Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2313 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια αναισθησιολόγου ιατρού. Έννοια άρθρων 15, 28, 302 ΠΚ (ΑΠ 221, 543/ 2008, 2024/2007). Δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠΔ. λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων από έλλειψη νόμιμης βάσης.




Αριθμός 2313/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανούηλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1 που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της 736Α, 1262, 2029, 2080, 3492/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)..., 2)..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Φράγκο, 3)..., 4)... και 5)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 937/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, όπως π.χ. της χειρουργικής επέμβασης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3492/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα αναισθησιολόγος ιατρός, σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ασθενούς, σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών, η οποία ποινή ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, καθώς και από όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται το από ...πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης του Διευθυντή της Καρδιοχειρουργικής κλινικής του ... σχετικά με τις συνθήκες θανάτου στις ... του νοσηλευόμενου στην Α' Χειρουργική κλινική Θ1, το από ... διάγραμμα αναισθησίας του ιδίου νοσηλευομένου που συνέταξε η πρώτη κατηγορούμενη, την από ... Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή Αθηνών Λ3, την από .... ιστολογική εξέταση του Αναπληρωτή Καθηγητή Π1, την από ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του Επίκουρου καθηγητή Σ1, την από ...Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής της Ειδικής ιατροδικαστού Λ1, η οποία παρέστη ως τεχνική σύμβουλος του δεύτερου κατηγορουμένου κατά την νεκροψία-νεκροτομή του Θ1 την από ... Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του επίκουρου καθηγητή της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Λ2, ο οποίος παρέστη ως τεχνικός σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων κατά την ως άνω νεκροψία-νεκροτομή, μαζί με τη συνοδεύουσα αυτή από ... έγγραφο με τίτλο γενικές επισημάνσεις, την από .. έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Γενικού Χειρουργού Ιατρού Ρ1, την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Ιατρού Αναισθησιολόγου Ι1, όλες τις εκθέσεις ιατρικής και ιατροδικαστικής γνωμοδότησης ττου συντάχθηκαν με επιμέλεια των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις ...εισήλθε στο ... ο ασθενής Θ1, ηλικίας 32 ετών, προκειμένου να υποβληθεί σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, καθόσον έπασχε από λιθιασική χολοκυστοπάθεια, η οποία είχε διαπιστωθεί, ύστερα από τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας. Υπεύθυνοι ιατροί της εγχειρήσεως ήταν ο ..., Επιμελητής Α' της Α' Χειρουργικής Κλινικής (δεύτερος κατηγορούμενος) και η Χ1, Επιμελήτρια Α' του Αναισθησιολογικού Τμήματος (πρώτη κατηγορούμενη). Κατά τον προεγχειρητικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα ή ανωμαλία από το καρδιαγγειακό ή άλλο σύστημα. Διαπιστώθηκε όμως προεγχειρητικά ότι ο ασθενής Θ1, ο οποίος και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως, ενώ ευρίσκετο υπό γενική αναισθησία έκανε χρήση του φαρμάκου Thyrormone για νόσο του θυρεοειδούς. Η εγχειρητική διαδικασία άρχισε περί ώρα 12:00 της ... με τη χορήγηση ναρκώσεως από την πρώτη κατηγορούμενη, αναισθησιολόγο ιατρό, και τη βοηθό αναισθησιολογίας Γ1. Συγκεκριμένα η πρώτη κατηγορουμένη, βοηθούμενη από την Γ1, χορήγησε τα ενδεδειγμένα αναισθητικά φάρμακα και τοποθέτησε τον ενδοτράχειο σωλήνα, αφού δε παρήλθαν 10 λεπτά και δεν παρατηρήθηκε κάποια επιπλοκή στην πορεία της ναρκώσεως, ενημέρωσε τον χειρουργό ότι μπορούσε να προβεί στην έναρξη των δικών του ενεργειών. Πράγματι, αφού τοποθετήθηκε το κρεβάτι του ασθενούς σε θέση αντι-Trendelemburg, ήτοι αντίρροπη θέση 20° και κλίση 45° αριστερά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ιατρική επιστήμη για τη συγκεκριμένη επέμβαση, ο δεύτερος κατηγορούμενος εισήγαγε τη βελόνα verres υποομφαλικά, από την οποία γίνεται η τεχνική εμφύσηση του αερίου C02, δηλ. εμφανίζεται τεχνική διάταση της περιτοναϊκής κοιλότητας με την εμφύσηση του αερίου με μία πίεση της τάξεως 12-14 mmHg. Στην ίδια βελόνα βρίσκεται και το λαπαροσκόπιο που συνδέεται με video-camera για την άμεση οπτική επαφή και τη βιντεοσκόπηση της χειρουργικής επέμβασης. Στη συνέχεια ο βοηθός του δεύτερου κατηγορούμενου ... τοποθέτησε τα τρία υπόλοιπα τροκάρ, στα σημεία που του υπέδειξε ο χειρουργός. Η πρώτη κατηγορουμένη καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν παρακολουθούσε διαρκώς με τεταμένη την προσοχή τόσο την κλινική εικόνα του ασθενούς, όσο και το μόνιτορ στο οποίο είχαν γίνει οι σχετικές ρυθμίσεις, ώστε οι δείκτες να είναι στη σωστή θέση και το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν καινούργιο και λειτουργούσε κανονικά. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο διότι, πριν προχωρήσει στο επόμενο βήμα ο χειρουργός, δηλαδή στην αποκόλληση της χολής, ρώτησε την αναισθησιολόγο εάν όλα ήσαν εντάξει και πήρε τη θετική απάντηση της. Στην ερώτηση αυτή προέβη ο δεύτερος κατηγορούμενος, καθόσον διαπίστωσε ότι λεύκαζε το εγχειρητικό πεδίο στην τηλεκάμερα, στοιχείο που υποδήλωνε χαμηλή ιστική αιμάτωση. Η πρώτη κατηγορούμενη απάντησε θετικά, δηλαδή ότι η κατάσταση του ασθενούς ήταν κανονική, μονολότι υπήρχε αξιοσημείωτη πτώση της αρτηριακής πιέσεως, (η οποία από το 140 mm Hg κατά την έναρξη της αναισθησίας είχε υποχωρήσει στα 80 mm Hg ύστερα από την πάροδο είκοσι (20) λεπτών. Τη στιγμή εκείνη και ενώ ο ασθενής είχε κορεσμό οξυγόνου 99%, τελικοεκπνευστικό διοξείδιο του άνθρακος 25 mm Hg και αρτηριακή πίεση 80 mm Hg, η πρώτη κατηγορουμένη παρατήρησε στο μόνιτορ διδυμία σύντομης διάρκειας και αμέσως μετά βραδυκαρδία. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής του ασθενούς η πρώτη κατηγορουμένη χορήγησε σ' αυτόν αρχικά 1 mg ατροπίνης, του οποίου τη χορήγηση ανέγραψε στο συνταχθέν από την ίδια διάγραμμα αναισθησίας, και στη συνέχεια λιδοκαΐνη, του οποίου φαρμάκου τη χορήγηση δεν ανέγραψε στο συνταχθέν από την ίδια ως άνω διάγραμμα. Το φάρμακο λιδοκαΐνη διαπιστώθηκε ότι είχε χορηγηθεί στον θανόντα Θ1, καθόσον τούτο ανιχνεύθηκε σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα βιολογικά υγρά που εστάλησαν προς εξέταση, όπως αποδεικνύεται από την ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Επίκουρου Καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Σ1. Μετά τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων ο ασθενής είχε μικρή αύξηση των σφύξεων και αμέσως μετά συνεχίσθηκε η βραδυκαρδία εντονότερη με μεγάλη πτώση της αρτηριακής πιέσεως, ενώ αυτός εμφάνισε εικόνα κυκλοφορικής καταπληξίας, με σφυγμό αψηλάφητο στην περιφέρεια. Έτσι λίγα λεπτά, ύστερα από τη διαβεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης ότι η κατάσταση του ασθενούς είναι ικανοποιητική και ότι δεν υπάρχουν προβλήματα για τη συνέχιση της εγχειρήσεως, η πρώτη κατηγορουμένη αναισθησιολόγος άρχισε αιφνίδια να καλεί σε βοήθεια και να κτυπά με τα χέρια της πανικόβλητη το στήθος του ασθενή, αντιλαμβανόμενη ότι ο τελευταίος είχε υποστεί καρδιακή ανακοπή. Επακολούθησε άμεση κινητοποίηση του ιατρικού προσωπικού του χειρουργείου, αλλά και του λοιπού νοσοκομείου και ένιναν ποοσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνης. Στο χειρουργείο προσήλθαν αμέσως οι αναισθησιολόγοι ... και ..., οι εντατικολόγοι ... και ... και οι θωρακοχειρουργοί ... και ... και έγινε συλλογική προσπάθεια με την χορήγηση ινοτρόπων και αγγειοσυσπαστικών ουσιών, υγρών, υποκατάστατων πλάσματος και αίματος, εφαρμογή βηματοδότη, εξωτερικές μαλάξεις και τελικά θωρακοτομή και άμεσες μαλάξεις στην καρδιά. Ύστερα από εντατικές προσπάθειες μίας και πλέον ώρας που δεν είχαν αποτέλεσμα, η διαδικασία καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης σταμάτησε, αφού ήδη είχε εγκατασταθεί το φαινόμενο του εγκεφαλικού θανάτου. Ας σημειωθεί ότι, όταν ορισμένοι από τους ιατρούς που έσπευσαν σε βοήθεια συνέστησαν κατά τη διάρκεια της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης στο δεύτερο κατηγορούμενο να μετατρέψει τη λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή σε "ανοικτή" χολοκυστεκτομή, ο τελευταίος αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν δικό του το πρόβλημα που είχε ανακύψει, διότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη αιμορραγίας, δηλαδή το πρόβλημα δεν αναγόταν στο δικό του πεδίο, αλλά σε εκείνο της αναισθησιολόγου. Ως αιτία θανάτου στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας του Λ3 αναφέρονται
α') οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα κατά τη διαδρομή χειρουργικής επέμβασης και β') αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας. Παράλληλα αναφέρεται σ' αυτήν ότι επισκοπήθηκαν 550 γρ. αιματοπήγματα στην αριστερά υποχόνδριο χώρα και περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά. Στην ιστολογική έκθεση του Π1 επισημάνθηκε "εκτεταμένο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα (τριχοειδική αιμορραγία). Ρήξη αγγείου δεν καταδείχθηκε μακροσκοπικώς και μικροσκοπικώς". Επίσης αναφέρεται ήπιο πνευμονικό οίδημα στα ιστοτεμάχια των πνευμόνων και ικανού βαθμού ενεργοποίηση των κυψελιδικών μακροφάγων, καταλήγει δε συμπερασματικά ότι οι ως άνω περιγραφείσες αλλοιώσεις των πνευμόνων είναι συμβατές με αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας αυτών (ARDS). Σχετικά με το αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας που αναφέρεται στις ανωτέρω εκθέσεις, πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις, πραγματογνωμοσύνης των Ρ1 και Ι1, αλλά κατετέθη σχεδόν και από όλους τους μάρτυρες ιατρούς, δεν είναι δυνατόν σε τόσο σύντομο χρονικό (20-30 λεπτών) διάστημα να εξελιχθεί ARDS σε νέο και υγιές άτομο και μάλιστα ευρισκόμενο στο χειρουργείο διασωληνωμένο. Ειδικότερα δε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι1 αναφέρεται ότι αυτή "η σοβαρή λειτουργική διαταραχή των πνευμόνων έπεται αιμορραγικών φαινομένων και δε μπορεί να χαρακτηρισθεί σε καμία περίπτωση πρωταρχική αιτία θανάτου του ασθενούς κατά την ώρα χειρουργικής επέμβασης και υπό γενική αναισθησία και σε χρόνο 20-30 λεπτών". Περαιτέρω, στα αποτελέσματα της τοξικολονικής εξέτασης αναφέρεται ότι στα αποσταλέντα βιολογικά υγρά ανιχνεύθηκε η παρουσία λιδοκαϊνης σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Όπως όμως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως του δευτέρου κατηγορουμένου ... Ιατρού αναισθησιολόγου και πρώην Αναπληρωτή Διευθυντή του ... και Τ1, καθηγήτριας Αναισθησιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και τις από ... και ... εκθέσεις ιατρικής γνωμοδότησης της ως άνω μάρτυρος Τ1 και του ..., Ειδικού Καρδιολόγου, Επιμελητή Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών αντιστοίχως, η χορήγηση λιδοκαϊνης στην συγκεκριμένη περίπτωση απαγορευόταν, διότι η λιδοκαϊνη κατατάσσεται στα αντιαρρυθμικά φάρμακα, τα οποία είναι απαγορευτικά στις περιπτώσεις κολποκοιλιακών αποκλεισμών και έκτοπων ρυθμών διαφυγής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ασθενής Θ1 εμφάνισε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης βραχυκαρδιακή διαταραχή του καρδιακού ρυθμού του τύπου των κολποκοιλιακών αποκλεισμών ή έντονων ρυθμών διαφυγής (λόγω αντανακλαστικής υπερσυμπαθητικοκτονίας). Αντιμετώπιση της διαταραχής αυτής με το αντιαρρυθμικό φάρμακο λιδοκαϊνη ήταν εσφαλμένη, διότι έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη καρδιακή αδράνεια και την κυκλοφορική καταπληξία (σοκ) οι οποίες δεν ανατάσσονται με τις προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, και ως τελικό αποτέλεσμα έχουν το θάνατο του ασθενή. Το ενδεδειγμένο στη συγκεκριμένη περίπτωση φάρμακο ήταν η ατροπίνη, το οποίο η πρώτη κατηγορουμένη είχε αρχικά χορηγήσει στον ασθενή Θ1 και το οποίο έπρεπε να συνεχίσει να χορηγεί στον τελευταίο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ούτε κατά τη διενεργηθείσα νεκροψία - νεκροτομία ούτε κατά τη γενόμενη ιστολογική εξέταση διαπιστώθηκε από τους ιατροδικαστές Λ3, Λ2 και Λ1 καθώς και από το διενεργήσαντα την ιστολογική εξέταση Αναπληρωτή Καθηγητή Π1 η τρώση οποιουδήποτε αγγείουν ή άλλου οργάνου, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης ο χειρουργός δεύτερος κατηγορούμενος δεν προκάλεσε οποιασδήποτε μορφής αιμορραγία στον ασθενή Θ1. Ενόψει δε του ότι ο ιατροδικαστής Λ3 απέστειλε προς ιστολογική εξέταση όλα τα όργανα και τα αγγεία που ευρίσκοντο μέσα στο πεδίο του χειρουργού της συγκεκριμένης χειρουργικής επέμβασης και η αναζήτηση της τρώσης κάποιου αγγείου ή άλλου οργάνου έγινε κατά τη νεκροψία-νεκροτομή από τρεις ιατροδικαστές, ο ισχυρισμός ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να διέλαθε της προσοχής τέτοια τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων που παρίσταντο κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, αφού κανένας δεν αναφέρεται σε αιμορραγικό επεισόδιο, όσο και από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της επέμβασης δεν ζητήθηκε αιματοκρίτης και εξέταση Ph ούτε από το διάγραμμα αναισθησίας προκύπτει ταχυκαρδία, η οποία υπάρχει πάντα σε περίπτωση μεγάλης αιμορραγίας. Τυχόν υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αποκλεισθεί ή τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου, μολονότι αναζητήθηκε ειδικά από τους ιατροδικαστές και δεν ανευρέθη, οδηγεί σε μείωση του κύρους της ιατροδικαστικής εξέτασης και στην εξαγωγή συμπερασμάτων βασισμένων όχι σε ιατροδικαστικά ευρήματα αλλά σε προσωπικές και αυθαίρετες υποθέσεις, που έχουν ως κατάληξη τη δικαστική αυθαιρεσία και όχι την τεκμηριωμένη δικαστική κρίση. Η ύπαρξη του οπισθοπεριτοναϊκού αιματώματος, το οποίο κατά την ιατροδικαστική εκτίμηση ήταν τριχοειδικούς αιτιολογίας, τα αιματοπήγματα βάρους 550 γραμμαρίων στον υποχόνδριο χώρο αριστερά, το περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά και οι αναφερόμενες ανωτέρω πνευμονικές αλλοιώσεις οφείλονται στις επείγουσες ενέργειες των καρδιολόγων και του θωρακοχειρουργού κατά τη διάρκεια της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, δηλαδή στις εξωτερικές θωρακικές συμπιέσεις κατά την προσπάθεια αναζωογόνησης λόγω της καρδιακής ανακοπής καθώς και στις εσωτερικές θωρακικές συμπιέσεις κατά την επακολουθήσασα θωρακοτομή. Ας σημειωθεί, άλλωστε, ότι και η θέση των αιματωμάτων οδηγεί από μόνη της στη διάγνωση για την αιτία πρόκλησής τους. Σε καμία περίπτωση σε λαπαροσκοπική αφαίρεση χοληδόχου κύστεως δεν εργάζεται ο χειρουργός και οι βοηθοί του στο αριστερό υποχόνδριο ή αριστερό οπισθοπεριτοναϊκό χώρο, δεδομένου ότι είναι αδύνατη η διεγχειρητική πρόκληση αιματώματος σε ανατομική περιοχή όπου δεν έγιναν χειρουργικοί χειρισμοί. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν τόσο οι διορισθέντες από τον Ανακριτή ιατροί πραγματογνώμονες Ρ1 και Ι1 όσο και οι συντάξαντες με την επιμέλεια του δεύτερου κατηγορουμένου εκθέσεις ιατρικής γνωμοδότησης ιατροί Τ1, ..., ..., ... και ..., αλλά και στις εκθέσεις που συνέταξαν οι ιατροδικαστές Λ1 και Λ2 τεχνικοί σύμβουλοι του δεύτερου κατηγορούμενου και των πολιτικώς εναγόντων αντιστοίχως. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις με την επιμέλεια της πρώτης κατηγορουμένης συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις του καθηγητή της Ιατροδικαστικής ... και των ιατρών ... και ..., διότι αυτές δεν βασίζονται σε ιατροδικαστικά ευρήματα και καταλήγουν σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε τεκμηρίωσή τους. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, κρίνει ότι ο θάνατος του ασθενή Θ1 προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης κατηγορουμένης, αναισθησιολόγου ιατρού. Η αμέλεια της τελευταίας συνίσταται στο ότι, όταν κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης αντιλήφθηκε τα προαναφερθέντα φαινόμενα στην κλινική εικόνα του ασθενή και συγκεκριμένα αιφνίδια διδυμία σύντομης διάρκειας και αμέσως μετά βραδυκαρδία, δεν επέδειξε την προσοχή, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως ιατρός αναισθησιολόγος με πολυετή εμπειρία και, προκειμένου να επαναφέρει την καρδιά του ασθενή σε κανονική λειτουργία, αρχικά μεν χορήγησε το ενδεδειγμένο από την ιατρική επιστήμη φάρμακο ατροπίνη, στη συνέχεια όμως δεν συνέχισε την χορήγηση του ιδίου φαρμάκου, αλλά χορήγησε στον ασθενή λιδοκαϊνη, το οποίο κατατάσσεται στα αντιαρρυθμικά φάρμακα και η χορήγηση του οποίου απαγορεύεται στις περιπτώσεις κολποκοιλιακών αποκλεισμών και εκτόπων ρυθμών διαφυγής, τις οποίες εμφάνιζε ο ασθενής Θ1, με αποτέλεσμα από την εσφαλμένη χορήγηση του φαρμάκου αυτού να υποστεί ο ασθενής πλήρη καρδιακή αδράνεια και κυκλοφορική καταπληξία (σοκ) και στη συνέχεια σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), από τα οποία ως μόνων ενεργών αιτιών επήλθε ο θάνατος αυτού, αφού οι προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης δεν είχαν επιτυχία. Επομένως, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Αντίθετα ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθόσον αποδείχθηκε ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον εν λόγω κατηγορούμενο για τον επελθόντα θάνατο του ασθενή Θ1. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προκάλεσε κατά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου στον ασθενή Θ1 ούτε προκάλεσε σ' αυτόν οποιασδήποτε μορφής αιμορραγία, η δε άρνηση του να μετατρέψει τη λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή σε "ανοικτή" χολοκυστεκτομή δεν είχε καμία επίδραση στην υγεία του ασθενή, αφού ο τελευταίος δεν είχε συμπτώματα αιμορραγίας, ενώ δεν είχε κανένα νόημα η συνέχιση της λαπαροσκοπικής εγχείρησης σε "ανοικτή εγχείρηση", χωρίς την προηγούμενη καρδιοαναπνευστική ανάνηψη του ασθενή. Τέλος, όσον αφορά την ενοχή της πρώτης κατηγορουμένης, στην οποία με την παρούσα απόφαση της αποδίδονται και άλλα περιστατικά αμελούς συμπεριφοράς, πλην των αναφερομένων στο κατηγορητήριο, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλειά της, σύμφωνα με όσα προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία (Α.Π. 490/1996). Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την αναιρεσείουσα, δεν είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, με την ανωτέρω έννοια, αλλά ελλιπής και με λογικά κενά. Ειδικότερα α) το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αναισθησιολόγος ιατρός χορήγησε στον θανόντα ασθενή πρώτα ατροπίνη και μετά εσφαλμένα λιδοκαϊνη, η οποία και προκάλεσε τις λοιπές επιπλοκές και το θάνατο, χωρίς να αιτιολογεί με βάση ποία προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και ιατρικά δεδομένα και ευρήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα της χορηγήσεως των φαρμάκων αυτών με την ανωτέρω σειρά ενόψει του ότι, όπως δέχθηκε, δεν αναγράφηκε στο διάγραμμα αναισθησίας η χορήγηση της λιδοκαΐνης, όπως συνέβη με την ατροπίνη, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς τί προκάλεσε το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα και το ARDS, που δέχεται η προσβαλλόμενη ως αιτία θανάτου του παθόντος, σύμφωνα και με το παρατιμέμενο στις παραδοχές της πόρισμα και τα ευρήματα της εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής και της ιστολογικής εξετάσεως (550 γραμμάρια αιμοπήγματα στην αριστερά υποχόνδριο χώρα και περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά), εν όψει του ότι, όπως δέχεται, είχε διαπιστωθεί ήδη χαμηλή ιστική αιμάτωση σε χρόνο που προηγήθηκε των γενόμενων τελικά προσπαθειών ανάνηψης με εξωτερικές συμπιέσεις και μαλάξεις στο θώρακα και με θωρακοτομή, στις οποίες κατά τις περαιτέρω παραδοχές, οφειλόταν το εν λόγω αιμάτωμα. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοιν Δ σχετικοί, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αφορούν την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 736Α, 1262,2029,2080,3492/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα στο σκεπτικό. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2009.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή