Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 103 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση κακουργηματική από εντολοδόχο δικηγόρο για κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης τελεσθείσα πριν από την ισχύ του Ν. 2406/1996 που τροποποίησε το άρθρο 375 παρ. 2. Εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης πριν από την τροποποίησή της. Απορρίπτει ως αβάσιμο λόγο αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, και ως απαράδεκτους τους αναγόμενους σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα η μη αναβολή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης στο ακροατήριο της πολιτικώς ενάγουσας.




Αριθμός 103/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 2550/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 636/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση ετιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, στις 4-6-1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στον δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Η νεότερη αυτή διάταξη που ορίζει για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως, ότι το αντικείμενο αυτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι στο πρόσωπο του δράστη πρέπει να υπάρχει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στο σημείο αυτό, στην οποία η απαρίθμηση είναι ενδεικτική. Έτσι η νεότερη αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως, που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός τους χαρακτήρας, με τη συνδρομή του αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αξιώνει και το επί πλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν ιδρύουν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναίρεσης υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, πρώην δικηγόρος Αθηνών, ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της μηνύτριας Ψ. Με την ιδιότητά του αυτή, μετέβη μαζί με τη μηνύτρια στο συμβολαιογραφείο του συμβολαιογράφου Περιστερίου Δημητρίου Καρανταλή, ενώπιον του οποίου συντάχθηκε το ..... συμβόλαιο, με το οποίο η μηνύτρια πώλησε στον Α το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο διαμέρισμα. Το πραγματικό τίμημα που εισέπραξε ανερχόταν σε 7.400.000 δραχμές, καταβλήθηκε δε σε μετρητά και επιταγές. Η μηνύτρια είχε ήδη συμφωνήσει να αγοράσει από τον Β, αντί ποσού 7.700.000 δραχμών, άλλο διαμέρισμα στην ..... και το τίμημα θα καταβαλλόταν με το ως άνω ποσό των 7.400.000 δραχμών που εισέπραξε από την πώληση του δικού της διαμερίσματος. Έτσι, στις 9.4.1993, το ποσό των 7.400.000 δρχ., το παρέδωσε στον κατηγορούμενο δικηγόρο της με την εντολή να το παραδώσει στον ως άνω Β μετά από λίγες ημέρες, όταν θα τους ειδοποιούσε ο τελευταίος για την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Φωτόπουλου. Ακόμη του παρέδωσε και ποσό 100.000 δραχμών, με την εντολή να το παραδώσει στην Γ. Η μηνύτρια παρέδωσε τα ποσά αυτά στον κατηγορούμενο, γιατί του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω της μακράς γνωριμίας και χειρισμού πολλών κατά καιρούς υποθέσεών της. Όμως η κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου του Β καθυστερούσε από λόγους, που αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Εξαιτίας αυτού, η κατηγορουμένη ανέθεσε στον δικηγόρο Δ την υπόθεση της αγοράς του ακινήτου. Στις 15-4-1993 ο κατηγορούμενος στο γραφείο του δήλωσε για πρώτη φορά στη μηνύτρια ότι δεν μπορεί να της επιστρέψει τα χρήματα, γιατί τα έχει δανείσει σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν του επέστρεψε το δάνειο. Της δήλωσε δε εγγράφως ότι είχε λάβει από την ίδια το ποσό αυτό ως δάνειο και θα το επιστρέψει [9.300.000] στις 18-8-1993. Η μηνύτρια αρνήθηκε ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση δανείου και τον καλούσε, με την από 20-5-1993 εξώδικη πρόσκληση, να της επιστρέψει το ποσό μέχρι 31-5-1993. Όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατέβαλε το ποσό αυτό στη μηνύτρια μέχρι και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, μετά όμως την έκδοση αυτής τα κατέβαλε για λογαριασμό του, η κόρη του, Ε, που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το ως άνω ποσό το δάνεισε ο κατηγορούμενος, κατ' εντολή της μηνύτριας σε τρίτο πρόσωπο, άλλωστε η μηνύτρια είχε αρνηθεί την κατάρτιση συμβάσεως δανείου. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει του ότι α) η παθούσα εμπιστεύτηκε στον κατηγορούμενο το παραπάνω χρηματικό ποσό λόγω της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπό του, αφού ήταν επί πολλά έτη δικηγόρος της, β) το ποσό αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γ) του εμπιστεύτηκε το ποσό αυτό με την εντολή να το παραδώσει, κατά τα προαναφερόμενα, στον Β και δ) αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα το εν λόγω ποσό κατά κατάχρηση της ως άνω ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως, που του αποδίδεται, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κακουργηματικής υπεξαίρεσης με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω οδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 κα, 2 του Π.Κ, όπως η τελευταία, ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως και σαφώς αιτιολογείται στην προσβαλλομένη α) η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου, με την παραδοχή ότι η μηνύτρια παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 7.400.000 δρχ., το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την εντολή να το παραδώσει στον Β, και β) η κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης της μηνύτριας προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου με την παραδοχή ότι αυτός ήταν επί πολλά χρόνια δικηγόρος της. Για την αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσε η στο προοίμιο του σκεπτικού αναφορά ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίση, έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται αξιολόγηση καθενός από αυτά, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει και αξιολογήσει την μη εμφάνιση της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο. Επιπλέον, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο προς τούτο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολόγησε την απόρριψη απ' αυτό του αρνητικού ισχυρισμού που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι το ως άνω ποσό το έδωσε η μηνύτρια ως δάνειο. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το β' σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται κατ' εκτίμηση αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η φερόμενη ως τελεσθείσα από αυτόν αξιόποινη πράξη, ενόψει του χρόνου τέλεσής της (το έτος 1993) φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού κατά τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές κατά τον ως άνω χρόνο συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τόσο η ιδιότητά του ως εντολοδόχου όσο και το στοιχείο της κατάχρησης απ' αυτόν της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που του επέδειξε η μηνύτρια. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ, Ε και Η πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβασης εξουσίας, αντίστοιχα, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη στην περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Απορριπτέος επίσης, ως αβάσιμος, είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' τέταρτος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν ανέβαλε αυτεπαγγέλτως την εκδίκαση της έφεσης του κατηγορουμένου, προκειμένου να εμφανισθεί στο ακροατήριό του η πολιτικώς ενάγουσα, ή σε περίπτωση θανάτου της οι κληρονόμοι αυτής, αφού από καμμία διάταξη του ΚΠΔ ή άλλου νόμου δεν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης και το δικαστήριο δεν απήντησε επ' αυτού. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ πέμπτος λόγος αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω πλήρους αοριστίας και ασάφειάς του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιό δικαίωμα, που να παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, ζήτησε ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο συνήγορός του ν' ασκήσει και το Εφετείο του το αρνήθηκε.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.12.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2550/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή