Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 856 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 856/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 161-165/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1650/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 336 § 1 ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη". Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει τη γενετήσια ελευθερία, σαφώς προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος του βιασμού είναι α)εξαναγκασμός άλλου με βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου. Παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ ανεξαρτήτως ηλικίας, έγγαμο ή άγαμο, αδιαφόρου όντος εάν δράστης και θύμα είχαν παλαιότερες σεξουαλικές σχέσεις. Ως εξαναγκασμός νοείται η επιβολή συμπεριφοράς μη ηθελημένης από τον παθόντα, δηλαδή ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής που μπορούν να συνυπάρχουν ή να ασκηθούν διαδοχικώς, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία να ενεργήσει ή να υποστεί εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Η σωματική βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος αναγκάζει τούτο, παρά τη θέλησή του να υποστεί ανεχθεί ή επιχειρήσει εξώγαμη συνουσία, η απειλή δε (ψυχική βία) είναι εκείνη που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος ο κίνδυνος πρέπει να είναι "άμεσος" και "σπουδαίος", δηλαδή το επαπειλούμενο κακό να μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα και να ενέχει σοβαρότητα και βαρύτητα ικανή να οδηγήσει τον εξαναγκαζόμενο να υποστεί συνουσία ή να ανεχθεί η επιχειρήσει άλλη ασελγή πράξη, προς δε μπορεί να αφορά την ζωή ή την υγεία ή την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του β)σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Συνουσία είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτιση και μάλιστα εντός του κόλπου. Η συνουσία να είναι εξώγαμη, δηλαδή να μη έχει τελεσθεί γάμος της παθούσης με τον δράστη ασελγείς πράξεις δε νοούνται εκείνες που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα που αντικειμενικώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και υποκειμενικώς κατευθύνονται στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας γ)δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος), που συνίσταται στη βούληση του δράστου, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο μαζί, εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ' αυτή. Το έγκλημα είναι διαζευκτικώς ή υπαλλακτικώς μικτόν και συνεπώς ο δράστης μπορεί να χρησιμοποιήσει ταυτοχρόνως, παράλληλα ή διαδοχικώς όλα τα μέσα διαπράξεως του βιασμού (βία και απειλή) οπότε μόνο μία πράξη τελείται. Περαιτέρω κατ' άρθρον 345 § 1 ΠΚ αιμομιξία είναι η συνουσία μεταξύ συγγενών εξ αίματος ανιούσας και κατιούσας γραμμής και τιμωρείται ως προς τους ανιόντας με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ως προς τους κατιόντες με φυλάκιση μέχρι δύο ετών...Ούτω στοιχεία του εγκλήματος είναι α) υποκείμενο (μπορεί) να είναι συγγενείς εξ αίματος ανιούσης και κατιούσης γραμμής ...ως ανιόντων και κατιόντων νοουμένων των γονέων και των τέκνων, των παππούδων και γιαγιάδων, εγγονών κ.ο.κ απεριορίστου βαθμού β)συνουσία κατά φύση δηλαδή συνεύρεση ατόμων διαφορετικού φύλου και υπό την έννοιαν που εξετέθη ανωτέρω και γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) που πρέπει να αναφέρεται και στη συγγένεια, δηλαδή να είναι γνωστή από τον δράστη η συγγένεια. Τέλος μεταξύ των εγκλημάτων του βιασμού και της αιμομιξίας υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή εφ'όσον η συνουσία ετελέσθη με σωματική βία ή (και) με απειλή, διότι με μία πράξη προσβάλλονται διάφορα έννομα αγαθά, γενετήσια ελευθερία και η οικογένεια και πραγματώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο αυτών εγκλημάτων. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 161-165/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, αυτό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο...", εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και έζησε έως το έτος 2000 στην Ρωσία, όπου ηργάζετο ως κτηνοτρόφος. Παντρεύτηκε την ..., με την οποίαν απέκτησε 2 θυγατέρες, την Κ1 η οποία γεννήθηκε την 16-11-1987 και την Κ2 η οποία γεννήθηκε την 13-9-1991. Στην Ελλάδα ήλθε ο κατηγορούμενος μόνος του κατά το έτος 2000 και εγκαταστάθη στην ... ακολούθως δε, κατά τον μήνα Δεκέμβριον του έτους 2002 ήλθαν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του. Ήτο άνθρωπος τραχύς και αυταρχικός, καθόσον άνευ σοβαρού λόγου έδερνε συχνά και απειλούσε τόσον την σύζυγόν του όσον και τις θυγατέρες του, οι οποίες τον εφοβούντο και ζούσε ζωήν ανήθικη, αφού, όπως είπε ο ίδιος απολογούμενος στο παρόν Δικαστήριον "Όταν ήμουν στην Ρωσία πήγαινα σε πόρνες και έκανα την ζωή μου και όταν ήρθα στην Ελλάδα πήγαινα σε πόρνες". Επί πλέον όμως ο κατηγορούμενος, όπως κατέθεσε η παθούσα θυγατέρα του Κ1, εβίαζε την ιδίαν αφότου ακόμη κατοικούσαν στην Ρωσία και ο πρώτος βιασμός έγινε όταν η παθούσα ήτο ηλικίας 14 περίπου ετών. Την ίδιαν όμως συμπεριφοράν έδειξε ο κατηγορούμενος στην παθούσαν και μετά την εγκατάστασή της στην Ελλάδα. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος από τον μήνα Δεκέμβριον του έτους 2002 έως και τον Ιούνιον του έτους 2004, κάθε εβδομάδα, επωφελούμενος πάντοτε της απουσίας από την οικίαν των της συζύγου του, η οποία άλλοτε ηργάζετο και άλλοτε μετέβαινε σε καταστήματα για να ψωνίσει, ως και της μικρότερης θυγατρός του Κ2 ασκών βίαν κατά της θυγατρός του Κ1 με τις υπέρτερες σωματικές δυνάμεις του και απειλών αυτήν ότι "αν μιλήσει θα την σκοτώσει", την οδηγούσε στο κρεβάτι εντός της οικίας των και παρά τις αντιρρήσεις της την εξηνάγκαζε να έρχεται σε εξώγαμη συνουσία μαζί του θέτων το εν στύσει πέος του εντός του κόλπου της και με την πράξη του αυτήν ο κατηγορούμενος αφ' ενός μεν ικανοποιούσε την γενετήσια επιθυμία του, αφ' ετέρου δε, προσέβαλλε την ηθική τάξη της οικογενείας του. Η παθούσα, φοβουμένη τις απειλές του πατρός της και τον τραχύ χαρακτήρα του, δεν απεκάλυπτε τα ανωτέρω στην μητέρα της, έως ότου συνεδέθη ερωτικώς με άνδρα ονόματι Ε1, κατά πολύ μεγαλύτερον από την ηλικίαν της (τον οποίον αργότερα παντρεύθηκε) και τον μήνα Ιούνιον του έτους 2004, μη αντέχουσα πλέον την ανήθικη συμπεριφοράν του πατρός της, εγκατέλειψε την πατρικήν οικίαν και εγκατεστάθη στην οικίαν του Ε1. Ήτο όμως ανήλικη και κατόπιν μηνύσεως υποβληθείσης από τον κατηγορούμενον κατά του Ε1, η παθούσα ηναγκάσθη να επιστρέψει στην πατρικήν οικίαν της την 25ην Αυγούστου 2004. Όμως και τότε ο κατηγορούμενος επανέλαβε την ιδίαν εγκληματικήν συμπεριφοράν εις βάρος της θυγατρός του Κ1, την οποίαν εβίασε και πάλι υπό τις ίδιες συνθήκες εντός της οικίας των την 26ην Αυγούστου 2004. Υπό τις συνθήκες αυτές η παθούσα ηναγκάσθη και πάλι να εγκαταλείψει την πατρικήν οικίαν την επομένην ημέραν, ήτοι την 27ην Αυγούστου 2004 και να εγκατασταθεί και πάλι στην οικίαν του Ε1, τον οποίον, όπως ανεφέρθη ανωτέρω, έχει πλέον πανδρευθεί. Η ως άνω απάνθρωπη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκύπτει και από την υπ' αριθ. ...έκθεση ψυχολογικής εξέτασης της παθούσης και της αδελφής της, η οποία συνετάγη κατ' εντολήν του Τμήματος Ασφαλείας ... από την ψυχολόγον της Δ/νσεως Υγείας και Κοινωνικής Προνοίας Ημαθίας, .... και με την οποίαν η τελευταία προτείνει, πλέον των άλλων, την "Άμεση απομάκρυνση του πατέρα από το σπίτι προκειμένου να επιστρέψει η ανήλικη Κ1 στο σπίτι". Από τα ανωτέρω προκύπτει, κατά την πλειοψηφίσασαν στο Δικαστήριο γνώμην, ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της αιμομιξίας και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου και ειδικότερα ο ένορκος ... είχε την γνώμην, ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εις αυτήν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 336 παρ. 1, 345 παρ.1 εδ. α' περ. α'ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από έκαστον αυτών δι' αμφότερα τα αδικήματα δια τα οποία και κατεδικάσθη, ο τρόπος με τον οποίον ετελέσθη ο βιασμός της ανηλίκου θυγατρός του κατηγορουμένου, ο εξαναγκασμός εκ μέρους του με παράνομη βία και απειλή σε εξώγαμη συνουσία της παθούσης μετ' αυτού και η γνώση του ότι αυτή δεν συναινεί.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι ιδίως υπάρχει τυπική μόνο αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως και εκ του ότι δέχεται σωρευτικά και βία και απειλή για την τέλεση της πράξεως του βιασμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε με αυτόν τον λόγον προβάλλονται αιτιάσεις, εν εκτάσει μάλιστα, όσον αφορά την διάφορον υπό του αναιρεσείοντος εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και επομένως εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών υπό του δικαστηρίου, αυτές είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι, οι οποίοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση της ικανότητος αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος και σαφής, δηλαδή κατά περίπτωση να αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον νόμο, για την συγκρότηση της νομικής εννοίας του πραγματικού ισχυρισμού και να αναπτυχθεί προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 ΚΠΔ), ώστε να παρέχεται η δυνατότης αξιολογήσεως και εις περίπτωση αποδοχής, οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Ούτως αυτοτελής είναι ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 α' ΠΚ, ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Διό και δεν αρκεί, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού, η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλ' απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί, συνδρομής της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, τον οποίον ανέπτυξε και προφορικώς και έχει ως εξής: "Σε κάθε περίπτωση και για το θεωρητικό ενδεχόμενο (που απεύχομαι και δεν μπορώ να εννοήσω από πού μπορεί να προκύψει) καταδίκης μου, κόντρα σε όλα τα ανωτέρω στοιχεία, από τα οποία προκύπτει αβίαστα η αθωότητα μου, εντελώς επικουρικά προτεινόμενα και αποκλειστικά και μόνο διότι ο εν λόγω ιστορισμός πρέπει να προταθεί πριν την απόφαση του Δικαστηρίου σας αναφορικά με την ενοχή, ζητώ να μου αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου καθώς δεν υπάρχει ποινικό προηγούμενο μου, η δε εμπλοκή μου στην συγκεκριμένη υπόθεση έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την ψευδέστατη αυτή σε βάρος μου μήνυση και την όλη πλεκτάνη, που μεθοδικά έστησε ο Ε1 χρησιμοποιώντας τα τέκνα μου, τα οποία με δώρα και παροχές έστρεψε εναντίον μου, με τόσο ακραίο τρόπο. Σε κάθε δε περίπτωση τόσο πριν όσο και μετά την φερομένη ως τελεσθείσα πράξη δεν έχω απασχολήσει καμιά αρχή και διάγω βίο έντιμο. Δεν υπάρχει καμιά αντίθετη μαρτυρική κατάθεση ή άλλο αποδεικτικό υλικό. Σε κάθε δε περίπτωση στην ηλικία των 46 ετών που διάγω είναι βέβαιο ότι αν υπήρχε ποινικό ή ποινικά ελεγχόμενο παρελθόν μου θα ήταν γνωστό στις Αρχές. Και κάτι τέτοιο σε καμιά περίπτωση δεν υφίσταται. Ομοίως και οι μάρτυρες καταθέτουν ότι σε κάθε περίπτωση δεν προκάλεσα ούτε και έδωσα δικαιώματα με την μέχρι σήμερα συμπεριφορά μου (δεν αναφέρομαι βέβαια στον υπό έλεγχο πραγματικό ζήτημα της τέλεσης της αξιόποινης πράξης για την οποίαν κατηγορούμαι, κάτι το οποίο από την πρώτη στιγμή αρνούμαι και μαρτυρικά αναμένω την πραγματική μου δικαίωση από το Δικαστήριό Σας). Ήτοι συντρέχουν στο πρόσωπό μου τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', β' και ε' ΠΚ." Ούτως όμως προβληθείς ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ορισμένος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, καίτοι ως εκ περισσού απήντησε και τον απέρριψε. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο αυτός ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 510 § 1 Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, εν σχέσει με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του άνω ελαφρυντικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως, να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και (φέρεται ότι) παρεβιάσθη η μορφή της παραβιάσεώς της εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται με το αιτητικό της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τον οποίον ζητεί ο αναιρεσείων, κατά λέξη, "να δοθεί η ορθή ερμηνεία στις εσφαλμένως εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού νόμου..." είναι αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161-165/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή