Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 247 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής βεβαίωση, Χρηματική ικανοποίηση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Καταδίκη κατηγορουμένου από δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τις δύο από τις τρεις μερικότερες πράξεις που είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο και επιδίκαση της ίδιας χρηματικής ικανοποίησης στο πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ποινικού νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη των δύο πρώτων ως αβάσιμων κατ' ουσία και παραδοχή του τρίτου. Αναίρεση εν μέρει καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή στο ίδιο δικαστήριο μόνο κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στο πολιτικών ενάγον.




ΑΡΙΘΜΟΣ 247/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 647/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγον το "Ι.Κ.Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 949/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 647/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς μόνο ως προς το καταδικαστικό μέρος της, ασκήθηκε νομότυπα (με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §1 ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνω με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και ήδη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο Ποινικό Δίκαιο το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 647/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το έτος 2002 ήταν υπάλληλος της Υποδιεύθυνσης Μητρώου Ασφαλισμένων του Υποκαταστήματος (ΙΚΑ) ..., δηλαδή υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263α ΠΚ, και έχοντας αρμοδιότητα την απογραφή ασφαλισμένων και τη θεώρηση βιβλιαρίων υγείας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και εντός των ορίων της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, στις 28-1-2002 εξέδωσε βιβλιάριο υγείας επ' ονόματι του αλλοδαπού..., με ΑΜ... με ισχύ από 1-1 μέχρι 2-7-2002, στην πρώτη σελίδα του οποίου ανέγραψε με κόκκινο μολύβι τη φράση "λήξη κάρτας παραμονής 2-7-2002) και στη θεώρηση του οποίου στην ένδειξη "ο έλεγχος", έχει τεθεί κατ' απομίμηση η υπογραφή του υπαλλήλου ..., ως και η ατομική σφραγίδα αυτού, και το μήνα Σεπτέμβριο του 2002, σε ημερομηνία του δεν εξακριβώθηκε ακριβώς, χορήγησε με αριθμ. ασφαλείας... χειρόγραφο ΔΑΤΕ στον αλλοδαπό ... με ΑΜ ..., στο οποίο δεν αναφέρονται ακριβής ημερομηνία χορήγησής του, παρά μόνο έχει τεθεί σφραγίδα του μητρώου ασφαλισμένων ΙΚΑ ..., ο δε αριθμός αυτός μητρώου είναι εικονικός και ανήκει σε άλλο ασφαλισμένο. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε το ως άνω βιβλιάριο υγείας και χορήγησε το πιο πάνω ΔΑΤΕ, ως καθ' ύλην και κατά τύπον αρμόδιος για την έκδοση και τη χορήγηση, αντιστοίχως, των προαναφερομένων εγγράφων με την οποία από πρόθεση βεβαίωνε τα προεκτεθέντα περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά ήταν προσιτά στον κατηγορούμενο υπάλληλο λόγω της υπηρεσίας του, αυτός δε ενήργησε τοιουτοτρόπως έχοντας δόλια προαίρεση, αφού, παρά τις σχετικές προφορικές συστάσεις της Προϊσταμένης του, σκόπευε με τη χρήση των νοθευμένων εγγράφων να παραπλανήσει το ΙΚΑ για τα αναγραφόμενα σ' αυτά περιστατικά, που είχαν έννομες συνέπειες, γιατί ήταν σημαντικά για την παραγωγή και διατήρηση δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να εκδοθούν αυτά (βιβλιάριο υγείας και ΔΑΤΕ), σημειουμένου ότι για να εκδοθεί βιβλιάριο αλλοδαπού έπρεπε να υπήρχαν 50 ημερομίσθια και άδεια παραμονής και στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, η δε κατοχή του βιβλιαρίου υγείας έχει οικονομικές συνέπειες για το ΙΚΑ, καθόσον με τη χρήση αυτού μπορεί ο κάτοχός του να έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Μάλιστα αποδείχθηκε ότι στις 15-1-2002, δηλαδή προγενέστερα του χρόνου της θεώρησης του ως άνω βιβλιαρίου, η Διευθύντρια του κατηγορουμένου ... είχε σημειώσει επ' αυτού, με κόκκινο στυλό τη φράση "πριν χορηγηθεί οποιαδήποτε παροχή να ελεγχθεί η κάρτα παραμονής", ενόψει του ότι είχε παρατηρηθεί ότι η ημερομηνία λήξης αυτής ήταν πιθανώς παραποιημένη. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να ελέγξει για να διαπιστώσει ότι ο αριθμός μητρώου ήταν εικονικός και ανήκε σ' άλλον ασφαλισμένο του ΙΚΑ και όφειλε, ως εκ της υπαλληλικής του ιδιότητας, να ελέγξει την αυθεντικότητά του, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης του.
Συνεπώς, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη περί του ως άνω συστατικού στοιχείου του εγκλήματος, ο προβληθείς ισχυρισμός αυτού περί πραγματικής πλάνης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού τα περιστατικά που επικαλείται ο κατηγορούμενος δεν θεμελιώνουν σαφή και ορισμένο ισχυρισμό (ΑΠ 838/1976 Ποιν. Υπ Κ 2/254), είναι αβάσιμος και απορριπτέος .... Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, όπως στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 §2α ΠΚ, διότι όπως αποδείχθηκε έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση (μόνο για τις δύο προαναφερόμενες μερικότερες πράξεις) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, επιδίκασε δε στο παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, εξακόσια (600) ευρώ, ενώ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ψευδούς βεβαίωσης του Ιανουαρίου του 2001 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω της επελθούσας ήδη, με τη συμπλήρωση οκταετίας από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε, παραγραφής της.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α' και γ', 18 εδ.β', 26 §1α, 27 §1 και 84 §2α, 98, 242 §§1 και 2 και 263α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας (υπαλλήλων του ΙΚΑ).
Ειδικότερα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση και αφορούν: α) την υπαλληλική ιδιότητα αυτού, β) την τυπική και υλική αρμοδιότητα ως προς την έκδοση, ανανέωση της ισχύος των ασφαλιστικών βιβλιαρίων τρίτων προσώπων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ και χορήγηση δελτίων Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών (ΔΑΤΕ), γ) την ύπαρξη του δόλου του, κατά την τέλεση των δύο μερικότερων πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι ότι εν γνώσει του προέβη στην έκδοση και χορήγηση εγγράφων που βεβαίωναν ψευδώς περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες για τους κατόχους τους, και δ) την ιδιότητα των δύο προμνημονευομένων εγγράφων που παρέδωσε στους αλλοδαπούς ως δημοσίων εγγράφων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 242 §§1 και 2 του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ειδικότερα ως προς τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου - δόλου του εγκλήματος που τέλεσε ο αναιρεσείων) και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το Δικαστήριο που κρίνει επί του ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο ή παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του για μερικότερες πράξεις του εξακολουθέντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο εγκαλών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, εκτός της απαλλαγής του για τις πράξεις της καταστροφής εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση και παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθμ. ΒΤ 6516/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση (για τρεις μερικότερες πράξεις) επιδικάσθηκε δε στο πολιτικώς ενάγον Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) χρηματική ικανοποίηση 600 ευρώ για την ηθική βλάβη που αυτό υπέστη από τις προαναφερόμενες τρεις μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης. Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε στο ΙΚΑ το ίδιο ποσό των 600 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση του, αν και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, όπως αναφέρθηκε, μόνο για δύο (2) μερικότερες πράξεις (της 28-1-2002 και του Σεπτεμβρίου 2002, του ανωτέρω εγκλήματος). Έτσι όμως το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο πολιτικώς ενάγον Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), την υπ' αριθμ. 647/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για την επιβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο ως άνω πολιτικώς ενάγον, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή