Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1169 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια - Στοιχεία. Απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 €. Έννοια - Στοιχεία. Πότε περιέχει το βούλευμα πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (484 § 1β ΚΠΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ πλαγίου παράβαση - Πότε (άρθρ. 484 § 1β ΚΠΔ). Παραπομπή για τα ανωτέρω εγκλήματα των αναιρεσειόντων. Απόρριψη εφέσεων. Δύο πανομοιότυπες αιτήσεις αναιρέσεως. Αβάσιμοι λόγοι έλλειψης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1169/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένω: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3 και Χ4. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οιο αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1476/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμμου Λεκκού, με αριθμό 38/26-1-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ2 και β) Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ'αριθμ. 2305/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν α) διά πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και β) δι' απάτη κατ' εξακολούθηση, από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλουν δε αυτοί, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το Συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά (βλ. ΑΠ 1242/2005). Η αιτιολογία δε αυτή απαιτείται και διά τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχεται το δικαστικό συμβούλιο ότι συντρέχουν και, επομένως, ως προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφία και απάτη πρέπει να παρατίθενται και πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση αυτών (ΑΠ 85/2002). Επίσης, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και διά την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή ισχυρισμών οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, στην άρση ή μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προβληθή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την ανωτέρω έννοια και, δι' αυτό, το συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήση ειδικώς την απόρριψή του (βλ. ΑΠ 1340/2008), ενώ αιτιολογία διά τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται, από τα πράγματα, στην κυρία αιτιολογία του βουλεύματος, περί παραπομπής στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 346/2006). Εξ άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Τέλος, διά να είναι ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός ο αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παρεβιάσθη, καθώς και εις τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της από την προσβαλλομένη απόφαση ή βούλευμα (βλ. ΑΠ 406/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ δραστηριοποιείται στο χώρο των καλλυντικών και της κομμωτικής. Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το θέρος του έτους 2003, συνεργάστηκε με τους αδελφούς Χ2 και Χ1, οι οποίοι του προμήθευαν εμπορεύματα, για τις ανάγκες λειτουργίας των επιχειρήσεων του, ενώ η συνεργασία τους διακόπηκε, χωρίς να υφίστανται οικονομικές εκκρεμότητες, όταν αμφισβητήθηκε η φερεγγυότητα των τελευταίων. Ο εγκαλών τον Οκτώβριο του έτους 2003, έλαβε γνώση ότι ενέχεται ως οπισθογράφος σε πλήθος επιταγών, χωρίς όμως εν τοις πράγμασι να έχει αναλάβει καμία υποχρέωση διά αυτών. Διαπίστωσε ότι στις κάτωθι αναφερόμενες επιταγές είχε τεθεί εν αγνοία του κατ' απομίμηση η υπογραφή του, ως οπισθογράφου. Όταν του κοινοποιήθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που εκδόθηκαν με βάσει τίτλους αξιόγραφων και δη επιταγών, στις οποίες δεν είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του, θορυβήθηκε και ευθύς αμέσως υπέβαλε αρμοδίως εγκλήσεις, άσκησε ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής και ενημέρωσε εγγράφως σχετικώς τις τράπεζες. Από την έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), μετά τη λήξη της επαγγελματικής συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία του, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αλλά και της αναγκαιότητας να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της χρηματοδότησής τους από τράπεζες, ήλθαν σε επαφή αφενός μεν με τον Χ3 που διοικούσε ουσιαστικά την εταιρεία με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", αφετέρου δε με τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET AE" και συναποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του εγκαλούντα Ψ, πλαστογραφώντας σε επιταγές την υπογραφή του και εμφανίζοντας τον εν αγνοία του ως οπισθογράφο, έτσι ώστε να μπορούν να διοχετεύουν κυκλοφορώντας τις νοθευμένες επιταγές, στις οποίες θα ενέχονταν και ο τελευταίος. Η επιλογή του προσώπου του εγκαλούντα έλαβε χώρα λόγω της πιστοληπτικής του ικανότητας, προκειμένου οι άνω να καταστήσουν τα αξιόγραφα περισσότερο αξιόπιστα απέναντι σε τρίτους και να μπορούν αυτοί με απατηλό τρόπο να χρηματοδοτούνται άμεσα από τις τράπεζες στις οποίες θα μεταβίβαζαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως αξίες ληφθείσες σε ενέχυρο, προεισπράττοντας και ενθυλακώνοντας παράνομα την αξία τους και μάλιστα γνωρίζοντας ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρωθούν κατά την εμφάνιση τους. Έτσι η κοινή εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων (Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1), που διέβλεπαν στο άμεσο και παράνομο κέρδος εκδηλώθηκε ως εξής: 1) Την 3/10/2003 επί του στελέχους, της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 24.394,40 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του, αναγράφοντας και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος την 3/10/2003. Προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 1/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 2) Την 21/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 9.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... 20 ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων, την 21/1/2004 ο Χ1 οπισθογράφησε την επιταγή μεταβιβάζοντας τη στον Χ2, ο οποίος την 21/1/2004 την οπισθογράφησε ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και προεισέπραξε το ποσό που αυτή ενσωμάτωνε, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 30/7/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 3) Την 16/9/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.531,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα 28.2.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ EMΠΟΡΙKH ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτή από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του και τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία την 16/9/2003 ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET AE αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία σε ενέχυρο στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ". Προεισέπραξε την αξία της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/3/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 4) Την 30/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.600 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 30/10/2003 η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση και των τεσσάρων προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ ο οποίος εισέπραξε το ποσό που ενσωμάτωνε η επιταγή, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 5) Την 21/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.789 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και την 21/10/2003 μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 6) Την 13/10/2003 επί της οπίσθιας όψης της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 16.000 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.4.2004", ως λήπτη τον ΑΑ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 13/10/2003, η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/5/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 7) Την 22/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.650 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.6.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν εν αγνοία του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/7/2004, δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 8) Την 20/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.200 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς την έγκριση του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 3/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 9) Την 4/4/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 8.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 31.7.2004", εκδόσεως του ΒΒ και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε ο τελευταίος στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποίησε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προδιαλαμβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, που προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη. 10) Την 30/7/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.842,20 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", ως λήπτη τον ΓΓ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA BANK, επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ..." , που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των ανωτέρω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην τράπεζα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 4/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Επιπροσθέτως οι εκ των κατηγορουμένων Χ4, Χ1 και Χ2 την 18/11/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 6.123,30 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Σπάτα 15.4.2004", ως λήπτη τον Ψ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET AE", που εκπροσωπούσε ο Χ4 και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία εταιρεία στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν ως λήπτη τον εγκαλούντα και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των τριών προδιαλαβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 15/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μετά από συναπόφαση με τον μη ασκήσαντα έφεση συγκατηγορούμενο τους Χ3 ενήργησαν συστηματικά, κατανέμοντας μεταξύ τους ρόλους, που εναλλάσσονταν κάθε φορά, όσον αφορά τον εκάστοτε παρουσιαζόμενο στις άνω Τράπεζες (για να καταθέσει τις μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου, έτσι ώστε να προεισπράξει την αξία τους, για λογαριασμό όμως και των τεσσάρων κατηγορουμένων) κατά φαινόμενο νόμιμο κομιστή των νοθευμένων (κατά την προσθήκη ως οπισθογράφου της υπογραφής του εν αγνοία τελούντος εγκαλούντα) επιταγών, που υλοποιούσε το εγκληματικό σχέδιο που εξύφαναν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Γνωρίζοντας ότι οι προαναφερόμενες νοθευμένες επιταγές δεν θα πληρωθούν, οι τέσσερις προδιαλαμβανόμενοι κατηγορούμενοι τις κυκλοφορούσαν, μεταβιβάζοντας αυτές σε Τράπεζες λόγω ενεχύρου, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι φέρουν γνήσιες υπογραφές του εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος έχει αναλάβει ως οπισθογράφος την πληρωμή αυτών. Η εκδηλωθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συναρτάται άμεσα με το σκοπό των κατηγορουμένων να τύχουν χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (πριν τη λήξη των επιταγών) και χωρίς δικαίωμα να ενθυλακώσουν προς το δικό τους όφελος τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας ταυτοχρόνως τον εγκαλούντα και καθιστώντας αυτόν υπόχρεο καταβολής των χρηματικών ποσών των επιταγών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων είχαν ως αποτέλεσμα οι υπάλληλοι των ανωτέρω καταστημάτων των Τραπεζών, στις οποίες μεταβιβάζονταν οι νοθευμένες επιταγές, αφενός μεν να παραπλανηθούν ως προς το ότι δήθεν η υπογραφή του φερέγγυου εγκαλούντα στη θέση του οπισθογράφου σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες επιταγές ήταν γνήσια και ότι αυτός δήθεν ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής αυτών, αφετέρου δε να πειστούν να δεχθούν τις μεταχρονολογημένες επιταγές χρηματοδοτώντας παράλληλα την επιχείρηση του εκάστοτε κατηγορουμένου δήθεν νόμιμου κομιστή των επιταγών. Αν δε οι υπάλληλοι των προαναφερομένων τραπεζών, που ενέκριναν κάθε μία χρηματοδότηση, γνώριζαν ότι στις προαναφερόμενες επιταγές η υπογραφή του εγκαλούντα δεν ήταν γνήσια και ότι αυτός δεν είχε αναλάβει ως οπισθογράφος την υποχρέωση πληρωμής αυτών, δεν θα ενέκριναν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, που ουσιαστικά σήμαινε την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού κάθε επιταγής από τους πιο πάνω κατηγορούμενους, που το διαμοίραζαν μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι ζημίωσαν την περιουσία του εγκαλούντα, καθώς τον κατέστησαν εν αγνοία του οπισθογράφο στις προδιαλαμβανόμενες επιταγές και ταυτόχρονα υπόχρεο καταβολής του ποσού κάθε μίας επιταγής, το οποίο ο εγκαλών διατάχθηκε να καταβάλει, με την έκδοση αντιστοίχων διαταγών πληρωμής. Επιπροσθέτως ωφελήθηκαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι κατά το αντίστοιχο ποσό (της συνολικής αξίας των επιταγών) το οποίο παρανόμως καρπώθηκαν. Οι κατηγορούμενοι (Χ3, Χ4, Χ1 και Χ2) συνέπραξαν και προέβησαν στις παραπάνω πράξεις τους με συγκλίνουσες ενέργειες προς πραγματοποίηση παράνομου κέρδους. Δημιούργησαν μαζί και διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάλληλη παραπλανητική υποδομή, δρούσαν έχοντας ροπή προς το έγκλημα, μεθοδευμένα δε και κατ' επανάληψη προέβησαν στις ως άνω, παρομοίου αντικειμένου, απατηλές και ζημιογόνες συμπεριφορές. Λαμβανομένων υπόψη του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, της οργανωμένης διαμόρφωσης, της μεθοδικότητας και συστηματικής διατήρησης του μηχανισμού εξαπάτησης των τραπεζών διά της μεταβίβασης νοθευμένων επιταγών (με την προσθήκη επί αυτών του ονόματος και της υπογραφής του εγκαλούντος ως οπισθογράφου και ενεχομένου εν αγνοία του στην πληρωμή των προαναφερομένων επιταγών), την επανάληψη των πράξεων τους και την έκταση της ζημίας που προκάλεσαν, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δρούσαν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα αποκτήσει ροπή προς τέλεση παρομοίων πράξεων, ενώ ο Χ3, απέβλεπε εξ αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 166.004,80 €, οι δε κατηγορούμενοι Χ4, Χ1 και Χ2 απέβλεπαν εξ' αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 172.128,1 €. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις κατά των αναιρεσειόντων, διά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτών, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται σε ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, προβληθέντες με τις εφέσεις αυτών, είναι αβάσιμη, αφού εκ της επισκοπήσεως των εν λόγω εφέσεων δεν προκύπτει ότι αυτοί προέβαλαν αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την προεκτιθεμένη έννοια και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δε Συμβούλιο δεν υπεχρεούτο να αιτιολογήση ειδικώς την απόρριψη μη αυτοτελών, αλλ' απλώς υπερασπιστικών, ισχυρισμών. Περαιτέρω, ο περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, αφού δεν εκτίθεται εις τί συνίσταται η εν λόγω εσφαλμένη εφαρμογή, ενώ και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθούν οι από 15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ2 και β) Χ1, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1485/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 30 Νοεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι 190 και 191/15-10-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 1435/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 2305/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες και άλλα δύο άτομα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων, από κοινού, κατ εξακολούθηση και κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από υπαιτίους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 15.000 €, βλάπτοντας τρίτον (άρθρα 13 στ, 45, 98, παρ. 1, 2, 216 παρ. 1 και 3 β ΠΚ) και της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45, 98, παρ.1, 2 και 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' και β' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 1 παρ. 7 α του Ν. 2408/4.6.1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 2 α Ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €). Με την αυτή ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 €. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, ή τέλεση της πράξεως κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό ποσό του οφέλους ή της ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠΟλ3/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) €.
Συνεπώς, σε περίπτωση τελέσεως της πράξεως κατ εξακολούθηση, για να προσλάβει αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, το συνολικό ποσό των μερικότερων περιουσιακών διαθέσεων πρέπει να υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό των 15.000 € και αν ακόμη η πράξη έχει τελεσθεί πριν τις 3-6-1999, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ` προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ` επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Ειδικότερα και η πλαστογραφία μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, κατά την ανωτέρω έννοια, του άρθρου 45 ΠΚ.. Αρκεί δε στο παραπεμπτικό βούλευμα να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό, των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. (ΑΠΟλ 50/1990, ΑΠ 2041/2009).
ΙΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1485/2009 βούλευμά του, επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 2305/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι αναιρεσείοντες και άλλα δύο άτομα, για να δικασθούν για από κοινού και κατ εξακολούθηση πλαστογραφίας και απάτης, που τελέσθηκαν κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προκληθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ είδος, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "ο εγκαλών Ψ δραστηριοποιείται στο χώρο των καλλυντικών και της κομμωτικής. Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το θέρος του έτους 2003, συνεργάστηκε με τους αδελφούς Χ2 και Χ1, οι οποίοι του προμήθευαν εμπορεύματα, για τις ανάγκες λειτουργίας των επιχειρήσεων του, ενώ η συνεργασία τους διακόπηκε, χωρίς να υφίστανται οικονομικές εκκρεμότητες, όταν αμφισβητήθηκε η φερεγγυότητα των τελευταίων. Ο εγκαλών τον Οκτώβριο του έτους 2003, έλαβε γνώση ότι ενέχεται ως οπισθογράφος σε πλήθος επιταγών, χωρίς όμως εν τοις πράγμασι να έχει αναλάβει καμία υποχρέωση δια αυτών. Διαπίστωσε ότι στις κάτωθι αναφερόμενες επιταγές είχε τεθεί εν αγνοία του κατ' απομίμηση η υπογραφή του, ως οπισθογράφου. Όταν του κοινοποιήθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που εκδόθηκαν με βάσει τίτλους αξιόγραφων και δη επιταγών, στις οποίες δεν είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του, θορυβήθηκε και ευθύς αμέσως υπέβαλε αρμοδίως εγκλήσεις, άσκησε ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής και ενημέρωσε εγγράφως σχετικώς τις τράπεζες. Από την έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), μετά τη λήξη της επαγγελματικής συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα και γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία του, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αλλά και της αναγκαιότητας να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της χρηματοδότησης τους από τράπεζες, ήλθαν σε επαφή αφενός μεν με τον Χ3 που διοικούσε ουσιαστικά την εταιρεία με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", αφετέρου δε με τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ" και συναποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα του εγκαλούντα Ψ, πλαστογραφώντας σε επιταγές την υπογραφή του και εμφανίζοντας τον εν αγνοία του ως οπισθογράφο, έτσι ώστε να μπορούν να διοχετεύουν κυκλοφορώντας τις νοθευμένες επιταγές, στις οποίες θα ενέχονταν και ο τελευταίος. Η επιλογή του προσώπου του εγκαλούντα έλαβε χώρα λόγω της πιστοληπτικής του ικανότητας, προκειμένου οι άνω να καταστήσουν τα αξιόγραφα περισσότερο αξιόπιστα απέναντι σε τρίτους και να μπορούν αυτοί με απατηλό τρόπο να χρηματοδοτούνται άμεσα από τις τράπεζες στις οποίες θα μεταβίβαζαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως αξίες ληφθείσες σε ενέχυρο, προεισπράττοντας και ενθυλακώνοντας παράνομα την αξία τους και μάλιστα γνωρίζοντας ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρωθούν κατά την εμφάνιση τους.
Έτσι η κοινή εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων (Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1), που διέβλεπαν στο άμεσο και παράνομο κέρδος εκδηλώθηκε ως εξής: 1) Την 3/10/2003 επί του στελέχους, της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 24.394,40 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του, αναγράφοντας και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί ταυ σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος την 3/10/2003. Προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 1/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 2) Την 21/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής ποσού 9.500 €, που έφερε ως τύπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων, την 21/1/2004 ο Χ1 οπισθογράφησε την επιταγή μεταβιβάζοντας τη στον Χ2, ο οποίος την 21/1/2004 την οπισθογράφησε ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην Γενική Τράπεζα της Ελλάδος και προεισέπραξε το ποσό που αυτή ενσωμάτωνε, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 30/7/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 3) Την 16/9/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.531,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης "Αθήνα 28.2.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτή από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το άνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του και τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου. Εν συνεχεία την 16/9/2003 ο Χ4, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ αφού έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της τελευταίας εταιρείας στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου επί του σώματος της επιταγής, την κυκλοφόρησε με τη συναίνεση όλων των προαναφερομένων κατηγορουμένων και τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία σε ενέχυρο στην τράπεζα "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ". Προεισέπραξε την αξία της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/3/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 4) Την 30/10/2003 επί του στελέχους της μ£ αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.600 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 30/10/2003 η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση και των τεσσάρων προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση ως αξία ληφθείσα προς ενέχυρο στην ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS NET ΑΕ ο οποίος εισέπραξε το ποσό που ενσωμάτωνε η επιταγή, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/20Ο4, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 5) Την 21/10/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.789 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.3.2004", ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και την 21/10/2003 μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" από τον Χ4, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 6) Την 13/10/2003 επί της οπίσθιας όψης της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 16.000 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.4.2004", ως λήπτη τον ΑΑ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία την 13/10/2003, η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/5/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 7) Την 22/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 17.650 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.6.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν εν αγνοία του εγκαλούντα κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προαναφερομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4, ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 2/7/2004, δεν πληρώθηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 8) Την 20/1/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 21.200 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ έθεσαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα φερομένου ως δήθεν λήπτη της επιταγής, χωρίς την έγκριση του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των άνω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Χ2 στην εταιρεία με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Χ4. ο οποίος την κατέθεσε ως αξία εις ενέχυρο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο οποίος προεισεπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 3/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. 9) Την 4/4/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 8.500 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 31.7.2004", εκδόσεως του ΒΒ και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε ο τελευταίος στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν στη θέση του λήπτη της επιταγής το όνομα του εγκαλούντα Ψ, ενώ επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση ταυ πρώτου οπισθογράφσυ έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποίησε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, εν αγνοία του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των προδιαλαμβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, που προεισεπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 5/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη. 10) Την 30/7/2004 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 14.842,206, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Αθήνα 30.7.2004", ως λήπτη τον ΓΓ, ήταν εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και πληρωτέα από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία στην ALPHA ΒΑΝΚ, επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των ανωτέρω κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην τράπεζα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 4/8/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας.
Επιπροσθέτως οι εκ των κατηγορουμένων Χ4, Χ1 και Χ2 την 18/11/2003 επί του στελέχους της με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής, ποσού 6.123,30 €, που έφερε ως τόπο και ημερομηνία έκδοσης αντίστοιχα "Σπάτα 15.4.2004", ως λήπτη τον Ψ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ", που εκπροσωπούσε ο Χ4 και πληρωτέας από το λογαριασμό με αριθμό ..., που τηρούσε η τελευταία εταιρεία στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ανέγραψαν ως λήπτη τον εγκαλούντα και επί της οπίσθιας όψης της επιταγής στη θέση του πρώτου οπισθογράφου έθεσαν αποτύπωμα σφραγίδας με την ένδειξη "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", που διαφοροποιούνταν από αυτή που ο εγκαλών χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές και κατ' απομίμηση την υπογραφή το" τελευταίου, χωρίς τη συναίνεση ή την εντολή του. Εν συνεχεία η επιταγή κυκλοφόρησε με τη συναίνεση των τριών προδιαλαβανομένων κατηγορουμένων και μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG EUROBANK ΑΕ από τον Χ1, ο οποίος προεισέπραξε το ποσό της επιταγής, ενώ εμφανισθείσα η επιταγή εμπροθέσμως προς πληρωμή την 15/4/2004, δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Οι επί των προαναφερομένων επιταγών υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στον εγκαλούντα, έχουν χαραχθεί κατ' απομίμηση της υπογραφής του, παράνομα, εν αγνοία και παρά τη θέληση του από τους προαναφερόμενους κατηγορουμένους (οι δέκα πρώτες με τη σύμπραξη των Χ3, Χ4, Χ2 και Χ1) ενώ η τελευταία (με αριθμό ... της ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ) με την συνεργασία των Χ4, Χ2 και Χ1, που διοχέτευαν τις προαναφερόμενες επιταγές στις άνω τράπεζες με σκοπό, εκμεταλλευόμενοι τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητα του εγκαλούντα, την υπογραφή του οποίου χρησιμοποιούσαν εν αγνοία του, θέτοντας την επί των προαναφερομένων επιταγών σε θέσεις οπισθογράφου, για να προσδώσουν επί των αξιόγραφων αυτών μεγαλύτερη αξιοπιστία, να προεισπράξουν τις αξίες τους από τις Τράπεζες, με τις οποίες συνεργάζονταν και στις οποίες τις μεταβίβαζαν λόγω ενεχύρου. Η αξιοπιστία του εγκαλούντα στις Τράπεζες προκύπτει και από το από 25/2/2003 πινάκιο παράδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, από το οποίο διαφαίνεται ότι κατατέθηκε από τον Χ1 η με αριθμό ... επιταγή της εταιρείας "Χ3 ΑΕ", με οπισθογράφο τον εγκαλούντα. Επί του πινακίου αυτού ενυπάρχει σημείωση από υπάλληλο της Τράπεζας, που έλεγξε την αξιοπιστία των εμπλεκομένων στην επιταγή προσώπων και προέβη σε θετική εισήγηση προς την Τράπεζα να δεχθεί την επιταγή αυτή, λόγω του οπισθογράφου εγκαλούντα. Επιπροσθέτως οι μάρτυρες που προτείνει ο εγκαλών και έχουν πολυετή επαγγελματική συνεργασία με τον τελευταίο, ήτοι οι ..., ... και ..., καταθέτουν ενόρκως ότι δεν αναγνωρίζουν την υπογραφή του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές. Επιπλέον η δικαστική γραφολόγος ..., στις από 3/12/2004 και 13/6/2005 εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης που συνέταξε, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, καθώς στις επίδικες υπογραφές επί των επιταγών, δεν διακρίνονται τα ίδια γενικά και ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά με αυτά της υπογραφής του εγκαλούντα. Επιπροσθέτως το αποτύπωμα σφραγίδας με τα στοιχεία (δήθεν) της επιχείρησης του εγκαλούντα, "Donna D' oro Ψ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...", διαφοροποιείται από το αποτύπωμα σφραγίδας που χρησιμοποιούσε ο τελευταίος στις συναλλαγές του. Τούτο δε προκύπτει από τα τιμολόγια - δελτία αποστολής, που φέρουν αποτύπωμα της σφραγίδα της επιχείρησης του εγκαλούντα που πράγματι χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του και είναι το εξής: "Donna D' oro Ψ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ Κ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ ... ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...". ’λλωστε η σφραγίδα τυγχάνει κατασκευασμένη από τους κατηγορούμενους και εκ του λόγου ότι εσφαλμένως αναγράφεται επ' αυτής το πρώτο γράμμα του πατρώνυμου του εγκαλούντα ως "Δ", ενώ είναι "...". Περαιτέρω η θέση γνήσιας υπογραφής του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές ως οπισθογράφο, θα σήμαινε ότι ο τελευταίος συναλλάχθηκε με τους κατηγορούμενους, οι υπογραφές των οποίων υφίσταντο επί των επιταγών, γεγονός όμως που δεν συνάδει με τη συναλλακτική πρακτική, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις των εμπλεκομένων κατηγορουμένων Χ3 και Χ4, που διοικούσαν ουσιαστικά τις εταιρείες με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και "ALTIUS ΝΕΤ ΑΕ" αντίστοιχα, δεν είχαν συναφές αντικείμενο με αυτή του εγκαλούντα. Πράγματι ο τελευταίος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα διακίνησης των προαναφερομένων νοθευμένων επιταγών, δραστηριοποιούνταν στο χώρο της παροχής υπηρεσιών κομμωτικής και εισαγωγής και πώλησης καλλυντικών, ενώ αντικείμενο εργασίας της εταιρείας με την επωνυμία "ALTIUS NET ΑΕ", με Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον Χ4, ήταν η προμήθεια, παραγωγή και διάθεση πάσης φύσεως τροφίμων και αντικείμενο εργασίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", που ουσιαστικά διαχειρίζονταν ο Χ3 ήταν η αγορά οικοπέδων, η ανέγερση ακινήτων, η πραγματοποίηση μελετών, η ανέγερση και εκμετάλλευση τουριστικών εγκαταστάσεων κτλ. Ο εγκαλών όμως δεν συνεργάστηκε ποτέ με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις ή έστω και ατομικά με τους Χ3 και Χ4. Αντίθετα συνεργάστηκε επαγγελματικά με τους Χ2 και Χ1, μέχρι το θέρος του έτους 2003. Ενώ έκτοτε δεν υπήρξε οικονομική διαφορά ή εκκρεμότητα με τους παραπάνω, που να δικαιολογεί την δια της υπογραφής του επί των επιταγών, ανάληψη και αποδοχή οφειλής. Επιπροσθέτως οι διαταγές πληρωμής που έχουν εκδοθεί με βάση τις με αριθμό ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... επιταγές, ακυρώθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, κατόπιν ανακοπών που άσκησε ο εγκαλών, με την αιτιολογία ότι οι υπογραφές του τελευταίου, φερόμενου ως οπισθογράφου επί των επιταγών αυτών είναι πλαστογραφημένες, καθώς δεν έχουν ομοιότητα ή την παραμικρή σχέση με αυτές που πράγματι έθετε ο εγκαλών Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, μετά από συναπόφαση με τον μη ασκήσαντα έφεση συγκατηγορούμενο τους Χ3 ενήργησαν συστηματικά, κατανέμοντας μεταξύ τους ρόλους, που εναλλάσσονταν κάθε φορά, όσον αφορά τον εκάστοτε παρουσιαζόμενο στις άνω Τράπεζες (για να καταθέσει τις μεταχρονολογημένες επιταγές και να τις μεταβιβάσει λόγω ενεχύρου, έτσι ώστε να προεισπράξει την αξία τους, για λογαριασμό όμως και των τεσσάρων κατηγορουμένων) κατά φαινόμενο νόμιμο κομιστή των νοθευμένων (κατά την προσθήκη ως οπισθογράφου της υπογραίρής του εν αγνοία τελούντος εγκαλούντα) επιταγών, που υλοποιούσε το εγκληματικό σχέδιο που εξυφαναν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Γνωρίζοντας ότι οι προαναφερόμενες νοθευμένες επιταγές δεν θα πληρωθούν, οι τέσσερις προδιαλαμβανόμενοι κατηγορούμενοι τις κυκλοφορούσαν, μεταβιβάζοντας αυτές σε Τράπεζες λόγω ενεχύρου, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι φέρουν γνήσιες υπογραφές του εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος έχει αναλάβει ως οπισθογράφος την πληρωμή αυτών. Η εκδηλωθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συναρτάται άμεσα με το σκοπό των κατηγορουμένων να τύχουν χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (πριν τη λήξη των επιταγών) και χωρίς δικαίωμα να ενθυλακώσουν προς το δικό τους όφελος τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των επιταγών, βλάπτοντας ταυτοχρόνως τον εγκαλούντα και καθιστώντας αυτόν υπόχρεο καταβολής των χρηματικών ποσών των επιταγών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων είχαν ως αποτέλεσμα οι υπάλληλοι των ανωτέρω καταστημάτων των Τραπεζών, στις οποίες μεταβιβάζονταν οι νοθευμένες επιταγές, αφενός μεν να παραπλανηθούν ως προς το ότι δήθεν η υπογραφή του φερέγγυου εγκαλούντα στη θέση του οπισθογράφου σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες επιταγές ήταν γνήσια και ότι αυτός δήθεν ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής αυτών, αφετέρου δε να πειστούν να δεχθούν τις μεταχρονολογημένες επιταγές χρηματοδοτώντας παράλληλα την επιχείρηση του εκάστοτε κατηγορουμένου δήθεν νόμιμου κομιστή των επιταγών. Αν δε οι υπάλληλοι των προαναφερομένων τραπεζών, που ενέκριναν κάθε μία χρηματοδότηση, γνώριζαν ότι στις προαναφερόμενες επιταγές η υπογραφή του εγκαλούντα δεν ήταν γνήσια και ότι αυτός δεν είχε αναλάβει ως οπισθογράφος την υποχρέωση πληρωμής αυτών, δεν θα ενέκριναν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, που ουσιαστικά σήμαινε την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού κάθε επιταγής από τους πιο πάνω κατηγορούμενους, που το διαμοίραζαν μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι ζημίωσαν την περιουσία του εγκαλούντα, καθώς τον κατέστησαν εν αγνοία του οπισθογράφο στις προδιαλαμβανόμενες επιταγές και ταυτόχρονα υπόχρεο καταβολής του ποσού κάθε μίας επιταγής, το οποίο ο εγκαλών διατάχθηκε να καταβάλει, με την έκδοση αντιστοίχων διαταγών πληρωμής. Επιπροσθέτως ωφελήθηκαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι κατά το αντίστοιχο ποσό (της συνολικής αξίας των επιταγών) το οποίο παρανόμως καρπώθηκαν". Περαιτέρω το Συμβούλιο διέλαβε ως προς τους αρνητικούς των κατηγοριών ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα: "Οι εκ των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 ισχυρίζονται ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν σ' αυτούς από τον Χ3, ότι κατά την παράδοση τους έφεραν ήδη την υπογραφή του εγκαλούντα ως οπισθογράφου, ότι ενόψει του ότι γνώριζαν ότι ο Χ3, ο Χ4 και ο εγκαλών είχαν συνεργασία, καθώς αντάλλασαν προς εξυπηρέτηση τους επιταγές, οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι οι υπογραφές του εγκαλούντα επί των επίδικων επιταγών δεν ήταν γνήσιες και ότι ουσιαστικά οι ισχυρισμοί του εγκαλούντα αποτελούν κατασκεύασμα - εφεύρημα για να αποφύγουν ο Χ3 και ο εγκαλών τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει εκ της θέσεως των υπογραφών τους στα προαναφερόμενα αξιόγραφα. Τα αναφερόμενα από τους κατηγορουμένους δεν κρίνονται βάσιμα, καθόσον ο εγκαλών δεν γνώριζε αλλά ούτε συνεργάστηκε με τον Χ3 ή με τον Χ4, ενώ οι μόνοι που γνώριζαν τα στοιχεία και το αποτύπωμα σφραγίδας του εγκαλούντα, έτσι ώστε να τα θέσουν επί των επίδικων επιταγών ήταν οι ίδιοι αδελφοί Χ1-Χ2, που συνεργάστηκαν στη σύλληψη και στην εκτέλεση του εγκληματικού σχεδίου τους.
Οι κατηγορούμενοι (Χ3, Χ4, Χ1 και Χ2) συνέπραξαν και προέβησαν στις παραπάνω πράξεις τους με συγκλίνουσες ενέργειες προς πραγματοποίηση παράνομου κέρδους. Δημιούργησαν μαζί και διατήρησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάλληλη παραπλανητική υποδομή, δρούσαν έχοντας ροπή προς το έγκλημα, μεθοδευμένα δε και κατ' επανάληψη προέβησαν στις ως άνω, παρομοίου αντικειμένου, απατηλές και ζημιογόνες συμπεριφορές.
Λαμβανομένων υπόψη του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, της οργανωμένης διαμόρφωσης, της μεθοδικότητας και συστηματικής διατήρησης του μηχανισμού εξαπάτησης των τραπεζών δια της μεταβίβασης νοθευμένων επιταγών (με την προσθήκη επί αυτών του ονόματος και της υπογραφής του εγκαλούντος ως οπισθογράφου και ενεχομένου εν αγνοία του στην πληρωμή των προαναφερομένων επιταγών), την επανάληψη των πράξεων τους και την έκταση της ζημίας που προκάλεσαν, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δρούσαν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχοντας μάλιστα αποκτήσει ροπή προς τέλεση παρομοίων πράξεων, ενώ ο Χ3, απέβλεπε εξ αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 166.004,80 €, οι δε κατηγορούμενοι Χ4, Χ1 και Χ2 απέβλεπαν εξ' αρχής με την από κοινού διάπραξη των αδικημάτων τουλάχιστον στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος των 172.128,1 €. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις πως οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοι τους, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης που τελέσθηκαν και από τους τέσσαρες από κοινού, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα στον εγκαλούντα περιουσιακή ζημία μεγαλύτερη των 15.000 € και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και τους παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 2305/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, εφέσεις των αναιρεσειόντων και του μη ασκήσαντος αίτηση αναιρέσεως Χ4 (319 παρ. 3 ΚΠΔ). Ο συναυτουργός Χ3 δεν άσκησε έφεση. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες και τους άλλους δύο συγκατηγορουμένους τους πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκαν από κοινού, προβλέπονται δε και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45, 98, 216 παρ. 1 και 3 β και 386 παρ. 1, 3 α ΠΚ, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και των μη διαδίκων στο παρόν δικαστήριο, Χ3 και Χ4, στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης στην βασική τους μορφή, όπως αυτές αναλύθηκαν στην νομική σκέψη και της τιμωρήσεως της σε βαθμό κακουργήματος, που τελέσθηκαν, όπως με πλήρη αιτιολογία, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως, δέχθηκε το Συμβούλιο, από τους αναιρεσείοντες από κοινού μετά των ανωτέρω δύο συναυτουργών, κατ εξακολούθηση, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να επιτύχουν περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στα αναφερόμενα στο σκεπτικό ποσά. Δεν κωλύεται δε, κατά τα ανωτέρω, η στοιχειοθέτηση της πράξεως της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εκ του ότι, για την επίτευξη του παρανόμου οφέλους και την πρόκληση της ζημίας, που εξειδικεύονται στο βούλευμα και ανέρχονται στα αναφερόμενα στο σκεπτικό συνολικά ποσά, απαιτήθηκαν και περαιτέρω ενέργειες των αναιρεσειόντων και των δύο άλλων συναυτουργών, που αναφέρονται στο σκεπτικό. Επίσης με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ακόμη και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, μεταξύ των οποίων και ότι αντάλλασσαν επιταγές με τον εγκαλούντα προς αμοιβαία εξυπηρέτησή τους και δεν υφίσταται ζήτημα πλαστογραφήσεως τους, ούτε περαιτέρω τελέσεως του αδικήματος της απάτης.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος των πανομοιότυπων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), αλλά και ο πρώτος λόγος, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, αλλά και τον τρίτο λόγο, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των πανομοιότυπων αιτήσεων αναιρέσεων πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμό εκθέσεως 190 και 191/15-10-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση του αυτού Βουλεύματος 1485/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή