Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 705 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία με χρήση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 705/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φιλακτόγλου, περί αναιρέσεως της 1381/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Γεωργόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1611/2007.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1381/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Ο κατηγορούμενος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ -ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ", η οποία από το έτος 1995 διατηρεί στη βιομηχανική περιοχή, στον Άγιο Στέφανο Πατρών, εργοστάσιο πυρηνελαιουργίας. Η εταιρεία αυτή είχε εμπορική συνεργασία με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Δ1, πατέρας του εγκαλούντος. Ειδικότερα, η εταιρεία του κατηγορουμένου αγόραζε ελαιοπυρήνα από την εταιρεία του Δ1, η οποία διατηρούσε ελαιοτριβείο στην ίδια ως άνω περιοχή. Επίσης, ο Δ1 διαμεσολαβούσε ατύπως και χάριν εξυπηρέτησης και στην πώληση ελαιολάδου από διάφορους παραγωγούς στην εταιρεία του κατηγορουμένου, ο οποίος και απέστελλε το οφειλόμενο τίμημα σε εμβάσματα στον ως άνω Δ1, που στη συνέχεια το παρέδιδε στους πωλητές παραγωγούς. Στις 14.5.1998 πέθανε ο Δ1. Μετά το θάνατό του και συγκεκριμένα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον εγκαλούντα Ψ1 και του δήλωσε ότι η ανώνυμη εταιρεία την οποία αυτός τότε εκπροσωπούσε, είχε προκαταβάλει στον πατέρα του Δ1 στις 30.10.1997 το ποσό των 17.502.219 δρχ. έναντι συμφωνημένων μελλοντικών αγορών, ελαιοπυρήνα, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν και συνεπώς αξίωσε να του επιστραφεί το παραπάνω ποσό, ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Προς ενίσχυση της αξίωσής του αυτής, απέστειλε στον μηνυτή σε φωτοτυπία, την υπ' αριθ. ... απόδειξη, ποσού 17.902.219 δρχ. που φερόταν ότι είχε εκδοθεί από την ως άνω ανώνυμη εταιρεία του κατηγορουμένου και είχε υπογραφεί από τον πατέρα του εγκαλούντος Δ1, κάτω από την ένδειξη "ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ". Όμως, η υπογραφή αυτή, η φερόμενη ως του Δ1 στην παραπάνω απόδειξη είναι πλαστή και δεν συνδέεται με τις γνήσιες υπογραφές αυτού, όπως βεβαιώνεται με την από 17.10.2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ..., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 3349/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Η έκθεσή της αυτή εξ άλλου, ενισχύεται και από την από 27.10.1999 ιδιωτική έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ... . Την πλαστή αυτή υπογραφή έθεσε ο κατηγορούμενος, ως έχοντας συμφέρον να την χρησιμοποιήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, προς αντίκρουση της από 8.11.1999 αγωγής της εταιρείας "... ΟΕ" εναντίον της παραπάνω εταιρείας, που εκπροσωπούσε. Τα παραπάνω προκύπτουν ευκρινώς από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος αλλά και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., όπως δήλωσε αδελφού, προφανώς ετεροθαλούς του θανόντος Δ1, με τον οποίο και διατηρούσαν το ως άνω ελαιοτριβείο. Οι ως άνω μάρτυρες καταθέτουν ρητά, κατηγορηματικά και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι η υπογραφή στην επίδικη απόδειξη δεν είναι του Δ1 και ότι ο τελευταίος δεν είχε λόγο να εισπράξει τόσο μεγάλο ποσό προκαταβολής, δυσανάλογο για μελλοντικές παραδόσεις πυρήνα, των οποίων το τίμημα, ετησίως, αναμφισβήτητα δεν ξεπερνούσε τα 2.000.000 δρχ. Οι παραπάνω καταθέσεις δεν αναιρούνται ουσιωδώς από την κατάθεση του μάρτυρα του κατηγορουμένου, λογιστή του, ..., ο οποίος παρότι βεβαιώνει ότι στα βιβλία της εταιρείας του κατηγορουμένου που τηρούσε ο ίδιος, πέρασε το πρωτότυπο της απόδειξης, στη συνέχεια αδυνατεί να εξηγήσει γιατί προσκομίστηκε από την αρχή και σε όλα τα Δικαστήρια που επιλήφθηκαν της διαφοράς των διαδίκων, μόνο το φωτοαντίγραφο αυτής. Επίσης, ενώ βεβαιώνει ότι στις 30.10.1997 έγινε εκκαθάριση των λογαριασμών μεταξύ του κατηγορουμένου και του Δ1 για το τρέχον έτος και το προηγούμενο, δεν εξηγεί πώς προέκυψε αυτή η δυσανάλογη διαφορά των 17.902.219 δρχ. των δήθεν προκαταβολών για αγορά ελαιοπυρήνα, δύο μόνο ετών, τη στιγμή που, όπως προαναφέρθηκε, η αξία αυτού, ετησίως, δεν ξεπερνούσε τα 2.000.000 δρχ. Τέλος, ενώ καταθέτει ότι η εν λόγω απόδειξη του ως άνω ποσού των 17.902.219 δρχ. υπογράφηκε από τον ως άνω θανόντα Δ1, αυθημερόν, υπεκφεύγει να βεβαιώσει το γεγονός της υπογραφής, αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών, διότι βρισκόταν στο διπλανό γραφείο. Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος, στην από 5.11.2000 αγωγή της εταιρείας του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών σε βάρος της εταιρείας του Δ1, επικαλείται ότι, με συμφωνία που έγινε στις 30.10.1997 μεταξύ αυτού και του Δ1, ο τελευταίος του προκατέβαλε αυθημερόν το παραπάνω ποσό για αγορά ελαιοπυρήνα, ελαιοκομικής περιόδου 1997 - 1998, ενώ στην από 18.2.2002 νεότερη αγωγή της ίδιας ως άνω εταιρείας του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, αντιφάσκοντας αναφέρει ότι έναντι υποχρέωσης της εταιρείας Δ1 να πωλήσει και παραδώσει ελαιοπυρήνα και ελαιόλαδο στην ενάγουσα εταιρεία του, για τις ελαιοκομικές περιόδους 1995, 1996, 1997 και 1998, η τελευταία προκατέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία του Δ1, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, τα επί μέρους αναγραφόμενα σε αυτήν ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 18.317.907 δρχ. Τέλος, κατά τη σημερινή απολογία του, αναιρώντας όλα τα ως άνω, επικαλέστηκε, όλως αορίστως, ότι το παραπάνω ποσό, εκτός από προκαταβολές αγοράς ελαιοπυρήνα, αφορούσε και καταβολές χρηματικών δανείων, που ο ίδιος χορηγούσε στον Δ1, προς διευκόλυνσή του, χωρίς βέβαια να αναφέρει συγκεκριμένα χρόνους, τόπους και ποσά των επί μέρους καταβολών. Ο ισχυρισμός του ότι η ένδικη απόδειξη είναι γνήσια, διότι καταχωρήθηκε στα Γ' Κατηγορίας Βιβλία της εταιρείας του, της διαχειριστικής περιόδου 1997 και στη σελίδα 11 αυτών, δεν κρίνεται βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το επιδειχθέν στο Δικαστήριο με πρόχειρα συνδεμένες σελίδες, βιβλίο με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ", της εταιρείας του, στο οποίο πράγματι εμφαίνεται η καταχώρηση της επίδικης απόδειξης στην κατά σειρά αριθμημένη με αριθμό 11 σελίδα της διαχειριστικής περιόδου 1997, δεν παρέχει καμία πίστη στο δικαστήριο περί της ακριβείας του, αφού η σελίδα 11 φέρεται τοποθετημένη μεν, πριν τη θεώρηση του αρμόδιου υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. με ημερομηνία 2.2.1998, πλην όμως επί της σελίδας αυτής υπάρχει μόνον υπογραφή και σφραγίδα του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ., χωρίς ημερομηνία, πράγμα που δεν καθιστά βέβαιη, χωρίς τίποτε άλλο τη σύνταξη και τοποθέτηση, κατά χρονολογική σειρά της σελίδας αυτής, μεταξύ των σελίδων της διαχειριστικής περιόδου 1997, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το εν λόγω βιβλίο δεν είναι σταθερά συρραμμένο. Περί της ακριβείας άλλωστε της προθεσμίας λογιστικοποίησης των εγγραφών σε θεωρημένο ημερολόγιο, δεν δύναται να βεβαιώσει ούτε η αρμόδια Διεύθυνση 15η Βιβλίων και Στοιχείων της Γενικής Δ/νσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος προφανώς το γεγονός ότι είχε αποστείλει διάφορα χρηματικά εμβάσματα στο όνομα του Δ1, για τις προαναφερθείσες οφειλές του προς τους παραγωγούς, που αφορούσαν το τίμημα ελαιολάδου, για την αγορά και παράδοση του οποίου διαμεσολαβούσε ατύπως και χάριν εξυπηρέτησης ο τελευταίος, κατάρτισε τον Σεπτέμβριο 1999 και μετά ενάμισι έτος, περίπου, από το θάνατο του Δ1, την επίδικη πλαστή απόδειξη, την οποία χρησιμοποίησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, με σκοπό να αποσπάσει από τους κληρονόμους του το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό των 17.902.219 δρχ. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία κατηγορείται, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη (πλαστογραφία με χρήση) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσειων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε σωστά, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά συνιστούν κατάρτιση πλαστών εγγράφων, με τη χρήση των οποίων μπορούσε να παραπλανηθεί άλλος περί του ότι είχε καταβάλει στον διαχειριστή της εταιρείας ".... ΟΕ", Δ1 το χρηματικό ποσό των 17.502.219 δραχμών, δυνάμενο να έχει ως συνέπεια τη θεμελίωση δικαιώματος απαιτήσεως του ποσού τούτου από την ανωτέρω εταιρεία. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται επαρκώς, αφενός μεν ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως και δη η γνώση της πλαστότητας του καταρτισθέντος πλαστού εγγράφου και αφετέρου ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ως προς το προαναφερόμενο γεγονός. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) αγνόησε την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου του, ..., η οποία έλαβε υπόψη της σημαντικά επί πλέον έγγραφα και εξετασθείσα στο Δικαστήριο ως μάρτυς ανέλυσε με πλήθος στοιχεία το εσφαλμένο της κρίσεως των δύο πραγματογνωμοσυνών, ήτοι της δικαστικής της ... και της ιδιωτικής της .... και τους μάρτυρες που κατέθεσαν ότι η επίμαχη απόδειξη ήταν γνήσια, β) έκρινε εσφαλμένα ότι το βιβλίο Ημερολογίου Ταμείου της ανώνυμης εταιρείας, στο οποίο ήταν καταχωρισμένη η επίμαχη απόδειξη δεν παρέχει καμία πίστη, διότι δεν ήταν συρραμμένο και γ) αγνόησε τις αποδείξεις αποστολής εμβασμάτων στον Δ1 και το ιδιόχειρο της επίμαχης αποδείξεως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως αιτιολογίας βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1381/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ


<< Επιστροφή