Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 335 / 2018    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποζημίωση, Αοριστία αναίρεσης.




Περίληψη:
Αποζημίωση εργαζομένων σε ΝΠΔΔ Δήμου για δαπάνες αγοράς ειδών ατομικής προστασίας και υγιεινής για τα έτη 2004 έως και 2006. Αναίρεση κατά απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση. Επίσπευση αναίρεσης από αναιρεσιβλήτους. Έλλειψη πληρεξουσιότητας και ερημοδικία αναιρεσιβλήτων. Βιαία διακοπή δίκης λόγω θανάτου αναιρεσιβλήτου και επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους του. Αναίρεση κατά προσώπου προαποβιώσαντος της άσκησης. Απαράδεκτη η συζήτηση. Λόγοι αναίρεσης αόριστοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 για διετή παραγραφή της αξίωσης και παραβίαση άλλων διατάξεων. Ο λόγος για αοριστία της αγωγής που ανάγεται στον αριθμό 14 για παράνομη κήρυξη ακυρότητας ή απαραδέκτου του 559 ΚΠολΔ δεν συμπεριλαμβάνεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 335/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μαραγκού, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ζ. Α., 2)Μ. Γ., 3)Π. Γ., 4)Ε. Γ., 5)Ε. Δ. - Κ., 6)Σ. Ζ., 7)Φ. Θ., 8)Δ. Κ., 9)’. Κ., 10)Μ. Κ., 11)Β. Κ., 12)Ε. Ρ. - Π., 13)Μ. Σ., 14)’. Γ., 15)Ε. Μ., 16)Π. Κ., 17)’. Μ., 18)Μ. Δ., 19)Π. Σ. 20)Σ. Κ., 21)Ε. Λ., 22)Β. Α. - Χ., 23)Κ. Α., 24)Κ. Κ., 25)Γ. Κ., 26)Δ. Κ., 27)Α. Π., 28)Θ. Τ., 29)Κ. Τ., 30)Ζ. Γ., 31)Ι. Γ., 32)Κ. Κ., 33)Σ. Κ., 34)Θ. Κ., 35)Χ. Σ., 36)Κ. Π., 37)Κ. Ν., 38)Α. Α., 39)Α. Α., 40)Θ. Α., 41)Σ. Ζ., 42)Π. Ζ., 43)Ε. Κ., 44)Ν. Κ., 45)Γ. Κ., 46)Ι. Κ., 47)Κ. Λ., 48)Θ. Μ., 49)Ι. Μ., 50)Ι. Μ., 51)Ε. Μ., 52)Γ. Μ., 53)Π. Ν., 54)Μ. Ν., 55)Γ. Π., 56)Η. Ρ., 57)Π. Σ., 58)Δ. Σ., 59)Π. Σ., 60)Ε. Σ., 61)Ι. Σ., 62)Α. Σ., 63)Ε. Τ., 64)Β. Τ., 65)Χ. Τ., 66)Α. Τ., 67)Α. Τ., 68)Μ. Γ., 69)Ε. Ι., 70)Α. Κ., 71)Ε. Κ., 72)Α. Κ., 73)Ε. Κ., 74)Ε. Κ., 75)Α. - Π. Λ., 76)Ν. Λ., 77)Κ. Μ., 78)Χ. Μ., 79)Α. Μ., 80)Χ. Ν., 81)Γ. Ν., 82)Μ. Ξ., 83)Μ. Π., 84)Σ. Π., 85)Ι. Π., 86)Μ. Ρ., 87)Σ. Σ., 88)Ι. Σ., 89)Μ. Σ., 90)Β. Σ., 91)Σ. Τ., 92)Ε. Τ., 93)Ν. Φ., απάντων κατοίκων .... Οι 4η, 6η, 8η, 10η, 19η, 20η, 21η, 26ου, 27ου, 32ου, 34ου, 36ου, 37ου, 42ου, 48η, 50η, 55ος, 66ος, 75η, 79η και 81η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπείται νόμιμα και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Σ., ο οποίος δήλωσε τα εξής: Ι)η (19η) Π. Σ., έχει αποβιώσει και η σχετική δήλωση έχει γίνει στο Πρωτοδικείο, τη δίκη συνεχίζουν οι α)Χ. Θ., )Α. - Μ. Θ. και )Φ. Θ.,
ΙΙ) η (22η) Β. Α. - Χ. και )Π. Χ. του Ι., )Κ. Χ. του Π. και )Α. Χ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και
ΙΙΙ)η καταχωρημένη με αριθμούς 49η και 50η αναιρεσίβλητη είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Σημειώνεται ότι ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1529/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1240/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 6/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 Με την από 6-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1240/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αντιθέτων εφέσεων κατά της 1529/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..., στο οποίο εργάζονταν οι ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή με συμβάσεις έργου να καταβάλει στον καθένα τους το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση για τις δαπάνες που έκαναν οι ίδιοι για την αγορά ειδών ατομικής προστασίας και υγιεινής για τα έτη 2004 έως και 2006. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν οι εφέσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). 2. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον ’ρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον ’ρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992). Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στη προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 6-7-2016 αίτησης του άνω ΝΠΔΔ κατά της 1240/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (14 Νοεμβρίου 2017), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, ενενήντα τριών (93) τον αριθμό, όπως προκύπτει από την ... 14-3-2017 έκθεση επίδοσης αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2017 προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, την οποία συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Γ. και επικαλούνται με τις προτάσεις των και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω μετ’ αναβολή δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, εκπροσωπήθηκαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Σ. με δήλωση του τελευταίου, πλην των Γ. Ε. (4), Ζ. Σ. (6ης), Κ. Δ. (8ης), Κ. Μ. (10ης), Κ. Σ. (20ης), Λ. Ε. (21ης), Κ. Δ. (26ου), Π. Α. (27ου), Κ. Κ. (32ου), Κ. Θ. (34ου), Π. Κ. (36ου), Ν. Κ. (37ου), Ζ. Π. (42ου), Μ. Θ. (48ου), Π. Γ. (55ου), Τ. Α. (66ου), Λ. Α.-Π. ( 75ης), Μ. Α. (79ης) και Ν. Γ. (81ης). Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από τους Σ. Μ. (13η) και Κ. Κ. (24ο) αναιρεσιβλήτους, ούτε αποδεικνύεται ότι ο ίδιος ως άνω δικηγόρος Ν. Σ., που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και από αυτούς, αφού δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικά πληρεξούσιά τους. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους ΝΠΔΔ κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει ο ’ρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης 3.Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 §1 εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1611/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η 19η αναιρεσίβλητη Σ. Π. απεβίωσε στις 20-10-2008, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο και αυτής της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 24-9-2009 της από 18-6-2008 ένδικης αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δήλωσε τον θάνατό της και τη συνέχιση της βιαίας διακοπής της δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Χ. Θ., Α. - Μ. και Φ. Θ.. Στη συνέχεια εκδόθηκαν στα ονόματα των κληρονόμων της άνω θανούσας τόσο η 1259/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών όσο και η 1240/2016 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς ως προς αυτήν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η 22η αναιρεσίβλητη Α. - Χ. Β. απεβίωσε στις 3-12-2016, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (6-7-2016), η οποία με την από 15-2-2016 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία, κατέλειπε ως κληρονόμους της, τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της, ήτοι τον σύζυγό της Π. Χ. και τα δύο ενήλικα τέκνα της Κ. Χ. και Α. Χ., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία της. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι της ως άνω αποβιώσασας δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ν. Σ., τον θάνατο της προαναφερομένης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτής. Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων της άνω θανούσας 22ης αναιρεσίβλητης, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτής. 5. Από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Ολ. ΑΠ 57/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1018/2009). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και, συνακόλουθα, του άρθρου 560). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ’ εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτών των άρθρων 48 παρ.1 και 3 και 49 του νδ 496/1974, γιατί αν και οι ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες τους επιδικάστηκαν για τα έτη 2004 και 2005, κατά το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής τους στο αναιρεσείον (24-10-2008) είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.1 και 3 του νδ 496/1974, εν τούτοις η αγωγή κατά το μέρος αυτό έγινε δεκτή. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφενός μεν διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης ουδόλως διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προς το ζήτημα της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη στο λόγο αναίρεσης παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δε διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι ο εν λόγω, περί παραγραφής, ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο, που δίκασε κατ’ έφεση. Ομοίως, απαράδεκτοι είναι και ο τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, κατ’ εκτίμηση του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα, α) τη ΚΥΑ 2/12542/022 (ΦΕΚ Β’ 441/14-4-2003) "Χορήγηση ειδών ατομικής προστασίας σε υπαλλήλους των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μέτρα προληπτικής ιατρικής" και β) τις διατάξεις των άρθρων 11 του ΠΔ 164/2004, 1 του ν.3320/2005 και 662 ΑΚ, χωρίς ουδόλως να καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων και χωρίς επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. 6. Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 64/2017 , ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη(ΑΠ 807/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τέταρτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναίρεσης αποδίδεται η αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής. Ειδικότερα: Με τον μεν δεύτερο λόγο αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης αυτολεξεί τα κάτωθι : "Επειδή η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, λόγω αοριστίας, αφού από το συνδυασμό των άρθρων 111, 118 αρ. 4 και 216 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας πρέπει το δικόγραφο, επί ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, πλην άλλων και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν, κατά νόμο, την αγωγή και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών των αναγκαίων προς συγκρότηση του αξιούμενου δικαιώματος.
Εν προκειμένω όμως, με το δικόγραφο της αγωγής τους οι αντίδικοι δεν αναφέρουν και εξειδικεύουν το είδος και την ποσότητα των ειδών ατομικής προστασίας που αγόρασε έκαστος ενάγων, το ακριβές ποσό της δαπάνης που προέβη για την απόκτηση αυτών και για κάθε είδος, όπως και τη χρονική περίοδο για την οποία προέβη στην αγορά, αλλά ούτε και εάν προσκόμισαν ή όχι αποδείξεις ή τιμολόγιο αγοράς σε εμάς και το κατάστημα αγοράς και τον αριθμό ή την ημερομηνία της αγοράς, ώστε να είναι δυνατό σε εμάς και το Δικαστήριό σας να ελέγξει την θετική ζημία των αντιδίκων. Επομένως, η αγωγή τους είναι αόριστη ως προς τα ανωτέρω και πρέπει να απορριφθεί" . Με τον δε τέταρτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης αυτολεξεί τα κάτωθι: "Επειδή επίσης, η υπό κρίση αιτούμενη ηθική βλάβη, πρέπει να απορριφθεί, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, λόγω αοριστίας, αφού από το συνδυασμό των άρθρων 111, 118 αρ. 4 και 216 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας πρέπει το δικόγραφο, επί ποινή απαραδέκτου να περιέχει, πλην άλλων και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν, κατά νόμο, την αγωγή και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών των αναγκαίων προς συγκρότηση του αξιούμενου δικαιώματος.
Εν προκειμένω όμως με το δικόγραφο της αγωγής τους οι αντίδικοι δεν αναφέρουν και δεν εξειδικεύουν σε τι συνίσταται ακριβώς η ηθική τους βλάβη, σε τι προσεβλήθη η προσωπικότητά τους ως εργαζομένων και σε τι συνίσταται η ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκαν για την αγορά των ειδών. Για τις δε δαπάνες αγοράς που αναφέρουν ότι υπεβλήθησαν, ούτε αναφέρονται στο κείμενο της αγωγής για κάθε διάδικο ξεχωριστά, ούτε όμως και προσκομίζονται οι σχετικές αποδείξεις αγοράς τους, έγγραφα που θα αποδείκνυαν την αγορά των ειδών πέραν πάσης αμφιβολίας. Τέλος, δεν αναφέρονται ούτε τα απαιτούμενα από τον Νόμο στοιχεία της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, από τα οποία το Δικαστήριό σας θα μπορούσε να επιδικάσει την προσήκουσα και εύλογη αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Πρέπει επομένως το ανωτέρω αίτημα των αντιδίκων να απορριφθεί, ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας". Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Ανεξάρτητα από αυτό με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθόσον στο δικόγραφο της αναίρεσης ουδόλως διαλαμβάνονται, ότι οι ισχυρισμοί περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και ότι αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθώς επίσης δεν διαλαμβάνονται και συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη των αγωγικών δικαιωμάτων. Να σημειωθεί τέλος ότι με την 1259/2009 απόφαση της Ειρηνοδικείου Αθηνών το αίτημα της αγωγής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, η δε έφεση του αναιρεσείοντος κατ’ αυτής της απόφασης απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν . 7. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017). Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα επιδίκασε αποζημίωση και στους αναφερομένους ενάγοντες (επτά τον αριθμό) αφού αυτοί δεν την δικαιούνται είτε γιατί παραιτήθηκαν είτε γιατί αποσπάστηκαν σε άλλους Δήμους, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
8. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ του Δήμου που ηττήθηκε στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 281 ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους Γ. Ε. (4), Ζ. Σ. (6), Κ. Δ. (8η), Κ. Μ. (10η), Σ. Μ. (13η), Σ. Π. (19η), Κ. Σ. (20), Λ. Ε. (21η), Κ. Κ. (24ο), Κ. Δ. (26ο), Π. Α. (27ο), Κ. Κ. (32ο), Κ. Θ. (34ο), Π. Κ. (36ο), Ν. Κ. (37ο), Ζ. Π. (42ο), Μ. Θ. (48ο), Π. Γ. (55ο), Τ. Α. (66ο), Λ. Α.-Π. (75η), Μ. Α. (79η) και Ν. Γ. (81η).
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 6-7-2016 με αριθ. κατάθ. ...2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 1240/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή