Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1359 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.




Περίληψη:
Ερημοδικία κατηγορουμένου στη μετ' αναβολή συζήτηση. Αν ο εκκαλών ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο δίκασε την έφεση κατ' ουσία, αντί να την απορρίψει ως ανυποστήρικτη. Αναστολή της κάτω των 2 ετών ποινής κατ' άρθρο 99 ΠΚ. Ασαφής αιτιολογία (στην περί μη αναστολή της ποινής απόφαση) διότι δεν αναφέρεται αν, από το ποινικό μητρώο προέκυπτε, ότι το σύνολο των ποινών που επεβλήθησαν αμετακλήτως στον κατηγορούμενο με τις πλείονες αποφάσεις, υπερέβαιναν τους έξι μήνες φυλάκισης. Αναιρεί εν μέρει μόνο ως προς την ποινή. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1359/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 1904/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής της επιβληθείσης ποινής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3346/05, ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων 501 παρ. 1 και 340 παρ.2 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθείς ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου, τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373" (Κ.Π.Δ.). Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Π.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 του ν. 3160/2003 "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος η δίκη αναβλήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (Ολ ΑΠ 3/2006). Δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του πρώτου λόγου της αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 39/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για παράβαση των άρθρων 15 παρ. ε, 16, 22 του π.δ. 40/1977. Κατά της πιο πάνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 23-10-2008 , αυτός δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά, όπως και στην αίτησή του ο αναιρεσείων αναφέρει, εκπροσωπήθηκε από τη συνήγορό του, την οποία και εξουσιοδότησε εγγράφως να παρασταθεί και να ζητήσει αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης, λόγω ασθένειας του, όπως και έγινε και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 11-12-2008, ημερομηνία κατά την οποία και πάλι δεν παραστάθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και εκπροσωπήθηκε και πάλι δια εγγράφου εξουσιοδοτήσεώς του από τη συνήγορό του, Μαρία Βουλέλλη, η οποία και πάλι έχοντας σχετική έγγραφη εντολή ζήτησε αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης. Το Δικαστήριο ανέβαλε εκ νέου την εκδίκαση της υπόθεσης για τις 18-12-2008. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Μυτιλήνης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1904/2008 απόφασή του, δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν σαν να ήταν παρών ο κατηγορούμενος, κρίνοντας, όπως στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται, ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, "πλην όμως έχει εκπροσωπηθεί νομίμως δια δικαστικού πληρεξουσίου κατ' άρθρο 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ, (όπως αποδεικνύεται από το απόσπασμα της προαναφερθείσας υπ' αριθμόν 1836/2008 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού), και δικάζεται σαν να είναι παρών (αρθρ. 501 παρ.1 και 4 του Κ.Ποιν.Δ.), δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο". Επομένως, το Εφετείο, με να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν και να μη απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει απόντα τον κατηγορούμενο και να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλει ότι η έφεσή του έπρεπε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να μη ερευνηθεί κατ'ουσίαν, αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Η αναστολή, εφόσον υπάρχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, εκτός αν τούτο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 δηλαδή με τη μετατροπή της ποινής, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Επί ποινής φυλάκισης μέχρι δύο ετών πρέπει το δικαστήριο να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου , από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για παράβαση των άρθρων 15 παρ. ε, 16, 22 του π.δ. 40/1977. Η στερητική αυτή της ελευθερίας ποινή μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όμως το Εφετείο ενώ ήλεγξε τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολή έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, κατ' άρθρο 99 παρ.1 του ΠΚ, με την αιτιολογία ότι από το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος, που ανέγνωσε, "προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως μέχρι σήμερα για πλημμελήματα σε ποινές περιοριστικές της ελευθερία με περισσότερες από μία αποφάσεις". Η αιτιολογία αυτή είναι ασαφής κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 99 του ΠΚ, αφού δεν αναφέρεται σε αυτήν, αν, από το ποινικό μητρώο που ανέγνωσε, προέκυπτε, ότι το σύνολο των ποινών που επεβλήθηκαν αμετακλήτως στον κατηγορούμενο με τις πλείονες αποφάσεις, υπερέβαιναν τους έξι μήνες φυλάκισης.
Συνεπώς ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή μόνο ως προς τη διάταξη περί μη αναστολής της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνον ως προς τη διάταξη για τη μη αναστολή της εκτέλεσής της στερητικής της ελευθερίας ποινής και την μετατροπή αυτής σε χρηματική ποινή, την 1904/18-12-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης και απορρίπτει κατά λοιπά την 1/5-2-2009 αίτηση αναίρεσης του ....
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ