μοναδικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως από τον Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, (δοθέντος ότι, κατά το άρθρο 212 παρ. 2 του ΣΠΚ, η προθεσμία της αρχίζει μετά την εκπνοή της προθεσμίας της αιτήσεως αναθεωρήσεως και δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση). Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πιο πάνω διάταξή της για τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 267/2008 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξή της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή