Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2443 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Άρθρα 476 §§1 & 2 ΚΠΔ. Πότε απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε τη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της έχει λόγους εκ του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., εφ' όσον αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Πότε η απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία.. Τι απαιτείται εάν επί πλέον προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως. Πότε άκυρη η επίδοση εις "σύνοικον" (άρθρα 155-157-159-161 ΚΠΔ), εφόσον αναφέρεται στο αποδεικτικό ότι "επεδόθη εις σύνοικον", αρκεί χωρίς να ενδιαφέρει συγγενική ή άλλη σχέση με τον προς ον η επίδοση. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2443/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 230/26-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ' αρ. 7/19-1-2009 ημέρα Δευτέρα, αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε (1) κατ' ουσία η υπ' αρ. 265/2008 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ' αρ. 1376/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και μη, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ (αρ. 13γ', στ', 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 79, 98, 216 παρ. 1-3β Π.Κ., ως ισχύουν) και (2) απορρίφθηκε το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του ανωτέρω κατηγορουμένου στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. συνημμένα φωτ/φα αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο την 9/1/2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Δημ. Μαυρουδή την 14/1/2009 σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, (β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (γ) απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης του δικαιώματος σιωπής -άρνηση απάντησης- του κατηγορουμένου (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 171 παρ. 1, 273, 276, 484 παρ. 1α', β', δ' ΚΠΔ) - βλ. έκθεση αναίρεσης- -Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.).
Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (ΑΠ 1/05, ΑΠ 159/03) πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα. πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξες ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια, ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ ΝΣΤ/626) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής:
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. β' Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (με τη χρήση του εγγράφου από αυτόν να θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) και αν ο υπαίτιος αυτής της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της πρώτης από τις τυποποιούμενες δύο αυτοτελείς μορφές του σωρευτικά μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικά μεν η απαρχής σύνθεση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε (προέρχεται) από άλλον, με την απομίμηση της γραφής, υπογραφής ή άλλου διακριτικού στοιχείου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και είναι αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (Α.Π. 1264/2005, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ/2006, σελ. 227, Α.Π. 1753/2003, Ποιν.Χρον. ΝΔ/2004, σελ. 635, Α.Π. 217/2003, Ποιν.Χρον. ΝΓ/2003, σελ. 929, Α.Π. 184/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν.Χρον. ΝΒ/2002, σελ. 898). Η πλαστογραφία, με οποιαδήποτε μορφή ή διαβάθμισή της, είναι έγκλημα σκοπού (σκοπούμενου αποτελέσματος) και με αυτήν προσβάλλεται, στην κακουργηματική της μορφή, το έννομο αγαθό της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών κυρίως και όχι της περιουσίας, η δε αντικειμενική της υπόσταση στη διακεκριμένη (κακουργηματική) αυτή περίπτωση διαπλάσσεται ενόψει της διακινδυνεύσεως (απειλής) βλάβης της περιουσίας με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και όχι της επελεύσεως αυτής (Α.Π. 1034/2007, Ποιν.Χρον. ΝΖ/2007, σελ. 693).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι ένα έγκλημα τελείται κατ' επάγγελμα, όταν προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης είτε από την υποδομή που αυτός έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, ενώ ένα έγκλημα τελείται κατά συνήθεια, όταν από την επανειλημμένη τέλεσή του προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος καταφάσκεται και σε περίπτωση κατά την οποία η αξιόποινη πράξη τελείται όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, καθώς πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς ν'απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες του δράστη (Α.Π. 1352/2000, Α.Π. 822/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ, σ. 134, Α.Π. 692/2000, Ποιν.Χρον. ΝΑ', σ. 47, Α.Π. 680/2000, Ποιν.Χρον. Να σ. 44). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης, προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττεται με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη ή κατά την τέλεση της πράξης, ώστε καθένας τους θέλει και αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 2721/02 Ποιν.Χρον. ΝΓ-803, Α.Π. 544/02 Ποιν.Χρον. ΝΓ-35, Α.Π. 1362/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ-548, Α.Π. 692/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ-47). Συναυτουργία μπορεί να υπάρξει και σε ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 παρ. 1 Π.Κ.), εφόσον έχει συναποφασισθεί η διάπραξή του από περισσότερους, οι οποίοι μοιράζονται μεταξύ τους την τέλεση των επί μέρους πράξεων (Νικ. Ανδρουλάκης Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, Εκδ. Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2004, σελ. 170).
Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται, ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη", κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1γ του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Η ως άνω όμως ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 59 ΚΠΔ, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όταν η κύρια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας (Α.Π. 876/1998 Ποιν.Χρ. ΜΘ/461 επ., Α.Π. 1616/98 Ποιν.Χρον. ΜΖ/874, Α.Π. 698/1987 Ποιν.Χρον. ΛΖ'/615, Α.Π. 117/1986, Ποιν.Χρον. ΛΣΤ/ 481, Α.Π. 1346/1979, Ποιν.Χρον. Ν/330 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών-ήδη αναιρεσείων ζητεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση εφέσεως, να αναβληθεί κατ' άρθρο 59 η παρούσα ποινική δίκη μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εκκρεμούσης προς εκδίκαση ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Ποινικής υποθέσεως με κατηγορούμενους τον ίδιο και τους ΑΑ και ΒΒ, για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία, η οποία αφορά την επιμέρους πράξη που φέρεται ότι τέλεσε με την κατάρτιση και χρήση της υπ' αριθμ. ... πλαστής επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενης ως εκδοθείσας στην ..., την 30/1/2003, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της ίδιας, για την οποία (επιμέρους πράξη) κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας η ασκηθείσα ποινική δίωξη, με σχετική διάταξη του εκκαλουμένου βουλεύματος. Το παραπάνω αίτημα του εκκαλούντα κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντα), είναι απορριπτέο, προδήλως ως αβάσιμο, διότι το αντικείμενο της ως άνω εκκρεμούσης ποινικής δίκης δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα ποινική δίκη, καθόσον δεν θα κριθεί σε αυτή, ζήτημα που είναι απαραίτητο για την κρίση στην παρούσα υπόθεση.
Τέλος, ο εκκαλών-ήδη αναιρεσείων ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Σας προκειμένου να παράσχει διασαφήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 ΚΠΔ. Το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος-ήδη αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί, αφού ήδη με τα προσκομισθέντα υπ' αυτού αποδεικτικά στοιχεία και το εκτενέστατο υπόμνημά του ανέπτυξε διεξοδικότατα τις απόψεις του για την βαρύνουσα αυτόν κατηγορία της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατά συναυτουργία.
Με αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό και με το σύνολο του ανακριτικού υλικού ουδεμία ανάγκη περαιτέρω διασαφήσεως υπ' αυτού ή του συνηγόρου του παρίσταται, αφού δεν υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες περί των υπό επίλυση νομικών ή πραγματικών ζητημάτων που να χρήζουν διασαφήσεως (βλ. Α.Π. 1625/1998 Ποιν.Δικ. 1999, σελ. 91, Α.Π. 187/1995 Ποιν.Χρον. ΜΕ σ. 472).
Στην κρινόμενη υπόθεση από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε τόσο κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση όσο και κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα (βλ. το υπ' αριθμ. 28/2007 ένταλμα σύλληψης του Ανακριτή 13ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος της Α' κατηγορουμένης ΓΓ, την από 19/11/2007 έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της ανάκρισης στον Β' κατηγορούμενο (εκκαλούντα) και τον αντίκλητο δικηγόρο του, την από 12/11/2007 τυπική κλήση σχετικά με την αναφερόμενη σε αυτήν μερικότερη πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα από τον εκκαλούντα και την από 21/11/2007 έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της ανάκρισης στον αντίκλητο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ'εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένου του εγγράφου υπομνήματος του εκκαλούντος και της εκθέσεως εφέσεως) και την απολογία του εκκαλούντα κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος), προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά:
Ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία επίπλων και συναφών ειδών, στις 12/9/2002 ενημερώθηκε από το διευθυντή του καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ... ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν προσκομιστεί στο ως άνω κατάστημα δύο επιταγές για έλεγχο της γνησιότητάς τους. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 20/9/2002 και 22/10/2002, ποσού 6.221 και 7.221 ευρώ αντίστοιχα, εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", η πρώτη και "ΦΡΑΞΕ Κ.Τ.Ε.", η δεύτερη. Επιπροσθέτως την πρώτη από τις παραπάνω επιταγές φερόταν ότι η εταιρεία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", ως πρώτη οπισθογράφος, είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην ΔΔ, που είναι επιχειρηματίας οικοδομικών υλικών, εκείνη δε, φερόμενη ως δεύτερη οπισθογράφος, στον ΕΕ, ιδιοκτήτη ομοειδούς επιχείρησης. Οι ως άνω επιταγές, όπως κατήγγειλε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων, είναι εξ ολοκλήρου πλαστές, καθόσον φέρουν τον ίδιο αριθμό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε κάποιο από τα στελέχη των επιταγών που του είχαν χορηγηθεί από την Ε.Τ.Ε. Η περί πλαστότητάς τους διαπίστωση ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." όσο και από τις καταθέσεις των λοιπών, φερόμενων ως οπισθογράφων της πρώτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, οι οποίοι επιβεβαιώνουν την πλαστότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που έχουν τεθεί στη θέση των οπισθογράφων της ως άνω επιταγής. Επισημαίνεται ότι ο τελευταίος οπισθογράφος, ΕΕ, δεν ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών υλικών αλλά διατηρεί κατάστημα εμπορίας ειδών γάμου και βάπτισης στην ..., στην αναγραφόμενη στη σχετική σφραγίδα διεύθυνση. Την ανωτέρω επιταγή παρέδωσε στον ΖΖ, νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-2 Ε.Ε.", άτομο το οποίο του συστήθηκε ως ΣΤ, για την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης ενός φορτωτή οικοδομικών υλικών, αγοραστής του οποίου φερόταν ο αδελφός του, τρίτος οπισθογράφος της επιταγής, ΕΕ. Όμως, ο αριθμός Δ.Α.Τ., που φέρεται ότι ανήκει στον ΣΤ και ο οποίος αναγράφεται στο εκδοθέν από την πωλήτρια εταιρεία Δελτίο Αποστολής, αντιστοιχεί σε Δ.Α.Τ. που είχε εκδοθεί επ'ονόματι του ΗΗ και το οποίο ήδη είχε αντικατασταθεί, ο δε κάτοχός του στην κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή διευκρινίζει ότι δεν έδωσε ποτέ σε οποιονδήποτε το ήδη αντικατασταθέν Δ.Α.Τ. ούτε γνωρίζει άτομο με στοιχεία "ΣΤ".
Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, κατά την οποία ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ..., την έκδοση και κυκλοφορία των προαναφερθεισών επιταγών, του τηλεφώνησε ο ΘΘ και τον ενημέρωσε ότι ήταν κομιστής τεσσάρων (4) επιταγών, οι δύο από τις οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", ενώ οι λοιπές φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί σε διαταγή της τελευταίας εταιρείας, η σφραγίδα της οποίας και η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της είχαν τεθεί στη θέση του Α' οπισθογράφου. Επρόκειτο συγκεκριμένα για: α) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσών 7.000 και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στην ..., από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." στις 30/10/2002 η πρώτη και στις 15/12/2002, η δεύτερη, σε διαταγή του ΚΚ, ο οποίος φερόταν ότι τις είχε υπογράψει και είχε θέσει τη σφραγίδα της επιχείρησης εμπορίας τροφίμων που διατηρούσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και β) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 6.500 και 18.000 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία με την επωνυμία "Ε-3 Ο.Ε.", στις 25/11/2002, η πρώτη και στις 30/1/2003, η δεύτερη, σε διαταγή της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία επίσης φερόταν ως πρώτη οπισθογράφος των επιταγών. Οι προαναφερθείσες επιταγές δεν αντιστοιχούν σε κάποια από τα στελέχη των επιταγών που είχαν χορηγηθεί από τις φερόμενες ως πληρώτριες τράπεζες στην εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και στην εταιρεία "Ε-3 Ο.Ε." και συνεπώς είναι πλαστές τόσο οι υπογραφές όσο και οι σφραγίδες που τέθηκαν στη θέση του εκδότη των ως άνω επιταγών. Τις ανωτέρω τέσσερις (4) επιταγές έλαβε στην κατοχή του ο ΘΘ, σε μερική εξόφληση οφειλής, συνολικού ύψους 146.735,14 ευρώ, που είχε προς αυτόν η φυγόδικη κατηγορούμενη ΓΓ (η οποία δεν άσκησε έφεση), όπως η οφειλή αυτή περιγράφεται στο από 26/7/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών. Επίσης, ο ανωτέρω εγκαλών στα πλαίσια της διενεργηθείσας αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2, 3 ΚΠΔ) επισύναψε αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 11.000 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στη ..., στις 25-11-2002, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια (φερόμενη) ως εκδότρια εταιρεία), δεύτερη την εταιρεία με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." και τρίτο οπισθογράφο τον ΛΛ. Την προαναφερόμενη επιταγή εμφάνισε προς πληρωμή στις 25-11-2002 ο ΜΜ, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότη της με το τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", επιπροσθέτως δε διότι διαπιστώθηκε ότι το σώμα της ως άνω επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από την πληρώτρια Τράπεζα στο δικαιούχο του λογαριασμού επί του οποίου αυτή (επιταγή) εσύρετο. 'Οπως κατέθεσε ο ΜΜ, η ΓΓ, την οποία αναγνώρισε με βεβαιότητα από προηγούμενες εμπορικές συναλλαγές που είχε μαζί της, του απέστειλε την ανωτέρω επιταγή ως προκαταβολή έναντι το συνολικού τιμήματος αγοράς μιας νταλίκας από την επιχείρηση που ο ίδιος διατηρεί, χωρίς να την έχει οπισθογραφήσει και η ίδια, με αποτέλεσμα τελευταίος οπισθογράφος της να εμφανίζεται ο ΛΛ. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η υπογραφή του ως τρίτου οπισθογράφου είναι πλαστή τον ισχυρισμό του δε αυτόν φαίνεται να αποδέχεται ως αληθή και ο ζημιωθείς ΜΜ, ο οποίος δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του.
Περαιτέρω ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη προανάκριση επισύναψε φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 6.480 ευρώ, την οποία φερόταν ότι εξέδωσε στην ..., στις 30/11/2002, η εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) Χ, ο οποίος ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "Ε-4 και Σία Ο.Ε.", διαχειριστές της οποίας είναι ο ετεροθαλής αδελφός αυτού (εκκαλούντα-ήδη αναιρεσείοντα), ΞΞ και ο γιός του, ΠΠ, εκείνοι δε με τη σειρά τους την παρέδωσαν στο ΡΡ, σε εξόφληση οφειλής τους από εμπορική αιτία. Η προαναφερόμενη επιταγή εμφανίστηκε για πληρωμή στις 4-12-2002, χωρίς όμως να εισπραχθεί το ποσό της, καθόσον διαπιστώθηκε η πλαστότητά της.
Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης οι ΠΠ και ΞΞ επισύναψαν, εκτός από το πρωτότυπο της ανωτέρω αναφερθείσας επιταγής, και άλλες δύο πλαστές επιταγές, τις οποίες είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εταιρεία που εκπροσωπούν, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ και οι οποίες ομοίως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή λόγω της αποκάλυψης της πλαστότητάς τους. Συγκεκριμένα πρόκειται για: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 7.200 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 10/1/2003 από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος, ως Α' οπισθογράφος, φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 30/1/2003 από την ΣΣ, που ήταν ιδιοκτήτρια επιχείρησης εμπορίας πολύτιμων λίθων και κοσμημάτων, σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια και δεύτερο οπισθογράφο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ. Ο τελευταίος αρνείται την τέλεση της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που τον βαρύνει, επικαλούμενος στην απολογία του και επαναλαμβάνοντας, στη συνέχεια, ως λόγους προς ευδοκίμηση της κρινόμενης έφεσής του τα εξής επιχειρήματα: (α) ότι η συγκατηγορούμενή του ΓΓ είναι άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο και επομένως είναι αδύνατον να κατάρτισαν από κοινού τις διαλαμβανόμενες στην κατηγορία που του αποδίδεται, ως πλαστές επιταγές. Προς ενίσχυση του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται το γεγονός ότι δεν κατονομάζεται σε καμία μαρτυρική κατάθεση ως εμπλεκόμενος στην κατάρτιση και κυκλοφορία των επιταγών που κυκλοφόρησαν από την ως άνω συγκατηγορούμενή του. (β) Αν και αποδέχεται τη γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις με αριθμού ... και ... επιταγές με πληρώτρια την ΕΤΕ καθώς και στην με αριθμό ... επιταγή με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην κατάρτιση των πιο πάνω επιταγών, επικαλούμενος το γεγονός ότι οι κομιστές τους δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του προκειμένου να εισπράξουν τα αναγράφομενα σε αυτές χρηματικά ποσά. Ανεπέρειστοι όμως παρίστανται οι ανωτέρω λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του. Και τούτο διότι, αν και αποδέχεται την γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις ανωτέρω τρεις (3) αναφερόμενες επιταγές, στο μεν απολογητικό του υπόμνημα αποσιώπησε την αιτία, συνεπεία της οποίας αυτές περιήλθαν στην κατοχή του και δεν κατέθεσε κανένα παραστατικό έγγραφο σχετικά με αυτήν (αποδεικτικό συναλλαγής ή άλλο). Κατά την απολογία του δε ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε να απαντήσει σε ευθεία ερώτηση του τελευταίου "που βρήκε τις τρεις αυτές επιταγές, δηλαδή ποιος του τις παρέδωσε", επικαλούμενος το δικαίωμα "άρνησης απάντησης" που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 του Κ.Π.Δ., στην έκθεση εφέσεώς του, για να αιτιολογήσει την άρνησή του να απαντήσει. Η αιτιολόγηση της άρνησής του αυτής είναι μεν νομικά βάσιμη, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως όχι μόνο δεν εδραιώνει η στάση του αυτή τις αιτιάσεις του σχετικά με τη μη ανεύρεση, κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τόσο του προσώπου σε διαταγή του οποίου φέρονται ότι εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενου ως οπισθογράφου αυτών, με στοιχεία "ΝΝ", όσο και της φερόμενης ως εκδότριας και πρώτης οπισθογράφου της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αλλ'ευθέως οδηγεί στην απίσχναση και κατάλυσή τους. Περαιτέρω το γεγονός ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, πλην της τελευταίας (10ης στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος) φέρουν πλαστή σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (όπως και η υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., την 30/1/2003, από την ως άνω εταιρεία, σε διαταγή της ίδιας, για την επί μέρους πράξη πλαστογραφίας της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Χ, λόγω εκκρεμοδικίας, καθόσον για την ίδια πράξη έχει ήδη παραπεμφθεί ούτος να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση), αποτελεί το κοινό συνδετικό στοιχείο μεταξύ των ως άνω επιταγών, το οποίο αποτελεί και την αξιόπιστη αιτιακή συνθήκη για την εδραίωση της άποψης ότι από κοινού (κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο) ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ μαζί με την συγκατηγορούμενή του ΓΓ, η οποία δεν άσκησε έφεση, προέβησαν στην κατάρτιση των επίδικων επιταγών, ακολούθως δε ο καθένας τους διαδοχικά έκανε χρήση, θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία, προκειμένου να εξοφλήσουν οικονομικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ετεροθαλής αδελφός του ΞΞ και ο ανεψιός του ΠΠ δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του για τις τρεις πλαστές επιταγές που τους μεταβίβασε με οπισθογράφηση ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων (προφανώς λόγω της συγγενικής τους σχέσης), ουδόλως αμβλύνει την προδιαγραφόμενη ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία δεν μετριάζεται και πολύ περισσότερο δεν καταλύεται από το ποινικά ανεπίληπτο, όπως διατείνεται, παρελθόν του. Άλλωστε και οι δύο κατέθεσαν ότι έχουν υποστεί και μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τις πράξεις του, μάλιστα δε ο ΠΠ ισχυρίζεται ότι "αυτόν προσωπικά τον έχει καταστρέψει οικονομικά αφού του έχει δώσει ακάλυπτες επιταγές δεκάδων χιλιάδων ευρώ για εμπορεύματα που του έδωσε" (βλ. την από 11/10/2007 κατάθεσή του στον Ανακριτή).
Εξάλλου, από την ανωτέρω περιγραφόμενη εξακολουθητική εγκληματική συμπεριφορά του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν στο πρόσωπό του οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 216 παρ. 3 εδάφ. β' Π.Κ., που προσδίδουν στο έγκλημα της πλαστογραφίας κακουργηματική μορφή. Ειδικότερα επέδειξε οργανωμένη και επανειλημμένη εγκληματική δράση, την οποία σχεδίασε επιμελώς (με την προαναφερθείσα συγκατηγορουμένη του), χρησιμοποιώντας για την κατάρτιση των ως άνω επιταγών που διαλαμβάνονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος πλαστές σφραγίδες διαφόρων επιχειρηματιών, εν αγνοία των τελευταίων, έχοντας την βεβαιότητα ότι τα πρόσωπα στα οποία τις μεταβίβαζαν, προερχόμενα συνήθως από το φιλικό και συγγενικό τους περιβάλλον, δεν θα ήλεγχαν την γνησιότητά τους, λόγω εμπιστοσύνης, το δε παράνομο περιουσιακό όφελος που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος και άλλων φερόμενων ως εκδοτών και οπισθογράφων των ανωτέρω επιταγών, κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος έδρασε ούτος (εκκαλών-ήδη αναιρεσείων) και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη, κατά τα προεκτεθέντα τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού (πλαστογραφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ζ' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη. Κατά συνέπεια όλων όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ) αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τ'αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 13, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 60, 63, 79, 98, 216 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να δημιουργηθεί ουδεμία ακυρότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής (άρνηση απάντησης) του κατηγορουμένου επί μεμονωμένων ερωτήσεων του ανακριτού ή του Δικαστηρίου δεν αποκλείει την ελεύθερη εκτίμηση και αξιολόγηση αυτής σε συνάρτηση με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση έπραξε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το οποίο αιτιολογημένα, όπως προεκτέθηκε, αξιολόγησε και εκτίμησε ελεύθερα την αρνητική αυτή θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σε σχέση με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που αναφέρει και προσδιορίζει επαρκώς (βλ. Αθ. Κονταξή Ερμ. ΚΠΔ υπ' άρθρ. 273 και 366 ΚΠΔ, σελ. 1737 και 2307 αντίστοιχα, Δαλακούρα-Αρμενόπουλος (1989), σελ. 317 επ., Αλεξιάδη-Ανακριτική (1986) σελ. 247 επομ.).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 α', β' και δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 13 στ', 45, 98, 216 παρ. 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε τρίτος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ) πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ), διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 7/19-1-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
(Β) Να απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αίτημα του αναιρεσείοντος και
(Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, υπό της διατάξεως του άρθρου 273 παρ. 2 εδαφ. β' του Κ.Π.Δ., οριζούσης ότι "Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει", θεσπίζεται το δικονομικό δικαίωμα της σιωπής του κατηγορουμένου και της μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικοτέρα έκφανση του υπό του άρθρου 5 του Συντάγματος προστατευομένου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητος, του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που εξασφαλίζει το υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και της θεμελιώδους δικονομικής αρχής που διέπει την ποινική δίκη, ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος αποδείξεως σ' αυτή. Η ισχύς του δικαιώματος αυτού εκτείνεται τόσο στο στάδιο της προδικασίας, όσο και στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας στο ακροατήριο. Η δικονομική έννομη συνέπεια της νομοθετικής καθιερώσεως του άνω δικαιώματος συνίσταται στην υπό του Δικαστηρίου ή του Δικαστικού Συμβουλίου απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως αποδεικτικώς της (ολικής ή μερικής) αρνήσεως του κατηγορουμένου να απαντήσει στην κατηγορία και την στήριξη, κυρίως ή αποκλειστικώς, της ουσιαστικής κρίσεώς του περί υπάρξεως αποδείξεων ή ενδείξεων ενοχής εις μόνη την σιωπή του κατηγορουμένου. Η τυχόν αποδεικτική αξιοποίηση της σιωπής του κατηγορουμένου, ως παραβιάζουσα το ως άνω δικαίωμα, που αφορά την υπεράσπιση αυτού, επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά την διάταξη του άρθρου, 171 αριθμ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 484 παρ. 1 περ. α', αντιστοίχως, του ιδίου κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση διά του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της απολύτου ακυρότητος, διότι το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά παραβίαση του προαναφερομένου δικαιώματος σιωπής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εστήριξε την περί παραπομπής κρίση του στην μερική άρνηση αυτού ενώπιον του Ανακριτού να απαιτήσει στην δια της ποινικής διώξεως αποδοθείσα κατηγορία της κατά συναυτουργία πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από τις αιτιολογίες του προσβαλλομένου βουλεύματος, διά της παραπομπής στην Εισαγγελική πρόταση, το Συμβούλιο Εφετών δεν εστήριξε, κυρίως ή αποκλειστικώς, την κρίση του περί υπάρξεως επαρκών ενδείξεων στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος προς παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη, εις μόνη την άρνηση αυτού να απαντήσει στην κατηγορία, αλλά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, κατά το είδος τους μνημονεύονται σ' αυτό, ήτοι τα έγγραφα, τους μάρτυρες και την απολογία του. Η αναφορά του Εφετείου διά του προσβαλλομένου βουλεύματός του στην άρνηση του αναιρεσείοντος να αναφέρει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα από τα οποία αυτός, όπως ισχυρίσθηκε, έλαβε ορισμένες από τις πλαστές επιταγές, αποτελούσες το υλικό αντικείμενο της κατηγορίας, έγινε ιστορικώς και στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας και αξιολογήσεως της βασιμότητος των (αρνητικών) της κατηγορίας ισχυρισμών του, ότι δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την τέλεση του άνω εγκλήματος. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Π.Κ.) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρος είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτου, που να το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή, επιπροσθέτως δε και τον σκοπό του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 216 Π.Κ., όπως ετροποποιήθη με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3 - 6 - 1999, η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή το ποσό των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία, καθορισθείσα με το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001) και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ή των 15.000 ευρώ, κατά την αυτή ως άνω αντιστοιχία) είναι δε αδιάφορο εάν ο ως άνω εγκληματικός σκοπός του δράστου επετεύχθη ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με τη αύξηση της οικονομικής αξίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρος ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για την θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ ή των 15.000 ευρώ και στην τελευταία περίπτωση ο δράστης να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει σύμφωνα με την διάταξη του εδαφίου στ' του άρθρου 13 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστου για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστου. Διά την κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστου, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της πλαστογραφίας. Εξ' άλλου, από το άρθρο 98 Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς, μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και η κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος. Επί του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας για τον χαρακτηρισμό αυτού ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, συνδυαζομένη και προς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ιδίου κώδικος, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κατά συναυτουργία τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας, απαραίτητος δε όρος της συναυτουργικής δράσεως στο έγκλημα αυτό είναι η γνώση του συναυτουργού της προθέσεως του άλλου να τελέσει την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και η θέλησή του να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μεμονωμένων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο στο βούλευμα ή την απόφαση να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος (ΟλΑΠ 50/1990). Τέλος, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, ιδρύουσα τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικος προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο που το εξέδωσε δεν εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο διά της ασκηθείσης ποινικής διώξεως αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία επείσθη γι' αυτά, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικασθεί για τις πράξεις, για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το Δικαστικό Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή πλήρη και ορισμένο, τα ανωτέρω περιστατικά ή κατά την ανάπτυξη αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε μεταξύ αυτών στην αιτιολογία που τα περιέχει, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 1376/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε μετά της συγκατηγορουμένης του ΓΓ, που δεν άσκησε αναίρεση, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και μη με σκοπό οφέλους, υπερβαίνοντας το ποσό των 15.000 ευρώ με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως. Όπως δε προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, που εξεδόθη επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του ανωτέρω βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία κάνει δικές της σκέψεις και αναφέρεται συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι επί της υποθέσεως αυτής από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία επίπλων και συναφών ειδών, στις 12/9/2002 ενημερώθηκε από το διευθυντή του καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ... ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν προσκομιστεί στο ως άνω κατάστημα δύο επιταγές για έλεγχο της γνησιότητας τους. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 20/9/2002 και 22/10/2002, ποσού 6.221 και 7.221 ευρώ αντίστοιχα, εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", η πρώτη και "ΦΡΑΞΕ Κ.Τ.Ε.", η δεύτερη. Επιπροσθέτως την πρώτη από τις παραπάνω επιταγές φερόταν ότι η εταιρεία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", ως πρώτη οπισθογράφος, είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην ΔΔ, που είναι επιχειρηματίας οικοδομικών υλικών, εκείνη δε, φερόμενη ως δεύτερη οπισθογράφος, στον ΕΕ, ιδιοκτήτη ομοειδούς επιχείρησης. Οι ως άνω επιταγές, όπως κατήγγειλε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων, είναι εξ ολοκλήρου πλαστές, καθόσον φέρουν τον ίδιο αριθμό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε κάποιο από τα στελέχη των επιταγών που του είχαν χορηγηθεί από την Ε.Τ.Ε. Η περί πλαστότητάς τους διαπίστωση ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." όσο και από τις καταθέσεις των λοιπών, φερόμενων ως οπισθογράφων της πρώτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, οι οποίοι επιβεβαιώνουν την πλαστότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που έχουν τεθεί στη θέση των οπισθογράφων της ως άνω επιταγής. Επισημαίνεται ότι ο τελευταίος οπισθογράφος, ΕΕ, δεν ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών υλικών αλλά διατηρεί κατάστημα εμπορίας ειδών γάμου και βάπτισης στην ..., στην αναγραφόμενη στη σχετική σφραγίδα διεύθυνση. Την ανωτέρω επιταγή παρέδωσε στον ΖΖ, νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην ... (...) εταιρείας με την επωνυμία "Ε-5 Ε.Ε.", άτομο το οποίο του συστήθηκε ως ΣΤ, για την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης ενός φορτωτή οικοδομικών υλικών, αγοραστής του οποίου φερόταν ο αδελφός του, τρίτος οπισθογράφος της επιταγής, ΕΕ. Όμως, ο αριθμός Δ.Α.Τ., που φέρεται ότι ανήκει στον ΣΤ και ο οποίος αναγράφεται στο εκδοθέν από την πωλήτρια εταιρεία Δελτίο Αποστολής, αντιστοιχεί σε Δ.Α.Τ. που είχε εκδοθεί επ'ονόματι του ΗΗ και το οποίο ήδη είχε αντικατασταθεί, ο δε κάτοχος του στην κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή διευκρινίζει ότι δεν έδωσε ποτέ σε οποιονδήποτε το ήδη αντικατασταθέν Δ.Α.Τ. ούτε γνωρίζει άτομο με στοιχεία "ΣΤ". Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, κατά την οποία ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ..., την έκδοση και κυκλοφορία των προαναφερθεισών επιταγών, του τηλεφώνησε ο ΘΘκαι τον ενημέρωσε ότι ήταν κομιστής τεσσάρων (4) επιταγών, οι δύο από τις οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", ενώ οι λοιπές φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί σε διαταγή της τελευταίας εταιρείας, η σφραγίδα της οποίας και η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της είχαν τεθεί στη θέση του Α' οπισθογράφου. Επρόκειτο συγκεκριμένα για: α) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσών 7.000 και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στην ..., από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." στις 30/10/2002 η πρώτη και στις 15/12/2002, η δεύτερη, σε διαταγή του ΚΚ, ο οποίος φερόταν ότι τις είχε υπογράψει και είχε θέσει τη σφραγίδα της επιχείρησης εμπορίας τροφίμων που διατηρούσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και β) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 6.500 και 18.000 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία με την επωνυμία "Ε-3 Ο.Ε.", στις 25/11/2002, η πρώτη και στις 30/1/2003, η δεύτερη, σε διαταγή της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία επίσης φερόταν ως πρώτη οπισθογράφος των επιταγών. Οι προαναφερθείσες επιταγές δεν αντιστοιχούν σε κάποια από τα στελέχη των επιταγών που είχαν χορηγηθεί από τις φερόμενες ως πληρώτριες τράπεζες στην εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και στην εταιρεία "Ε-3 Ο.Ε." και συνεπώς είναι πλαστές τόσο οι υπογραφές όσο και οι σφραγίδες που τέθηκαν στη θέση του εκδότη των ως άνω επιταγών. Τις ανωτέρω τέσσερις (4) επιταγές έλαβε στην κατοχή του ο ΘΘ, σε μερική εξόφληση οφειλής, συνολικού ύψους 146.735,14 ευρώ, που είχε προς αυτόν η φυγόδικη κατηγορούμενη ΓΓ (η οποία δεν άσκησε έφεση), όπως η οφειλή αυτή περιγράφεται στο από 26/7/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών. Επίσης, ο ανωτέρω εγκαλών στα πλαίσια της διενεργηθείσας αυτεπάγγελτης προανάκρισης (αρθρ. 243 παρ. 2, 3 ΚΠΔ) επισύναψε αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 11.000 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στη ..., στις 25-11-2002, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια (φερόμενη) ως εκδότρια εταιρεία), δεύτερη την εταιρεία με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." και τρίτο οπισθογράφο τον ΛΛ. Την προαναφερόμενη επιταγή εμφάνισε προς πληρωμή στις 25-11-2002 ο ΜΜ, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότη της με το τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", επιπροσθέτως δε διότι διαπιστώθηκε ότι το σώμα της ως άνω επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από την πληρώτρια Τράπεζα στο δικαιούχο του λογαριασμού επί του οποίου αυτή (επιταγή) εσύρετο. Όπως κατέθεσε ο ΜΜ, η ΓΓ, την οποία αναγνώρισε με βεβαιότητα από προηγούμενες εμπορικές συναλλαγές που είχε μαζί της, του απέστειλε την ανωτέρω επιταγή ως προκαταβολή έναντι το συνολικού τιμήματος αγοράς μιας νταλίκας από την επιχείρηση που ο ίδιος διατηρεί, χωρίς να την έχει οπισθογραφήσει και η ίδια, με αποτέλεσμα τελευταίος οπισθογράφος της να εμφανίζεται ο ΛΛ. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η υπογραφή του ως τρίτου οπισθογράφου είναι πλαστή τον ισχυρισμό του δε αυτόν φαίνεται να αποδέχεται ως αληθή και ο ζημιωθείς ΜΜ, ο οποίος δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του. Περαιτέρω ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη προανάκριση επισύναψε φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 6.480 ευρώ, την οποία φερόταν ότι εξέδωσε στην Αθήνα, στις 30/11/2002, η εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα (ήδη αναιρέσειοντα) Χ, ο οποίος ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "Ε-4 και Σία Ο.Ε.", διαχειριστές της οποίας είναι ο ετεροθαλής αδελφός αυτού (εκκαλούντα-ήδη αναιρεσείοντα), ΞΞ και ο γιος του, ΠΠ, εκείνοι δε με τη σειρά τους την παρέδωσαν στο ΡΡ, σε εξόφληση οφειλής τους από εμπορική αιτία. Η προαναφερόμενη επιταγή εμφανίστηκε για πληρωμή στις 4-12-2002, χωρίς όμως να εισπραχθεί το ποσό της, καθόσον διαπιστώθηκε η πλαστότητά της. Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης οι ΠΠ και ΞΞ επισύναψαν, εκτός από το πρωτότυπο της ανωτέρω αναφερθείσας επιταγής, και άλλες δύο πλαστές επιταγές, τις οποίες είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εταιρεία που εκπροσωπούν, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ και οι οποίες ομοίως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους προς πληρωμή λόγω της αποκάλυψης της πλαστότητάς τους. Συγκεκριμένα πρόκειται για: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 7.200 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 10/1/2003 από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος, ως Α' οπισθογράφος, φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 30/1/2003 από την ΣΣ, που ήταν ιδιοκτήτρια επιχείρησης εμπορίας πολύτιμων λίθων και κοσμημάτων, σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια και δεύτερο οπισθογράφο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ. Ο τελευταίος αρνείται την τέλεση της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που τον βαρύνει, επικαλούμενος στην απολογία του και επαναλαμβάνοντας, στη συνέχεια, ως λόγους προς ευδοκίμηση της κρινόμενης έφεσης του τα εξής επιχειρήματα: (α) ότι η συγκατηγορούμενή του ΓΓ είναι άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο και επομένως είναι αδύνατον να κατάρτισαν από κοινού τις διαλαμβανόμενες στην κατηγορία που του αποδίδεται, ως πλαστές επιταγές. Προς ενίσχυση του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται το γεγονός ότι δεν κατονομάζεται σε καμία μαρτυρική κατάθεση ως εμπλεκόμενος στην κατάρτιση και κυκλοφορία των επιταγών που κυκλοφόρησαν από την ως άνω συγκατηγορούμενή του. (β) Αν και αποδέχεται τη γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις με αριθμού ... και ... επιταγές με πληρώτρια την ΕΤΕ καθώς και στην με αριθμό ... επιταγή με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην κατάρτιση των πιο πάνω επιταγών, επικαλούμενος το γεγονός ότι οι κομιστές τους δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του προκειμένου να εισπράξουν τα αναγραφόμενα σε αυτές χρηματικά ποσά. Ανεπέρειστοι όμως παρίστανται οι ανωτέρω λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του. Και τούτο διότι, αν και αποδέχεται την γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις ανωτέρω τρεις (3) αναφερόμενες επιταγές, στο μεν απολογητικό του υπόμνημα αποσιώπησε την αιτία, συνεπεία της οποίας αυτές περιήλθαν στην κατοχή του και δεν κατέθεσε κανένα παραστατικό έγγραφο σχετικά με αυτήν (αποδεικτικό συναλλαγής ή άλλο). Κατά την απολογία του δε ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε να απαντήσει σε ευθεία ερώτηση του τελευταίου "που βρήκε τις τρεις αυτές επιταγές, δηλαδή ποιος του τις παρέδωσε", επικαλούμενος το δικαίωμα "άρνησης απάντησης" που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 του Κ.Π.Δ., στην έκθεση εφέσεως του, για να αιτιολογήσει την άρνηση του να απαντήσει. Η αιτιολόγηση της άρνησης του αυτής είναι μεν νομικά βάσιμη, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως όχι μόνο δεν εδραιώνει η στάση του αυτή τις αιτιάσεις του σχετικά με τη μη ανεύρεση, κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τόσο του προσώπου σε διαταγή του οποίου φέρονται ότι εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενου ως οπισθογράφου αυτών, με στοιχεία "ΝΝ", όσο και της φερόμενης ως εκδότριας και πρώτης οπισθογράφου της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αλλ'ευθέως οδηγεί στην απίσχναση και κατάλυση τους. Περαιτέρω το γεγονός ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, πλην της τελευταίας (10ης στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος) φέρουν πλαστή σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (όπως και η υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., την 30/1/2003, από την ως άνω εταιρεία, σε διαταγή της ίδιας, για την επί μέρους πράξη πλαστογραφίας της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Χ, λόγω εκκρεμοδικίας, καθόσον για την ίδια πράξη έχει ήδη παραπεμφθεί ούτος να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση), αποτελεί το κοινό συνδετικό στοιχείο μεταξύ των ως άνω επιταγών, το οποίο αποτελεί και την αξιόπιστη αιτιακή συνθήκη για την εδραίωση της άποψης ότι από κοινού (κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο) ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ μαζί με την συγκατηγορούμενή του ΓΓ, η οποία δεν άσκησε έφεση, προέβησαν στην κατάρτιση των επίδικων επιταγών, ακολούθως δε ο καθένας τους διαδοχικά έκανε χρήση, θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία, προκειμένου να εξοφλήσουν οικονομικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ετεροθαλής αδελφός του ΞΞ και ο ανεψιός του ΠΠ δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του για τις τρεις πλαστές επιταγές που τους μεταβίβασε με οπισθογράφηση ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων (προφανώς λόγω της συγγενικής τους σχέσης), ουδόλως αμβλύνει την προδιαγραφόμενη ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του ε κ καλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία δεν μετριάζεται και πολύ περισσότερο δεν καταλύεται από το ποινικά ανεπίληπτο, όπως διατείνεται, παρελθόν του. Άλλωστε και οι δύο κατέθεσαν ότι έχουν υποστεί και μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τις πράξεις του, μάλιστα δε ο ΠΠ ισχυρίζεται ότι "αυτόν προσωπικά τον έχει καταστρέψει οικονομικά αφού του έχει δώσει ακάλυπτες επιταγές δεκάδων χιλιάδων ευρώ για εμπορεύματα που του έδωσε" (βλ. την από 11/10/2007 κατάθεση του στον Ανακριτή). Εξάλλου, από την ανωτέρω περιγραφόμενη εξακολουθητική εγκληματική συμπεριφορά του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν στο πρόσωπο του οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 216 παρ. 3 εδάφ. β' Π.Κ., που προσδίδουν στο έγκλημα της πλαστογραφίας κακουργηματική μορφή. Ειδικότερα επέδειξε οργανωμένη και επανειλημμένη εγκληματική δράση, την οποία σχεδίασε επιμελώς (με την προαναφερθείσα συγκατηγορουμένη του), χρησιμοποιώντας για την κατάρτιση των ως άνω επιταγών που διαλαμβάνονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος πλαστές σφραγίδες διαφόρων επιχειρηματιών, εν αγνοία των τελευταίων, έχοντας την βεβαιότητα ότι τα πρόσωπα στα οποία τις μεταβίβαζαν, προερχόμενα συνήθως από το φιλικό και συγγενικό τους περιβάλλον, δεν θα ήλεγχαν την γνησιότητα τους, λόγω εμπιστοσύνης, το δε παράνορο περιουσιακό όφελος που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος και άλλων φερόμενων ως εκδοτών και οττισθογράφων των ανωτέρω επιταγών, κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος έδρασε ούτος (εκκαλών-ήδη αναιρεσείων) και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη, κατά τα προεκτεθέντα τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού (πλαστογραφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ζ' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη. ". Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού εδέχθη ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για στήριξη της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη της κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία και μη πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό παρανόμου οφέλους υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ και την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεώς της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία είχε παραπεμφθεί με το προμνημονευθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την έφεσή του κατά του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ως άνω απαιτουμένη αιτιολογία, αφού αφ' ενός μεν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα αξιοποίνου πράξεως της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και μη σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ.), για την οποία αυτός παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε και έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την ως άνω παραπομπή του αναιρεσείοντος, αφ' ετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 3, 27, 45 και 13 εδαφ. στ' του Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου δεν παραβίασε. Ειδικότερα, ως προς την κατ' εξακολούθηση πλαστογραφία μετά χρήσεως για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων από κοινού μετά της συγκατηγορουμένης του ΓΓ το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διά του προσβαλλομένου βουλεύματός του εδέχθη ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατήρτισαν τις τραπεζικές επιταγές, όπως αυτές ως προς τα επί μέρους στοιχεία των (τόπος, χρόνος εκδόσεως, πληρώτρια τράπεζα, ποσό πληρωμής) εξειδικεύονται στο σκεπτικό, διά της συμπληρώσεως των κενών σημείων τους και τη θέση των υπογραφών και των οικείων σφραγίδων στη θέση του εκδότου και του οπισθογράφου, κατά τα αναλυτικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την κάθε μία από τις πλαστές επιταγές αναφερόμενα. Επίσης, προσδιορίζεται η μορφή της συμμετοχικής δράσεως του αναιρεσείοντος διά της σαφούς αναφοράς στο στοιχείο του κοινού δόλου, ήτοι της συναποφάσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων προς τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας εξακολουθητικώς διά της εξ' υπαρχής καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, ήτοι των άνω τραπεζικών επιταγών, προς τον σκοπό της προς τρίτους μεταβιβάσεώς των δι' οπισθογραφήσεως και πορισμού εντεύθεν περιουσιακού οφέλους, υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ. Αναφέρεται περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα η από κοινού χρήση των πλαστών επιταγών. Δεν ήταν δε απαραίτητο διά την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύονται σ' αυτό και οι επί μέρους υλικές ενέργειες των κατηγορουμένων στα πλαίσια της συναποφάσεώς των στις οποίες έκαστος εξ' αυτών, ως συναυτουργός, προέβη διά την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που περιέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως και κατά τα μέρη αυτών διά των οποίων πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα δι' αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του Κ.Π.Δ., ήτοι δι' έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμες. Οι λοιπές στους ίδιους λόγους αναιρέσεως περιεχόμενες αιτιάσεις ότι κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων αυτού κρίση, είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία όλων των προεκτεθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 Κ.Π.Δ. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αίτημα του αναιρεσείοντος προς αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Δικαστικού Συμβουλίου διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναιρέσεως που επικαλείται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7/19.1.2009 αίτηση αναιρέσεως Χ προς αναίρεση του υπ' αριθμ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή