Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1739 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απόρριψη της αίτησης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, δίχως επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1739/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 195/18.5.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την 12/17.2.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, από τον κατηγορούμενο, που δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της τελεσίδικης αποφάσεως και διαμένει στην ημεδαπή, ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της αποφάσεως, αλλιώς από την εν λόγω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανισθούν, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 του ΚΠΔ (ΑΠ 113/2010, ΑΠ 77/2010). Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1833/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την 42,67/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα κακουργήματα) σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την 26/13.1.2003 έφεσή του, η εκδίκαση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10.11.2004 στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ο άνω εκκαλών ήταν απών, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά. Στο δικαστήριο αυτό εμφανίστηκε ως άγγελος ο φίλος του Φ, ο οποίος ζήτησε την αναβολή της δίκης δηλώνοντας ότι "ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και δε μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο", γεγονός που επιβεβαίωσε και ενόρκως εξετασθείς προς τούτο ως μάρτυς στο ακροατήριο. Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, και όρισε ρητή δικάσιμο την 29.6.2005, "χωρίς άλλη κλήτευση του κατηγορουμένου", όπως προκύπτει από την 1895/2004 απόφασή του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 29.6.2005 του αυτού δικαστηρίου ο παραπάνω εκκαλών δεν εμφανίστηκε και αφού απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον εμφανισθέντα ως άγγελο αυτού Ζ (αδελφό του), η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1293/2005 απόφαση του άνω δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά το δικαστήριο πριν εκδώσει την απορριπτική της εφέσεως απόφασή του ανέγνωσε τη παραπάνω αναβλητική απόφασή του (1895/2004) αναφέροντας χαρακτηριστικά στην προσβαλλόμενη απόφαση (1293/2005) "Επειδή, όπως προκύπτει από την 1895/2004 αναβλητική απόφαση του δικαστηρίου αυτού, για τη σημερινή δικάσιμο (29.6.2005), η οποία βρίσκεται στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος έχει νόμιμα κλητευθεί για να εμφανισθεί σήμερα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών με αριθμό 42,67/2003. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του ΚΠΔ". Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 27.7.2005, με αριθμό καταχωρήσεως 722, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 18.2.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών. Επιδόθηκε δε νομίμως δια θυροκολλήσεως, στις 21.9.2005, στην διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων με την ... έκθεση εφέσεως (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αρχ/κα του Α.Τ. ...), την αυτή δε ημερομηνία επιδόθηκε αντίγραφο της αποφάσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, και στον αντίκλητο, που διόρισε ο αναιρεσείων με την έκθεση εφέσεως, ..., δικηγόρο Αθηνών (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 17.2.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την νόμιμη κατά τα άνω, μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο, επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με δήλωση του ειδικά εξουσιοδοτημένου κατά το άρθρο 96 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος ..., δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο νομοτύπως της ... αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της (που έγινε μετά 4 έτη και 5 μήνες περίπου από τη νόμιμη επίδοση της αποφάσεως), αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση αυτής στα τέλη Ιανουαρίου 2010, όταν συνελήφθη σε εκτέλεση αυτής και άλλων καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι εντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, νομίμως επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην ανωτέρω διεύθυνση, που ο ίδιος είχε δηλώσει με την έκθεση εφέσεως (άρθρο 155 παρ. 2 του ΚΠΔ). Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε γνώση της ρητής δικασίμου της 29.6.2005, διότι ο Φ που εμφανίστηκε στο δικαστήριο την 10.11.2004 και ζήτησε κατ' εντολή του την αναβολή της δίκης δεν τον ενημέρωσε σχετικά και ότι κατά την ορισθείσα ρητή δικάσιμο (29.6.2005) αυτοβούλως και χωρίς την εντολή του ο Ζ (αδελφός του) ζήτησε και πάλι την αναβολή της δίκης, εκτός του ότι είναι αβάσιμοι, δεν έχουν σχέση με την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως και δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η 12/17.2.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.Αθήνα, 18 Μαΐου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυσμό του άρθρου 462, 473 παρ. 1, 3 και 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει, ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ίδιου Κώδικα και είναι δέκα ημέρες από την επίδοσή της, εφόσον ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της, αλλά γνωστής στην ημεδαπή διαμονής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα παραλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως, από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλοιώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διάδικου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερκινηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 4/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη 1293/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε έφεση του αναιρεσείντος, ως ανυποστήρικτη, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 27.7.2005, με αριθμό καταχώρησης 722, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 18.2.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών. Επιδόθηκε δε νομίμως με. θυροκόλληση στις 21.9.2005 στη διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων με την 26/13.1.2003 έκθεση έφεσης (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επίδοσης του ..., αρχ/κα του Α.Τ. ...), την αυτή δε ημερομηνία επιδόθηκε αντίγραφο της απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠΔ, και στον αντίκλητο, που διόρισε ο αναιρεσείων με την έκθεση έφεσης ..., δικηγόρο Αθηνών (βλ. το από 21.9.2005 αποδεικτικό επίδοσης του ..., αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17.2.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ήμερης προθεσμίας από τη νόμιμη, κατά τα παραπάνω, μεταγενέστερη της καταχώρησης στο ειδικό βιβλίο, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναίρεσης κάποιο λόγο ανώτερες βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της (που έγινε μετά 4 έτη και 5 μήνες περίπου από τη νόμιμη επίδοση της απόφασης), αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι έλαβε γνώση αυτής στα τέλη Ιανουαρίου 2010, όταν συνελήφθη σε εκτέλεση αυτής και άλλων καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε γνώση της ρητής δικασίμου της 29.6.2005, διότι ο Φ που εμφανίστηκε στο δικαστήριο την 10.11.2004 και ζήτησε κατ' εντολή του την αναβολή της δίκης δεν τον ενημέρωσε σχετικά και ότι κατά την ορισθείσα ρητή δικάσιμο (29.6.2005) αυτοβούλως και χωρίς την εντολή του ο Ζ (αδελφός του) ζήτησε και πάλι την αναβολή της δίκης, δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 17.2.2010, αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1293/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ