Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1499 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και απόρριψη λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων με την αιτιολογία ότι δεν είναι δυνατή η χωριστή καταβολή εκάστου τούτων. β) για απόλυτη ακυρότητα με την αιτιολογία ότι εξετάσθηκε μάρτυρας που δεν είχε κλητευθεί αν και εναντιώθηκε στην εξέτασή του ο κατηγορούμενος, εφόσον δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον του για την εναντίωσή του γ) για απόλυτη ακυρότητα λόγων κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Απορρίπτει.




Αριθμός 1499/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 73082/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 594/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, που ορίζει ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 Ευρώ, προκύπτει ότι α) το όριο των 2.000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσόν των κατά περίπτωση εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο των 2.000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 2.000 ευρώ και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση της σε ισχύ, στις 17-6-2005 και δ) το συνολικό ποσόν της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής. Από τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, που κυρώθηκε με την 55575/1479 από 18/11/1965/7.12.1965 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 816/1965) και με το οποίο καθορίζονται τα περί καταβολής εισφορών δι' ενσήμων η οποία ορίζει ότι "η ασφαλιστική εισφορά είναι ενιαία", μη δυναμένου του εργοδότου να καταβάλει ιδιαιτέρως το προερχόμενο εκ της εργοδοτικής εισφοράς ή εισφοράς του ησφαλισμένου τμήμα αυτής, σαφώς συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η καταβολή δι' ενσήμων από τον εργοδότη τμήματος της εργοδοτικής ή εισφοράς του εργαζομένου, και όχι ότι δεν είναι δυνατή η χωριστή καταβολή εισφορών δι' ενσήμων ολοκλήρου του ποσού της εργοδοτικής εισφοράς από την καταβολή ολοκλήρου του ποσού της εισφοράς του ασφαλισμένου. Αντίθετη ερμηνεία, εκτός του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, θα προσέκρουε και στις μη παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις με τις οποίες τιμωρούνται δύο ξεχωριστές παραβατικές συμπεριφορές του εργοδότη. Η απαιτουμένη κατά τις διατάξεις των αρθρ. 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ'άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία απεδείχθησαν τα περιστατικά αυτά και ο νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφηρμόσθησαν. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίσιν του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Αυτόφωτο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 73082/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, που διατηρούσε συνεργείο καθαρισμού καθαριότητας στην ..., είχε συστήσει για το λόγο αυτό εταιρία με την επωνυμία "ΠΟΛΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ EΠΕ" της οποίας ήταν διαχειριστής και δεν κατέβαλε με την ιδιότητά του αυτή στον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ τις εισφορές για τους (7) μισθωτούς εργαζόμενους σ'αυτή, όπως όφειλε για την ασφάλισή τους για το χρονικό διάστημα από 4/1999, Δώρο Πάσχα 1999 και επίδομα αδείας 1999 μέχρι 3/2000, Δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000 μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο παρείχαν την εργασία τους. Ειδικότερα δεν κατέβαλε στον πιο πάνω ασφαλιστικό φορέα τις εισφορές που βάρυναν (εργοδοτικές) την πιο πάνω εταιρία, ύψους 2820 ευρώ καθώς και τις παρακρατηθείσες εισφορές (εργατικές) με σκοπό να τις αποδώσει στο ΙΚΑ ύψους 1410 ευρώ και για το λόγο αυτό εκδόθηκε η 66684 ΠΕΕ της οποίας έχει λάβει γνώση. Αναφορικά με την υποχρέωση απόδοσης από τον κατηγορούμενο των εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ ύψους 1410 ευρώ δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή διάταξη του αρθρ. 1 του αν 86/67 (άρθρο 33 του ν. 3346/05) και επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 4/1999, Δώρο Πάσχα 1999 και ΕΑ 1999 μέχρι και το 10/1959 και EA 1999 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας από την υποχρέωση καταβολής των (εργοδοτικών) εισφορών, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία από το προσωπικό. Επομένως πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το πιο πάνω διάστημα. Για το υπόλοιπο όμως χρονικό διάστημα, δηλ. από 11/1999 μέχρι 3/2000, Δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000 το οφειλόμενο ποσό των (εργοδοτικών) εισφορών στο ΙΚΑ ανέρχεται σε 900 ευρώ. Επομένως για το χρονικό διάστημα αυτό πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται για τη μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών ύψους 900 ευρώ με το ελαφρυντικό ότι στην πράξη ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (αρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ). Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, 31, 33 του Ν. 3346/2005, 14 § 6 και 16 § 1 και 2 της 55575/1429 απόφασης του Υπουργού Εργασίας τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα το Τριμελές Πλημ/κείο α) ορθά ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις του Α.Ν. 86/1967 αλλά και του άρθρου 14 § 6 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών αν και αθώωσε τον κατηγορούμενο κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005 της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της μη καταβολής εργατικών εισφορών για το ίδιο χρονικό διάστημα, β) στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, με πληρότητα και σαφήνεια προσδιορίζεται και αξιολογείται το ύψος των εργοδοτικών εισφορών, για το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο, ανερχόμενο στο ποσό των 900 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 4/1999 μέχρι 3/2000 που αφορά δώρο Χριστουγέννων 1999 και επίδομα αδείας 2000, το οποίο και δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, η στο διατακτικό δε αναγραφή του ποσού των 1.800 ευρώ αντί του ορθού 900 ευρώ, οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ και Ε' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου σχετικό λόγο αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις των αντιφατικών παραδοχών μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και της εσφαλμένης ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. II. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326 παρ.1 εδ. γ', 353 παρ.1 και 502 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί, υστέρα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, την μαρτυρία των οποίων θεωρεί αναγκαία, αν είναι παρόντες και αν ακόμη δεν κλητεύθηκαν ή τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν και ασχέτως αν εξετάσθηκαν ή μη κατά την πρωτόδικη δίκη ή την προδικασία και ναι μεν εάν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ). Προϋπόθεση όμως για να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα από την εξέταση του μη κλητευθέντος μάρτυρα παρά τη εναντίωση του κατηγορουμένου είναι η απ' αυτόν επίκληση λόγου, ο οποίος κατ' αντικειμενική κρίση να δικαιολογεί την εναντίωσή του αυτή, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός να προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε υπόψη του το Δικαστήριο που επέτρεψε την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εκφώνηση από τον Πρόεδρο των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας που είχαν κλητευθεί από τον Εισαγγελέα, βρέθηκε απών ο κλητευθείς μάρτυρας ... και αντ' αυτού εμφανίσθηκε ο ..., υπάλληλος του ΙΚΑ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου προέβαλε ένσταση κατά της εξετάσεως του εμφανιζομένου μάρτυρα δηλώνοντας ότι πρέπει να καταθέσει αυτός που έχει κλητευθεί. Στην παραπάνω ένσταση του συνηγόρου του κατηγορουμένου χωρίς επίκληση λόγου που να δικαιολογεί την εναντίωσή του στην εξέταση του μη κλητευθέντος ως άνω μάρτυρα, δεν είχε, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη υποχρέωση ν'απαντήσει το δικαστήριο πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Εν όψει ιδιαίτερα και της φύσεως της αξιόποινης πράξης για την οποία η κατηγορία, για την απόδειξη της οποίας η κατάθεση οιουδήποτε αρμόδιου υπαλλήλου του ΙΚΑ, θα βασανιζόταν στα τηρούμενα από την αρμόδια Υπηρεσία του ΙΚΑ έγγραφα στοιχεία και αυτό ανεξάρτητα του ότι όπως προκύπτει από την 2415/9-1-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών υπήρχε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα κατηγορίας (...), ο οποίος αρκέσθηκε απλώς να καταθέσει ότι "ο κατηγορούμενος οφείλει όλο το ποσό για το οποίο κατηγορείται" και δεν παρέχει οποιαδήποτε έρεισμα που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου να καταθέσει αυτός και πάλι αντί εμφανισθέντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου άλλου αρμόδιου υπαλλήλου του ΙΚΑ.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 § 2 και 333 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση παραλείψει κάποια από τα καθήκοντα που του επιβάλλει ο νόμος, όπως μεταξύ άλλων το να δώσει στους διαδίκους ή τους συνηγόρους του τον λόγο για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις και ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά τον νόμο απόρριψη αυτής υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ. Β του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη πρακτικά, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του προσέφυγαν στο Δικαστήριο και τούτο αρνήθηκε ν'αποφανθεί ή απέρριψε το ως άνω αίτημα να μη εξεταστεί ο μάρτυρας κατηγορίας Δημήτριος Γκεσούλης. Και τούτο ανεξάρτητα του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, η προβληθείσα εναντίωση στην εξέταση του εν λόγω μάρτυρα δεν ήταν νόμιμη ώστε να δημιουργείται υποχρέωση του Δικαστηρίου ν'απαντήσει επ' αυτής. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Β' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ και 5 παρ. 1 περ. Α εδ. Δ και παρ. 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... .
Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ... 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ... δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη της συνθέσεως. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Τέλος κατά την παράγρ. 10 του άρθρου αυτού, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, διότι αναγράφεται στη σύνθεση του Δικαστηρίου ότι συμμετείχε σ'αυτήν ο Δικαστικός Πάρεδρος Αντώνιος Αραπαστάθης επειδή κωλύονται οι τακτικοί Δικαστές του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς ν' αναφέρεται o λόγος του κωλύματος του τακτικού Δικαστή και πότε προέκυψε, ούτε η πράξη του Προέδρου της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ορίστηκε ως δικαστής στη συγκεκριμένη σύνθεση ο εν λόγω Δικαστικός Πάρεδρος ή γιατί προκρίθηκε ο συγκεκριμένος να διοριστεί ως τρίτο μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου (και όχι άλλος Δικαστικός Πάρεδρος ή Ειρηνοδίκης της περιφέρειας του ίδιου Πρωτοδικείου), εάν η επιλογή του ήταν προϊόν κλήρωσης ή αυθαίρετης επιλογής εκ μέρους του κου Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ποιο ήταν το κώλυμα όλων των άλλων Πλημμελειοδικών του ίδιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, στο Πρωτοδικείο Αθηνών οι δικαστές της συνθέσεως ποινικών υποθέσεων ορίζονται με κλήρωση όπως με κλήρωση ορίζονται και οι δικαστικοί Πάρεδροι ως αριστερά μέλη της συνθέσεως και επομένως ως εκ της παραπάνω υποχρεωτικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν απαιτείται στην οικεία στήλη των πρακτικών ν' αναγράφεται ότι η σύνθεση του δικαστηρίου έγινε κατόπιν κληρώσεως, και τούτο ανεξάρτητα του ότι για την αναπλήρωση πρωτόδικης από δικαστικό πάρεδρο δεν απαιτείται πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων των παρέδρων και των πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ. 8 του Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 3 Ν. 1968/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16α αριθμ. 9 γ του Ν. 2479/1997. Η στην οικεία δε στήλη των πρακτικών κάτω από το ονοματεπώνυμο του ως άνω παρέδρου ως αριστερού μέλους της συνθέσεως και με έντυπους τύπους εντός παρενθέσεως δίπλα στην ιδιότητα αυτού της φράσεως "επειδή οι λοιποί Τακτικοί (Δικαστές) κωλύονται", οφείλεται στην χρησιμοποίηση παλαιοτέρου εντύπου, πριν από τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1 περ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αφού όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οποιαδήποτε ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, τυχόν δε υπάρχουσα έχει καλυφθεί σύμφωνα με την παραπάνω ρητή διάταξη του άρθρου 17 § 10 του Νόμου 1756/1988.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/3/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 73082/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή